Η επιλογή του Νίκου Κωνσταντινίδη να ανασκαλίζει την ιστορία του Καρς, του Καυκάσου, του Πόντου,  οφείλεται στο σεβασμό της μνήμης του ιερού τόπου καταγωγής και των ιερών προσώπων που έζησαν τη ζωή τους σε δακρυσμένα χώματα, είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του το απόγευμα του Σαββάτου 15 Φεβρουαρίου 2025 στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, ο Γιώργος Λυσαρίδης, τέως πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και πρώην γενικός γραμματέας των Υπουργείων Αθλητισμού και Μακεδονίας Θράκης κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του εκπαιδευτικού - συγγραφέα "Δακρυσμένα Χώματα".

Ολόκληρη η ομιλία του Γιώργου Λυσαρίδη, είναι η ακόλουθη:

Ευχαριστώ, καταρχάς, τον συγγραφέα Νίκο Κωνσταντινίδη που μου έκανε την τιμή να είμαι ένας από αυτούς που θα παρουσιάσουν σήμερα το βιβλίο του, καθώς και τον συνδιοργανωτή της σημερινής εκδήλωσης, Σύλλογο Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας», τον οποίο και συγχαίρω για τη συμπλήρωση 100 χρόνων ζωής, δράσης και προσφοράς.

Θα ξεκινήσω με λίγα λόγια για τη δομή του βιβλίου.

BIBLIO.KONSTANTINIDHS.NIKOS.DAKRYSMENA.XOMATA.AFOI.KYRIAKIDH.EKDOSEIS.AE

Το βιβλίο αριθμεί 325 σελίδες και αρθρώνεται σε 23 επιμέρους κεφάλαια-ενότητες, με διακριτή τιτλοφόρηση το καθένα και διάταξη του περιεχομένου που ακολουθεί την αλληλουχία των γεγονότων και τη χρονική διαδοχή με την οποία ο συγγραφέας ξετυλίγει την μυθιστορία του, έτσι που τα κάνει να είναι συναφή και συγκοινωνούντα, επιτρέποντας στον αναγνώστη να παρακολουθεί, χωρίς κενά και ασυνέχειες, το όλο αφήγημα.

Η έκδοση είναι λιτή, αλλά συγχρόνως πολύ επιμελημένη και άρτια αισθητικά, με ένα πολύ εντυπωσιακό εξώφυλλο-καίρια φωτογραφική αποτύπωση της τραγωδίας των προσφύγων-και με εύκολα αναγνώσιμη γραμματοσειρά. Με το βιβλίο αυτό προστίθεται ένα ακόμη επιτυχημένο εκδοτικό εγχείρημα στην πλούσια παρακαταθήκη παρόμοιων επιτυχιών των εκδόσεων «Αφοί Κυριακίδη, ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε.», στις οποίες η ποντιακή κοινότητα οφείλει θερμές ευχαριστίες γιατί με πολύ καλή διάθεση ενθαρρύνει και υποστηρίζει συγγραφικές δραστηριότητες σχετικές με την ποντιακή ιστορία και λαογραφία.

Ο συγγραφικός λόγος είναι υποδειγματικά προσεγμένος, πηγαία λυρικός, γραμμένος με φροντίδα και γνώση. Ο συγγραφέας, άριστος τεχνουργός της γλώσσας, γνωρίζει πολύ καλά πότε τα στολίδια με τα οποία την στολίζει είναι χρήσιμα για τη διακόσμηση του γραπτού λόγου, έτσι που να μη γίνεται κουραστικός και ανώφελα επιτηδευμένος, αλλά ελκυστικός και γοητευτικός για τον αναγνώστη. Διαβάζοντας το βιβλίο, στάθηκα πολλές φορές με θαυμασμό για την περιγραφική άνεση του συγγραφέα, την ορθή χρήση λέξεων και φράσεων, την ευταξία στη γραφή, την ευρηματικότητα στη λεξιπλασία, όπου οι λέξεις γίνονται άθυρμα στις διαθέσεις του συγγραφέα να παίζει μαζί τους, να τις συνταιριάζει και να φτιάχνει από αυτές καινούργιες όμορφες λέξεις, για την επιλογή επιθέτων που δίνουν πνοή στα ουσιαστικά που συνοδεύουν και για τη χρήση λογοτεχνικών σχημάτων που, χωρίς να διολισθαίνουν σε κατάχρηση, προσδίδουν καλλιέπεια στο κείμενο.

