ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΕΡΖΙΔΗΣ
Για τον Αχιλλέα... Και εγένετο…τραγούδι.
Τον Αχιλλέα τον ήξερα σχεδόν σαράντα χρόνια. Από τα μουχαπέτια του Συλλόγου των Φοιτητών, το Club 43 –εμείς και στα «κλάμπια» μουχαπέτια κάναμε– το Παρακάθ’ όπου πηγαίναμε χωρίς να κλείσουμε τραπέζι, άνετοι αφού ήταν «του Αχιλλέα και του Σιαμίδη». Υιοθετημένοι νιώθαμε, κακομαθημένα παιδιά, αφού κανένας από τους δύο δεν μας αρνήθηκε καμιά βοήθεια, καμιά υποστήριξη. Ήταν και το διαβατήριο της γλώσσας που είχα εγώ. Όταν μιλάς Ποντιακά σε τέτοιους ανθρώπους τους αφοπλίζεις.
Τα τελευταία χρόνια δεν τον έβλεπα συχνά, αλλά κάθε φορά ήταν «Η Μέρα της Μαρμότας». Μου τσιμπούσε το μάγουλο και:
«Τι κάνεις μικρέ;»
«Μικρός πα κάποτε έμ’»
«Σ’ εμέν καικά' πάντα μικρός θα είσαι»
«Ναι, ναι, θα ’βγάλω νέο(ν) ’δόντ’»
Γελούσε και συνέχιζε με το ανέκδοτο: «Εξέρτς ντ’ εποίκεν μίαν είνας Ματσουκάτες;…»
«Όλαν, αούτος πα πώς κάθεται και τιγνεεύ’ σε;» έλεγα εγώ και έδειχνα τον Σιαμίδη, για να γελάσουμε και να μου τσιμπήσει ξανά το μάγουλο.
Όταν τον χάσαμε, ήξερα –όλοι ξέραμε– πως πήρε μαζί του μια εποχή. Δεν ένιωσα τότε καμιά ανάγκη να ποστάρω καμιά φωτογραφία, καμιά θύμηση να μοιραστώ. Να σωπάσω ήθελα και ν’ ακουστεί ο πόνος των πιο δικών του ανθρώπων, ο θρήνος της λύρας του Σιαμίδη. Μόνο αργότερα μια κουβέντα με τον Δαμιανό τον Χαραλαμπίδη με ώθησε στο να γράψω τους στίχους αυτού του τραγουδιού. Και, βέβαια, δεν μπορούσα παρά να τους δώσω στους Σιαμίδη και Στεφανίδη.
Παιδία, ελάτεν μετ’ εμέν,
χαϊτέστεν σην Πατρίδαν
κ' εγώ θα ιστορίζω σας
τ’ ομματόπα μ’ ντο είδαν
Θα λέω σας για θάματα,
θα λέω τραωδίας,
κάρδι͜ας παραπονέματα
και ψ̌ης μοιρολοΐας
Η Τραπεζούντα εξέρ’ ’μέναν,
από μακρά εγνωρίζ’ με,
λαΐζ’ το ασπρολέτσ̌εκον,
γελά, καλωσορίζ’ με
Στυχαρι͜άζ’ ολουνούς εκέσ’
«έχ̌’ κ' έρ’ται Αχιλλέας».
Τοπλαεύκουν σο μουχαπέτ’
ασ’ όλια τα μερέας
Σο ραχ̌ίν όντες τραωδώ
ο παρχάρτς αφουκράται.
Τοι ρομάνες αροθυμά,
βαρέα καταράται
Είπε με «έν’ εγνώριμον
ατό η τραωδία σ’!
Ξαν εγομώθαν τ’ αδακέσ’
ρωμαίικα λαλίας!»
Όσα θ’ αχπάσκουμαι επ’ εκέσ’
το καρδόπο μ’ ματούται.
Πολεμώ να κομπών’ ατο
κ' εκείνο ’κι κομπούται
Σην κλώσ’ η κεμεντζ̌έ τουλών’,
η λαλία μ’ τσουρούται
Αε-Φωκά καραμουτών’
και λίβι͜α έρ’ται γομούται
Στίχοι: Γιάννης Τερζίδης
Μουσική: Γιώργος Στεφανίδης
Λύρα: Κώστας Σιαμίδης
Τραγούδι: Γιώργος Στεφανίδης
Λαούτο: Γιάννης Παπαχατζάκης
Κρουστά: Έλλη Συρουχίδου
Φλογέρα: Γιώργος Σιαμίδης
Μπάσο: Ihsan Es
Χορωδία: Κώστας Σιαμίδης Έλλη Συρουχίδου Γιάννης Παπαχατζάκης Σπύρος Γεωργιάδης Μελίνα Παπαδοπούλου Σοφία Πιπερίδου Αλέξανδρος Τουργαΐδης Τάσος Τουργαΐδης
Ηχοληψία / Mixing / Mastering: Eastside recording studio
Επεξεργασία Βίντεο: Γιάννης Παπαχατζάκης