Στην πολύβουη διασκέδαση της Θεσσαλονίκης, οι Μωμόγεροι ένα έθιμο που έφεραν μαζί τους στις αποσκευές της ψυχής τους, οι πρόσφυγες Έλληνες του Πόντου, ξεχώρισαν στα δρώμενα της οδού Αριστοτέλους και στης αγορές της πόλης, όπου έγιναν αποδεκτοί με το θερμό χειροκρότημα των χιλιάδων πολιτών, αλλά και των επισκεπτών της νύμφης του Θερμαϊκού. Κι όλη η πόλη έγινε μια μεγάλη παρέα, μια μεγάλη λαοθάσαση, όπου ενώθηκαν οι κάτοικοι με τους τουρίστες και πέρασαν μια ανεπανάληπτη Παραμονή Πρωτοχρονιάς.

Για πρώτη φορά οι Μωμόγεροι, βγήκαν στους δρόμους και τα σοκάκια της Χαρίεσσας της Νάουσας του νομού Ημαθίας, την Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018, και μετά τη θεία λειτουργία, περιηγήθηκαν όλο το χωριό και παρουσίασαν το δρώμενο με τον παραδοσιακό τρόπο, όπως το μετέφεραν οι πρόγονοί μας από τον αλησμόνητο Πόντο. Ένα λαϊκό θέατρο του δρόμου, το οποίο αναπτύχθηκε κυρίως στα χωριά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο ελληνισμό του Πόντου από την καταπίεση που υφίστατο, έβρισκε τρόπους για να σατυρίσει τα κακώς κείμενα. 

Τον ετήσιο χορό του διοργανώνει ο ποντιακός σύλλογος Κατερίνης «Παναγία Σουμελά», το Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019 και το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου προσκαλεί τα μέλη και τους φίλους του συλλόγου, να βρεθούν όλοι μαζί στις αρχές του χρόνου και να γλεντήσουν παραδοσιακά ποντιακά.

Του Παναγιώτη Μωυσιάδη

Ο Ιανουάριος είναι ο πρώτος μήνας του χρόνου και στον Πόντο ονομάστηκε Καλαντάρτς (Καλαντάρης) από τα κάλαντα, (το Καλαντίασμαν), που έψελναν τα παιδιά προαναγγέλλοντας την αρχή του νέου χρόνου με τις ευχές και την προσδοκία για έναν καλύτερο και ευτυχέστερο χρόνο.

Ταυτόχρονα θεωρείται και ο πιο κρύος μήνας, όπου τα πάντα είναι κρύα και παγωμένα. Τα ζώα ημιθανή ζουν στις υπόγειες τρύπες και οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια αντιμετωπίζουν την παγωνιά με τη θαλπωρή της σόμπας, που καίει ασταμάτητα. Τα παρακάτω δίστιχα επιβεβαιώνουν το παγερό σκηνικό της φύσης και ταυτόχρονα την ανάγκη των ανθρώπων για επικοινωνία:

Εχιόν’τσεν κ’ εκαπάτεψεν Καλανταρί ‘ς σ’ ορμία,

ψύα πουδέν ‘κ’ ευρίουνταν , εκρύφταν ‘ς σα τρυπία.

Ας ση Χριστού ούς τα κάλαντα και ως τα φώτα βρέχει 

και πώς να εφτάμε μωχαπέτ’, κανείς καρδίαν ‘κ’ έχει.

Καλανταρί βρέχ’ και χιονίζ’ και τα πουλόπα κλαίγ’νε,

να έξερες, μικρόν αρνί μ’, και για τ’ εμάς, ντο λέγ’νε.

Το μήνα αυτό τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα (εκαλαντίαζαν) και εύχονταν στους νοικοκύρηδες
«κάλαντα καλός καιρός και πάντα και του χρόνου». Την πρώτη ημέρα του χρόνου έπρεπε να αγιαστούν και να όλα τα μέρη του σπιτιού αλλά και οι βοηθητικοί χώροι, οι μάνδρες κτ.λ.

Τα φουντούκια (Λεφτοκάρια) σύμβολο της αφθονίας και της υπερπαραγωγής που βρίσκονταν σε όλα τα σπίτια σκορπίζονταν απλόχερα σε όλους τους χώρους για το καλαντίασμαν και το καλό της χρονιάς. Ιδιαίτερα στις παραλιακές πόλεις του Πόντου τα παιδιά τραγουδούσαν και τα ελληνικά, κάλαντα, που είναι σε όλους γνωστά:

Αρχή μηνιά κι αρχή χρονιά, κι αρχή καλός μας χρόνος.. ή

το άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,

Στην περιοχή της Αργυρούπολης τα παιδιά τραγουδούσαν μια σπάνια παραλλαγή λέγοντας: Άγιος Βασίλης έρχεται ας ση Λερί μερέαν,

υποδηλώνοντας έτσι και το φυσικό δρομολόγιο, που έκανε εκείνα τα χρόνια ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος, που για να έρθει στον Πόντο έπρεπε να περάσει από το οροπέδιο των Λερίων.