Όσα ιστορεί, αλλά και ο περίτεχνα εκφραστικός τρόπος με τον οποίο τα περιγράφει, αποκαλύπτουν τη βαθιά και ολόπλευρη παιδεία του συγγραφέα. Είναι η επιτομή της ιστορικής γνώσης, σε συνδυασμό με μια σπάνια επιμέλεια και δεξιότητα στο χειρισμό του γραπτού λόγου.

Των 23 κεφαλαίων του κυρίως κειμένου προηγείται μια σύντομη, συγχρόνως όμως πολύ ενδιαφέρουσα Εισαγωγή. Εδώ, ο συγγραφέας αιτιολογεί την επιλογή του τίτλου του βιβλίου «Δακρυσμένα χώματα», εξηγώντας πως «αντανακλά στο δάκρυ που πότισε χώματα και μνήματα σε Πόντο και Καύκασο και κατόπιν εδώ στην Ελλάδα, στα χρόνια της Αντίστασης και του Εμφυλίου, το δάκρυ αυτό είναι ό,τι πιο καθαρό αναβλύζει μέσα από τις ρωγμές της ψυχής». Ακόμη, αφιερώνει το πόνημά του «σε όσους υπέστησαν τη γενοκτονία και βάδιζαν μέρες και νύχτες για να σωθούν, βιώνοντας στιγμές που λυγίζουν τον άνθρωπο, στιγμές που τον χαλυβδώνουν και στιγμές που τον κάνουν εύθραυστο σαν λαμπογυάλι» και, επίσης, «στον ποντιακό και γενικότερα στον προσφυγικό ελληνισμό που πριν προλάβει καλά καλά να εγκατασταθεί στη νέα του πατρίδα, άδραξε το τουφέκι και αντιστάθηκε στον ιταλικό και τον γερμανικό φασισμό», «σ’ αυτούς που με προσφυγιά ξεκίνησε η ζωή τους και σε νέα προσφυγιά κατέληξε, ακολουθώντας τη διαδρομή της ρήσης του Ηράκλειτου “αρχή και πέρας επί κύκλου κοινόν”».

Με τις αναφορές αυτές προϊδεάζει τον αναγνώστη για το οδοιπορικό των πρωταγωνιστών της μυθιστορίας του, «ένα ταξίδι πόνου και νοσταλγίας, μια πορεία άλλοτε στο φως και άλλοτε στο σκοτάδι, πότε με ξαστεριά και πότε με ομίχλη, με αναβροχιές αλλά και με μπόρες, με ελπίδα και με απελπισία, με προσδοκίες και απογοητεύσεις, με απογειώσεις και προσγειώσεις, με πτήσεις και πτώσεις, ένας υμέναιος χαράς και, μαζί, ένα τέμενος λύπης», όπως γράφει.

Και, πράγματι, σελίδα με τη σελίδα του βιβλίου, καθώς τις διαβάζει ο αναγνώστης, αποκαλύπτεται στα μάτια του ένα παλίμψηστο της ιστορίας της πατρίδας μας, από τη δεύτερη μέχρι την όγδοη δεκαετία του 20ού αιώνα, όπως γράφτηκε με γραφίδα βουτηγμένη στο αίμα και στα δάκρυα ανθρώπων που η μοίρα τους ήταν να μη στεριώσουν πατρίδα.

Στο κεφάλαιο 1, με τίτλο «Πόντος-Καύκασος», που είναι και το πιο εκτεταμένο, ο συγγραφέας δίνει το στίγμα του χρόνου και του χώρου, όπου θα αρχίσουν να εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Συγχρόνως, αρχίζει να συστήνει στον αναγνώστη και τα πρόσωπα που θα πρωταγωνιστήσουν σε αυτά. Βέβαια, στη συνέχεια της αφήγησης, καθώς ο χρόνος κυλάει, αλλάζουν και οι τόποι (μεσολαβούν προσφυγιά, ξενιτιά, αναζήτηση εργασίας σε άλλες χώρες), όπως και τα πρόσωπα (προχωρούν οι ηλικίες, δημιουργούνται νέες οικογένειες, επέρχονται θάνατοι και γεννήσεις).

