Στην τέταρτη έκδοση του ιστορικού μυθιστορήματος της Αγγελικής Παμπουκίδου «Οι Νεράιδες του Πόντου», των εκδόσεων ΠΗΓΗ, προχώρησαν οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου μιας και από την πρώτη ημέρα της έκδοσης το βιβλίο προτιμάται από τους φίλους του βιβλίου, γεγονός που δείχνει πως η ιστορία και ο πολιτισμός των Ελλήνων του Πόντου, έχουν αποδοχή από το αγαγνωστικό κοινό.
«Οι Νεράιδες του Πόντου» μας ταξιδεύουν σε σκληρές εποχές, που η ιστορία θέλει να ξεγράψει, αλλά οι καρδιές του ξεριζωμένου ελληνισμού πάντοτε θα θυμούνται.
Η Χρυσή, μια σύγχρονη δυναμική γυναίκα, νιώθει έτοιμη μετά από αρκετά χρόνια προβληματισμού και διλημμάτων, να εκπληρώσει το χρέος της απέναντι στη γιαγιά-Χρυσούλα, να διασώσει την ιστορία της. Αποφασίζει, λοιπόν, να συγγράψει ένα βιβλίο με τις ζωντανές μαρτυρίες της γιαγιάς και των συγγενών της, απ’ τους διωγμούς που υπέστησαν στη γενέτειρά τους, το μαρτυρικό Πόντο. Το ταξίδι ξεκινά με την ανάγνωση των γραπτών, που είναι διαφορετικά κειμενικά είδη κάθε φορά (ημερολόγιο, επιστολή, απομαγνητοφωνημένη αφήγηση, διάλογοι) και τα έχει αφήσει η γιαγιά ιερή κληρονομιά στα εγγόνια της.
Τα πρώτα γραπτά που διαβάζει η Χρυσή είναι από το ημερολόγιο της θείας Σόνιας (που ήταν δασκάλα στην Τραπεζούντα και θεία της γιαγιάς Χρυσούλας), αλλά κι η απομαγνητοφωνημένη αφήγηση της γιαγιάς, που περιγράφει τα εφηβικά τα χρόνια στον Πόντο. Τα παραστατικά κείμενα περιγράφουν μιας εποχή δημιουργική, με τις ομορφιές του Πόντου και τις σκανταλιάρες νεράιδες που χώνουν παντού τη μύτη τους, αλλά και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, μιας εποχής σχεδόν ανέμελης, αφού παρά την ψευδαίσθηση της ειρηνικής καθημερινότητας, ο κίνδυνος καραδοκούσε πάντα…
Το επόμενο κείμενο από το ημερολόγιο της θείας Σόνιας είναι ένας ύμνος στην αυτοθυσία του ήρωα αντάρτη αδερφού της και κατ’ επέκταση όλων των ανταρτών που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην προστασία των αμάχων από τη μανία των Τσετών.
Στο ίδιο κλίμα κι η επιστολή του γιατρού Σταύρου Εμενίδη (συζύγου της θείας Σόνιας), μια ιερή παρακαταθήκη για τις μικρές κόρες του, με εντολή να τους παραδοθεί με την ενηλικίωσή τους. Στην επιστολή ο γιατρός περιγράφει το μαρτυρικό θάνατο της αδερφής του και της οικογένειάς της, καθώς και την εξορία των συγχωριανών του με σκοπό τον αφανισμό τους, μια συνήθη τακτική που ακολουθούσαν οι Τούρκοι για την εξόντωση των Χριστιανών αμάχων.
Η επόμενη αφήγηση της γιαγιάς αποτελεί μια συγκλονιστική περιγραφή του δικού της μαρτυρίου, των απωλειών, των σφαγών των οποίων έγινε μάρτυρας, αλλά και του αγώνα της για επιβίωση, έχοντας πάντα υπό την προστασία της τον τρίχρονο αδερφό της μετά τη σφαγή της εγκύου μητέρας της.
Ακολουθεί χρονολογικά το κείμενο της θείας Σόνιας, ένα κείμενο συγκινητικού αποχαιρετισμού στην πατρίδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στη συνέχεια η θεία περιγράφει το πέρασμά τους από το Βατούμ, αλλά και τις σκληρές σταλινικές διώξεις, τη νέα Γενοκτονία που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου, που κατέφυγαν στη Ρωσία, προκειμένου να σωθούν από τους Τούρκους. Το κείμενο της θείας τελειώνει με τη ρεαλιστική μετάβαση κι εγκατάσταση στη μητέρα πατρίδα, την Ελλάδα, αλλά και τις άκαρπες έρευνές της για την οικογένεια που άφησε στον Πόντο, της οποίας την τύχη αγνοεί.
Η τελευταία αφήγηση της γιαγιάς είναι στο ίδιο συγκινητικό κλίμα της εξόδου και του αποχωρισμού από τη γενέθλια γη της. Η ανταλλαγή κι η εγκατάσταση στα λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς φέρνει τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες πολλές φορές κοντά στο θάνατο, αλλά και την απόγνωση. Παρά τις διαλυμένες ζωές τους όμως ξαναπαίρνουν τις τύχες τους στα χέρια τους και δημιουργούν και πάλι απ’ την αρχή στις νέες πατρίδες τους. Η γιαγιά περιγράφει τον έρωτα με τον παππού Ηρακλή, τις γεννήσεις των παιδιών της και πώς βίωσε τις νέες περιπέτειες, τον πόλεμο του ’40, τον εμφύλιο και τη μετανάστευση των παιδιών της.
Βάλσαμο στην καρδιά της η επανένωση μετά από 40 χρόνια με τη θεία και τις ξαδέρφες της που είχε χάσει στον ξεριζωμό, αλλά κι οι εικόνες που οραματίζεται τα απογεύματα πλάι στο παράθυρό της, με τους ανθρώπους που έχασε και το χωριό της στις αλησμόνητες πατρίδες. Παρούσες πάντα οι νεράιδες του Πόντου, που ήταν μαζί της σε κάθε δυσκολία, τη συντρόφευαν και της θύμιζαν με το γέλιο τους μια άλλη διάσταση της ζωής.
Η Χρυσή τελειώνει την ανάγνωση των κειμένων και σημειώνει το γεγονός που στάθηκε η αφορμή να ξεκινήσει τώρα τη συγγραφή του βιβλίου. Στο σημείο αυτό αναφέρεται στον καθοριστικό ρόλο του 15χρονου γιου της και του επεισοδίου που διεξήχθη στο σχολείο του. Στο τέλος αποκαλύπτει και την αναπηρία της, που αποτελεί ένα ακόμη έναυσμα που την «πεισμώνει» και την κάνει να θέλει να γνωστοποιήσει σε όλους το έγκλημα της Γενοκτονίας. Στόχος η διεκδίκηση της δικαίωσης.
Στο τελευταίο κεφάλαιο η Χρυσή αποφασίζει πως θα ξεκινήσει το βιβλίο της με ένα ποίημα - ελεγεία στην ποντιακή που έχει γράψει ο πατέρας της κι έχει μεταφράσει στη νέα Ελληνική η φιλόλογος αδερφή της. Το ποίημα είναι ένα μοιρολόι στα θύματα της Γενοκτονίας, αλλά και μια ελπίδα ότι όσοι επέζησαν, τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους θα καρποφορούν και θ’ ανθίζουν πάντα, όπως οι αγριοφουντουκιές απ’ το χωριό της γιαγιάς στον Πόντο.