Στα παιδιά οι νοικοκυρές ανταπέδιδαν με την ευχή

«κάλαντα και καλόν καιρόν, καλόν κ’ ευλογημένον»

και μετά έδιναν το φιλοδώρημα, εκαλαντίαζαν τα παιδία, ή έδιναν το καλαντάρισμαν, το δώρο έναντι των καλάντων στα παιδιά.

Το σύνολο των δώρων ή των χρημάτων, που συγκέντρωναν τα παιδιά, τα έλεγαν Καλαντιάτκα ή καλαντέσια.

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς εκαλαντίαζαν και το πεγάδ’. Πήγαιναν δηλαδή διάφορα δώρα, εδέσματα και κυρίως πίτες, ξηρούς καρπούς και γαλακτοκομικά για να εξευμενίσουν τη νύμφη του νερού, τη νεράιδα, (όλη αυτή η λαϊκή δοξασία ήταν πράξη βαθύτερα ουμανιστική και αλτρουιστική και απέβλεπε στην αλληλεγγύη των άπορων και αναξιοπαθούντων οικογενειών.

Μετά έπαιρναν το καλαντόνερον από τη βρύση (πεγάδ’), κρυφά και αθόρυβα χωρίς να γίνουν αντιληπτές από κανέναν. Το καλαντόνερο θεωρούνταν ευλογημένο και είχε την θέση του αγιασμού.

Το απόγευμα της Πρωτοχρονιάς έβαζαν στο τζάκι το πιο μεγάλο κούτσουρο (καλαντοκούρ) για να καίει μέχρι την άλλη μέρα.

Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν το ρήμα καλαντιάζω για διάφορες συνήθειες και συμπεριφορές, όπως το κούρεμα των μαλλιών, που τα έκόβαν στις άκρες για να μεγαλώσουν (καλαντιάζω τα μαλλία μ’).

Ακόμα προσέδιδαν στο ρήμα και αντίθετη σημασία όπως: εκαλαντίασά ‘τον ή καλόν καλαντίαμαν εποίκα ‘τον. Τον έδειρα καλά κατά αντίφαση της καλής πράξης.

Τα πράγματα, τα ζώα και τα φυτά έπαιρναν και αυτά το όνομα του μήνα: Καλανταρέσιν ή καλανταρέσ’, λέγονταν τα ζώα, που γεννιούνταν μέσα στον Ιανουάριο, ενώ καλαντάρα ή καλαντίτζα τα ονόματα αγελάδων.

Καλανταρίτζα ακόμα ήταν και το όνομα θάμνου, που ο καρπός του γλύκαινε και τρώγονταν το Γενάρη.

Με τη φράση: Πάντα κάλαντα ‘κ’ έν! απέτρεπαν τις άκαιρες απαιτήσεις των ανθρώπων , επεξηγώντας τους, ότι δεν υπάρχουν ευνοϊκές περιστάσεις για απολαβές όπως η πρωτοχρονιά για τα παιδιά.

Στη λαϊκή παροιμία: «Αυγουστοκοδέσποινα, καλανταρογυρεύτρα», επικρίνεται η νοικοκυρά που ξόδευε παράκαιρα τα αποθέματα τροφίμων της οικογένειας και αναγκαζόταν τον Γενάρη να διακονεύει.

Το μήνα αυτό οι στενές κοινωνικές σχέσεις και η οικογενειακή επικοινωνία των ανθρώπων δίνει την ευκαιρία στους νέους για περισσότερες ερωτοτροπίες.

Ας ση Χριστού ως τα κάλαντα σιλεύνε και λουκίζ’νε

οι πεκιάρ’ κρύον ‘κι τερούν , το σεβταλούκ’ νουνίζ’νε.

Στα ποντιακά δημοτικά τραγούδια ο Καλαντάρτς είναι ο ιερός μήνας του χρόνου, όπου οι ερωτευμένοι δίνουν τους όρκους και τις δεσμεύσεις, τους όπως στο τραγούδι:

Καλαντάρτς και νέον έτος, κόρ’, ανάμνον ‘μεν οφέτος

Καλαντάρτς και νέος έτος, κόρ’, θα παίρω ’σε οφέτος.

Και συνεχίζει ο ερωτόληπτος πιο αποκαλυπτικά την εξομολόγησή του.

Καλαντάρτς, καλή χρονία, κόρ’, εσύ εσέν ωρία.

Καλαντάρτς, καλή χρονία, κόρ’, έλ’ ας φιλούμε μίαν.

Η ίδια ερωτική απαίτηση εκφράζεται και στο επόμενο δίστιχο:

Έρθαν, αρνί μ’, τα κάλαντα, έρθεν ο Καλαντάρης,

μενώ ‘σεν και αν ‘κ’ έρχεσαι ,να έρται το χαπάρ’ ισ’.