Χρονική αφετηρία, ο Σεπτέμβριος του 1918. Πρώτη γνωριμία από τους ήρωες της μυθιστορίας, με τον Δημοσθένη. Ο ίδιος βρίσκεται στο Φαχρέλ του Αρταχάν, στο υπό ρωσική κατοχή Καρς, όπου ήρθε με προτροπή των γονέων του, προκειμένου να αποφύγει την αναγκαστική στράτευση στον τουρκικό στρατό, η οποία ήδη είχε επιβληθεί στον Πόντο. Η οικογένειά του παρέμεινε στο χωριό Ρεφαγιά της επαρχίας Κολωνίας του Πόντου, μετά από δυο ξεσπιτώματα (από τη Δέραινα, πρώτα και ύστερα από την Κιούφαινα), για καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας. Εδώ, λοιπόν, γεννιέται το δέντρο, με ρίζες που φύτρωσαν και απλώνονται στον Πόντο και στο Καρς. Ο Δημοσθένης, αριστούχος απόφοιτος του Φροντιστηρίου Αργυρούπολης του Πόντου, νέος με πολλά χαρίσματα, βρέθηκε στο Φαχρέλ, φιλοξενούμενος της οικογένειας του θείου του Θόδωρου Θεοδωρίδη, από το σόι των Τσοκαλικάντων. Η νοσταλγία για τον γενέθλιο τόπο και η επιθυμία να βρεθεί ξανά με τους δικούς του ανθρώπους, εφτά χρόνια από την τελευταία φορά που τους είδε, τον οδηγούν να πάρει το δρόμο προς τη Ρεφαγιά, με το άλογό του, εφτά μέρες δρόμο. Εκεί συναντάει και πάλι τους γονείς του, και τα 7 αδέλφια του, μαζί και τον Νικόλα, το ψυχοπαίδι της οικογένειας που, ο πατέρας Αναστάσης (Αναστάς Αγάς) γλύτωσε από τη γενοκτονική επιδρομή των Τούρκων σε βάρος των Αρμενίων, το 1915, τότε που η Αρμένισσα μάνα, λίγο πριν μπουν οι Τσέτες στο χωριό, μπήκε στο σπίτι του γείτονά της Αναστάση και του παρέδωσε τον Νικόλα, λέγοντας : « Αφέντη, το βρέφος μπορώ να το κρατώ στην αγκαλιά μου, ο μεγάλος μου αντέχει το δρόμο, ο μεσαίος μου όμως δεν μπορεί να μας ακολουθήσει. Στο όνομα του κοινού μας Θεού, κράτησε τον μεσαίο μου γιό κι αν σωθούμε θα επιστρέψω να τον πάρω. Αλλιώς, φρόντισέ τον σαν να είναι δικό σου παιδί ». Η Ρεφαγιά και τα γύρω χωριά, είναι ανάστατα από τους διωγμούς των Αρμενίων συγχωριανών τους και γνωρίζουν πως έρχεται και η δική τους σειρά. Ο πατέρας της οικογένειας δίνει συμβουλές και οδηγίες στον πρωτότοκο γιό Δημοσθένη για τη συνέχεια της ζωής τους και την τύχη των αδελφών του, αφού είναι πια βέβαιο πως θα εγκαταλείψουν βίαια τον τόπο τους. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας εισάγει στο αφήγημά του δυο πρόσωπα που θα παρακολουθήσει ο αναγνώστης τη ζωή τους μέχρι το τέλος, την Αγάπη και τη μικρή Όλγα. Η Αγάπη, χήρα που έχασε άντρα και μικρή κόρη σε δυστύχημα και η Όλγα, Αρμενάκι έξι χρονών, που από ένστικτο ξεστράτισε από το τσούρμο των μελλοθάνατων Αρμενίων, χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της Αγάπης, την πρώτη που συνάντησε, και ζήτησε προστασία, όχι με φωνή που έβγαινε απ’ το στόμα, αλλά με τη φωνή που μιλούσαν τα υγρά από δάκρυα φοβισμένα μάτια του. Η Αγάπη άνοιξε απλόχερα την αγκαλιά της κι από τότε έγιναν μάνα και κόρη, σε μια συγκλονιστική πορεία κοινής ζωής.

Αύγουστος του 1919. Τα πράγματα στη Ρεφαγιά και σ’ ολόκληρο τον Πόντο έχουν γίνει πολύ επικίνδυνα. Το ίδιο και στο Καρς, που ήδη από τον Μάρτιο του 1918 έχει επιστραφεί από τη Ρωσία στην Τουρκία, με τη συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ. Ο Δημοσθένης παίρνει και πάλι το δρόμο από το Φαχρέλ για τη Ρεφαγιά, με το αλογόκαρό του, για να δει (για τελευταία, ίσως, φορά) τον άρρωστο πατέρα του. Στις τελευταίες συμβουλές του πατέρα, που γνωρίζει πως ο τόπος τους πια δεν τους χωράει, ακούει και την επιθυμία του, καθώς και την απελπισμένη παράκληση της Αγάπης, να πάρει μαζί του, στην επιστροφή του για το Καρς, και την Ολγίτσα. Ο Δημοσθένης και η μικρή Όλγα ξεκινούν για την επιστροφή στο Φαχρέλ και μαζί ξεκινάει ένα οδοιπορικό των δυο βασικών πρωταγωνιστών του αφηγήματος, με απρόβλεπτη συνέχεια και απίστευτα συγκινητικούς ενδιάμεσους σταθμούς. Η Όλγα φιλοξενείται κι αυτή στο σπίτι του θείου του Δημοσθένη, εντάσσεται στη μικρή κοινωνία του Φαχρέλ, παρακολουθεί τη ζωή του χωριού, βιώνει την καθημερινότητα των χωριανών και συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Εδώ, ο συγγραφέας, με αριστοτεχνικό τρόπο, βρίσκει την ευκαιρία να καταγράψει συνήθειες, ήθη και έθιμα, αναδεικνύοντας στοιχεία του ποντιακού πολιτισμού και πολύτιμες ψηφίδες της ποντιακής λαογραφίας. Ο Δημοσθένης, εθελοντής στο Σαρίκαμις, όπως και άλλοι Έλληνες από τα χωριά της Όλτης και του Χορασάν που τάχθηκαν με την πλευρά των Ρώσων κατά των Τούρκων, τραυματίζεται και διακομίζεται στον πρόχειρο σταθμό πρώτων βοηθειών στο ελληνικό χωριό Τιβίκ του Καρς. Εκεί γνωρίζει την εθελόντρια νοσοκόμα, που φροντίζει τραυματίες του πολέμου. Είναι το σημείο της όπου εισέρχεται στην αφήγηση μια ακόμη βασική πρωταγωνίστρια, η Χαρίκλεια.

Οι Ρώσοι στρατιώτες, ακολουθώντας το δικό τους «οίκαδε», επιστρέφουν στη χώρα τους και αφήνουν τους Έλληνες του Καρς στο έλεος των Τούρκων. Και στον Πόντο, η γενοκτονία των Ελλήνων κορυφώνεται. Μόνη λύση η φυγή από τις πατρογονικές εστίες. Να αμπαλάρουν εικόνες, φωτογραφίες, ενθύμια, μαζί με τα όνειρα και τις μνήμες, να τα τυλίξουν όλα σε έναν μποχτσά και να πάρουν το δρόμο του φευγιού προς το άγνωστο, όπου ανθεί η ελπίδα, αλλά κατοικεί και ο φόβος.

Ο Δημοσθένης παίρνει την απόφαση να κινήσει για την Ελλάδα. Φροντίζει, σαν πατέρας και αδελφός μαζί, η 12χρονη Όλγα να πορευτεί, μαζί με άλλους Έλληνες από τα χωριά της Όλτης, στο καραβάνι για το Αλεξανδρουπόλ της Αρμενίας κι από εκεί για το Βατούμ της Γεωργίας, με τελικό προορισμό την Ελλάδα. Στο Αλεξανδρουπόλ συναντιούνται και πάλι η Αγάπη με την Όλγα, αφού για καιρό έψαχναν η μία την άλλη.

Εδώ κλείνει το πρώτο κεφάλαιο. Πόντος και Καρς, οι γενέθλιοι τόποι. Δημοσθένης, Αγάπη, Όλγα, Χαρίκλεια, τα κεντρικά πρόσωπα. Ο συγγραφέας τα παραλαμβάνει, καθώς ανταμώνουν οι μοίρες τους κάτω από το οδυνηρό πέπλο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς και ακολουθεί τα κατοπινά τους βήματα, σε ένα οδοιπορικό, ξεχωριστό για τον καθένα, αλλά και με συγκινητικά συναπαντήματα που μόνο η υφάντρα ζωή ξέρει να υφαίνει.