Και συνεχίζει τις ερωτικές του νουνέχειες προς την όμορφη κόρη:

Καλαντάρτς και καλή ώρα, κόρ’, εσύ μ’ ακούς την χώραν,

Καλαντάρτς και νέον έτος ,κόρ’, θα παίρω ‘σεν οφέτος.

Ακόμα ο λαϊκός ποιητής εκφραζει και το ερωτικό του ενδιαφέρον για την αγαπημένη του, που κοιμάται μόνη της, τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Τη κεμεντζές ιμ’ το τοξάρ’ πάει κι έρται, ερωτά ‘σε

τη Καλανταρί τα νύχτας μανάχον πώς κοιμάσαι; 

Οι κορασίδες με τον ερχομό της νέας χρονιάς προσδοκούσαν και την καλοτυχία τους με τον ερχομό του αγαπημένου τους. Την υπόσχεση αυτήν την διαλαλούσαν οι αγαπητικοί με το παρακάτω στίχο.

Καλαντάρτς και νέον έτος κόρ’ ανάμνον ‘με οφέτος.

Το ποντιακό τραγούδι μας αποκαλύπτει ακόμη ότι παλαιότερα το μήνα αυτό γίνονταν πολλοί γάμοι.

Κόρη πασκείμ ντο ‘κ’ είδες ‘με, πασκείμ’ ντο ‘κ’ εγνωρίεις ‘με,

πασκείμ ντο ‘κ’ έμ’νες με τ’ εμέν , ‘ς ση Καλαντάρ’ τα νύχτας.

Οι μεγάλες νύχτες του Γενάρη περιγράφονται ως βασανιστικές και ατελείωτες:

Εμέν κ’ εσέν π’ εχώριζαν, ψωμίν να μη χορτάζ’νε,

τη Καλαντάρι τα νύχτας ύπνον να μη χορτάζ’νε.

Στα Σούρμενα του Πόντου, όσοι έκαναν ποδαρικό έλεγαν την όμορφη ευχή:

Κάλαντα, κάλαντα, καλώς τον Καλαντάρη.

Αγούρ’, παιδία και θελυκά μουσκάρια.

Έρθεν ο νεόχρονος κ’ εδέβεν ο παλαιόχρονος.

Πετώντας ξηρούς καρπούς μέσα στο σπίτι για το καλό και την αφθονία.

Η λαϊκή θυμοσοφία χρησιμοποιεί τις ιδιαιτερότητες αυτού του μήνα για να διδάξει λέγοντας:

Καλανταρί βροντέματα και γραίας ομναίματα μη πιστεύς.

Με τη φράση Καλανταρί αίμαν και μη νερόν. παρότρυναν να μην πίνουμε νερό, γιατί είναι πολύ κρύο, αλλά να προτιμούμε το κρέας που είναι υγιεινό και έχει πολλές πρωτεΐνες.

Ενώ με το Καλανταρί αγγούρια αραεύ ή Καλανταρί αγγούρια πουλεί, υπονοούσαν κάθε τι το παράκαιρο και παράλογο.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς μαζί με τα παιδιά έβγαιναν και οι Μωμόγεροι έως και τα Θεοφάνεια και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι εκτυλίσσοντας στις πλατείες και στα σπίτια το πανάρχαιο λαϊκό δρώμενο ( θέατρο του δρόμου) στα γύρω χωριά.

Οι Μωμογέρ, οι Μωμογέρ ‘ς σα πόρτας καλανταίζνε,

και με τη λύρας το τοξάρ , νυφόπα χαντιλαίζνε

Την ημέρα των Θεοφανείων στις παραλιακές πόλεις του πόντου έριχνε ο παπάς το σταυρό στη θάλασσα και όλος ο ελληνικός πληθυσμός ήταν παρόν στον καθαγιασμό των υδάτων με την κατάδυση του Αγίου σταυρού.

Ο Γενάρης στον Πόντο εκχωρεί το ρωμαϊκό του όνομα στο βιωματικό και θρησκευτικό έθιμο των καλάντων, γιατί η δύναμη της θρησκευτικής παράδοσης ήταν ταυτισμένη με την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της Ανατολής.

Το κείμενο του Παναγιώτη Μωυσίδη, πρωτοδημοσιεύθηκε στην προσωπική του σελίδα στο fb

Φωτογραφία Φόρης Πεταλίδης, εφημερίδα ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, site efxinospontos.gr 

Σας κοινοποιώ ένα κείμενο στη ποντιακή για τους δώδεκα μήνες του χρόνου όπως τους θυμάται ο πρεσβύτερος αδελφός μου Θεόδωρος Ταρνανίδης που γνώριζε προσωπικά τον Κώστην (Κωνσταντίνο) του Κιβελή ( Κιβελίδη):