Κεφάλαια 2, 3, 4 και 5: «Ξεριζωμός και φυγή στην Ελλάδα», «Εγκατάσταση και ζωή στην Ελλάδα», «Η Αγάπη και η Όλγα στην Ελλάδα», «Η δουλειά του καπνού» οι τίτλοι τους, που πρόδηλα φανερώνουν και το περιεχόμενό τους. Φθινόπωρο του 1920, οι Έλληνες από τα 13 χωριά της Κιόλας του Καρς (εκτός από το Πεπερέκ και το Τοροσκώφ) ξεσπιτώνονται και ακολουθούν το μεγάλο οδοιπορικό: Πρώτος προορισμός το Βατούμ. Μέσα από τα δασωμένα διάσελα των βουνών, το χιόνι και την παγωνιά, περιπέτειες με θανάτους, αλλά και γεννητούρια στη διαδρομή, με το πρώτο κλάμα του νεογέννητου μωρού που όλο το καραβάνι συμφώνησε να του δώσουν το όνομα Νικηφόρος. Μαία η Χαρίκλεια, με τις πρακτικές γνώσεις που είχε ως νοσοκόμα. Στο λιμάνι του Βατούμ, αναμονή μερικές βδομάδες και απόπλους για Πειραιά και Θεσσαλονίκη (Καλαμαριά). Δημοσθένης και Χαρίκλεια, με διαφορετικά δρομολόγια, αποβιβάζονται στην Καλαμαριά, αρχές του 1921. Σκόρπιες οι οικογένειες, συναντιούνται, αναζητώντας ο ένας τον άλλον, στα λοιμοκαθαρτήρια. Οδύρονται για τις απώλειες δικών τους, είτε στη διαδρομή, είτε μετά την αποβίβαση, από αρρώστιες και κακουχίες. Εγκατάσταση σε χωριό του Κιλκίς και δημιουργία νέας πατρίδας. Ο αγώνας για επιβίωση πιο εύκολος πλέον απ’ ότι στο απάνθρωπο οδοιπορικό Καρς-Βατούμ-Ελλάδα. Εδώ αρκούν η αξιοσύνη, η εργατικότητα, η πίστη στη συγγένεια και στη φιλία, το φιλότιμο. Κι από αυτά, ευτυχώς, υπήρχε περίσσεια. Στο χωριό ζωντανεύουν οι συνήθειες της καθημερινότητας, όπως αυτή κυλούσε ήρεμα στη Ρεφαγιά και στο Φαχρέλ πριν τη βάρβαρη επέλαση και τη γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών από το τουρκικό κράτος. Και κάπου εδώ, μας συστήνει ο συγγραφέας έναν νέο του ήρωα, τον Νίκο. Τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, ανάμεσα στο Νίκο και την Όλγα, που τώρα κλείνει τα 17 της. Συνομήλικοι, συμμαθητές και πλέον συγχωριανοί. Μια σχέση που η ζωή θα την κάνει να περάσει από σαράντα κύματα, αλλά ποτέ δεν θα την αφήσει να σβήσει. Ακριβώς όπως και στα βράχια της θάλασσας, τα μεγάλα κύματα, αφότου υποχωρούν, αφήνουν πάνω τους τα σημάδια από το πέρασμά τους με ανεξίτηλες χαρακιές.

Στα κεφάλαια 6 και 8, ο συγγραφέας παρακολουθεί τη συνέχεια της ζωής των 2 από τους μέχρι τώρα πρωταγωνιστές. Δημοσθένης και Χαρίκλεια σμίγουν, φτιάχνουν τη δική τους οικογένεια και κερδίζουν την αγάπη και τον σεβασμό όλου του προσφυγικού χωριού. Καθώς περιγράφει την καθημερινότητα της ζωής τους στο χωριό, ξαναζωντανεύει συνήθειες, φερμένες από τον Πόντο και το Καρς (κατανομή καθημερινής εργασίας, αγροτικές δουλειές, γιορτές, πανηγύρια, ψυχαγωγία, παρακάθια, γάμοι, βαφτίσεις, παιδικά παιχνίδια κλπ.). Το βιβλίο, έτσι, εκτός από μυθιστορία γίνεται και μια υπέροχη ηθογραφία.

Στα κεφάλαια 7 και 9 πρωταγωνιστεί ο Νίκος. Απογοητευμένος που η αγαπημένη του Όλγα, παρά τη θέλησή της, παντρεύεται από προξενιό άλλον συγχωριανό, παίρνει το δρόμο της ξενιτιάς για την Αμερική. Αναζήτηση εργασίας, αγώνας επιβίωσης, προσαρμογή στη νέα ζωή, καλές και κακές συμπτώσεις, παιχνίδια της τύχης, ελπίδες και απογοητεύσεις, σημαντικές γνωριμίες, ακόμη και ένας πρόσκαιρος καινούργιος έρωτας. Εμπειρίες ζωής πολύτιμες, αλλά η νοσταλγία ανίκητη. Επιστροφή στην Ελλάδα, παρακινούμενος από φιλοπατρία και αυτόβουλη συμμετοχή στον αγώνα της πατρίδας για την ελευθερία, ξαναντάμωμα με την οικογένειά του και με την Αγάπη και την Όλγα, σε συνθήκες βέβαια διαφορετικές από αυτές που τους άφησε πριν 15 χρόνια, όσα κράτησε ο ξενιτεμός του, με νέα πρόσωπα που προστέθηκαν και άλλα να λείπουν αφού έφυγαν στο μεταξύ από τη ζωή, «με το υνί του ολετήρα χρόνου να έχει αυλακώσει παλιά πρόσωπα», όπως αποτυπώνει στον καμβά της ιστορίας η πινελιά του λογοτεχνικού χρωστήρα του συγγραφέα.

Μερικά κεφάλαια, καθ’ ολοκληρία ή μεγάλο μέρος τους, τα διαθέτει στην περιγραφή καταστάσεων και περιόδων που επηρέασαν καθοριστικά τις συνθήκες ζωής και των γηγενών Ελλήνων, ασφαλώς δε -και ίσως περισσότερο- και των προσφύγων. Έτσι, ακολουθούν, η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης (κεφάλαια 10, 11 και 12), η περίοδος του αδελφοκτόνου Εμφυλίου (κεφάλαια 13, 14 και 15), και η επτάχρονη περίοδος του Απριλιανού πραξικοπήματος (κεφάλαιο 19). Ο συγγραφέας εδώ προσφέρει μια σύνοψη της σύγχρονης ιστορίας μας, πολύ χρήσιμη για να συντηρηθεί η ιστορική μνήμη, όχι μόνο ως γνώση του παρελθόντος, αλλά και ως διδαχή για το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας. Και δεν παύει να παρακολουθεί και την εξέλιξη της ζωής των ηρώων του, παράλληλα με τα γεγονότα των έκτακτων αυτών περιόδων, καθώς επηρεάζουν με τρόπο καθοριστικό τη ζωή τους (εθελούσια στράτευση στο Αλβανικό έπος, συμμετοχή στην Αντίσταση, η ζωή στα βουνά, νεκρά αδέλφια στον Εμφύλιο/από αντίπαλα στρατόπεδα το καθένα, 4 χρόνια εξορία στη Μακρόνησο) και, αυτονόητα, και των οικογενειών τους.

Εν τω μεταξύ, στη μυθιστορία του ο συγγραφέας εισάγει στα επόμενα κεφάλαια και δυο ακόμη ήρωες. Τον Διογένη, γιο του Δημοσθένη και την Ηλέκτρα, κόρη της Όλγας. Πλοκή με απίστευτες συμπτώσεις, από αυτές που η ζωή ξέρει να πλέκει με τρόπο συναρπαστικό, τους φέρνει κοντά και ζωντανεύει μια σχέση αγάπης που δεν τους αφήνει να χωρίσουν, ακόμη κι όταν ο Διογένης βγαίνει αντάρτης στο βουνό. Η Ηλέκτρα τον ακολουθεί και εκεί, στρατευμένη δίπλα του στις γραμμές του ΕΑΜ. Μαζί του και στην προσφυγιά του Εμφυλίου, αρχικά στο Μπούρκες της αλλοτινής Γιουγκοσλαβίας και, αργότερα, στην Οστράβα της Τσεχοσλοβακίας. Η ιστορία τους δίνει και πάλι την ευκαιρία στον συγγραφέα να υμνήσει τον έρωτα…

Στα κεφάλαια 16, 17, 18, 20, 21 και 22, ο συγγραφέας, με εξαιρετική λογοτεχνική δεξιότητα και με περιγραφές εξόχως συγκινητικές, παρακολουθεί τα βήματα της ζωής των πρωταγωνιστών του, για μερικούς από αυτούς τα τελευταία, με γεγονότα συνταρακτικά, που ύφαναν με τραγικό τρόπο η προσφυγιά και η ξενιτιά (συνάντηση πατέρα και γιού μετά από πολλά χρόνια, στη Στοκχόλμη, τυχαία συνάντηση αδελφών στην Πράγα, θάνατος του Νίκου στο Γράμμο μπροστά στο μνήμα του Σοφοκλή, μέντορα και προστάτη του όσο βρισκόταν στην Αμερική, νοσταλγία και επιστροφή στο χωριό).

Ειδική αναφορά θα κάνω στο ακροτελεύτιο κεφάλαιο, το 23, που τιτλοφορείται «Αρχή και τέλος». Εύγλωττος ο τίτλος. Εδώ, ο συγγραφέας, ανιστορεί συνοπτικά τη διαδρομή του καθενός από τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στο αφήγημά του, από την αρχή μέχρι το τέλος του κύκλου της ζωής τους, για όσους τον έκλεισαν και πώς τον συνεχίζουν οι επίγονοί τους. Ξανασυναντά ο αναγνώστης, στις πινακίδες με την αρχή και το τέλος του δικού τους κύκλου, τον Δημοσθένη, τη Χαρίκλεια, τον Θανάση, τον Διογένη, την Αρχόντισσα, την ηρωίδα Αγάπη που αφιέρωσε τη ζωή της σε ένα κυνηγημένο Αρμενάκι (την Όλγα), τον Νίκο, την Ηλέκτρα, την Ευρυδίκη, την Αφροδίτη. Σε αυτούς αναφέρεται και αυτούς τιμά, όταν γράφει : «Τα σημαντικά πρόσωπα είναι λάθος να τα αναζητούμε πάντα στα βάθη των αιώνων. Υπάρχουν και στην εποχή μας και ζουν ανάμεσά μας. Είναι οι συνάνθρωποί μας που έχουν δοκιμαστεί στη δουλειά, την παραγωγή, την προσφυγιά και έχουν χαλυβδωθεί πάνω στο αμόνι της επιβίωσης σε κάθε μάχη».

Και, ασφαλώς, από το δικό τους παράδειγμα παρακινείται και διατυπώνει ένα δικό του έξοχο φιλοσοφικό ανθολόγιο, από το οποίο σταχυολογώ ενδεικτικά τα παρακάτω:

«Ο άνθρωπος συχνά τοποθετεί τη ζωή του μέσα στη θαμπάδα ενός ονείρου, ώσπου έρχεται ο αέρας και ξεσκεπάζει την αχλύ από πάνω του, για να φανεί η γυμνή αλήθεια., να αντιληφθεί ότι η πτήση και η πτώση πάνε μαζί. Αυτό που μένει στο τέλος της πορείας του πάνω στον πλανήτη Γη είναι ο απόηχος από το τραγούδι των σειρήνων, γραμμένο στις παρτιτούρες της ζωής».

«Ο άνθρωπος γίνεται πιο σοφός από όσα παθαίνει. Αντιμετωπίζει τη ζωή με περισσότερη κατανόηση. Ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται απέναντί του μόνο, αλλά και μέσα του. Μέσα του βρίσκεται και ο παράδεισος και η κόλαση. Στο τέλος αυτό που μένει είναι μια χαρμολύπη από όλα όσα έζησε και πέρασε. Είναι όλα όσα τόλμησε και κέρδισε από την ανυπάκουη, απειθάρχητη και αγονάτιστη ψυχή του».

«Τίποτα δεν χάνεται οριστικά, αν έχει γίνει αυλακιά στης βρεγμένης ψυχής το χώμα. Αλίμονο στους άπονους και τους ασταύρωτους της ζωής. Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν ένιωσαν το χτύπημα των κυμάτων, σ’ όσους δεν τόλμησαν ένα μακρινό ταξίδι, για να γνωρίσουν ξένες θάλασσες, να ζήσουν το χάδι της Καλυψώς και το πέρασμα των Συμπληγάδων. Αυτοί είναι συναισθηματικά νεκροί. Τα πτώματα δεν πονάνε ποτέ».

«Το νερό έχει αξία χάρη στη δίψα. Κι αν δεν υπήρχε νύχτα, η ποίηση δεν θα υμνούσε το φως».

«Ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα δίχως να ποτίσει ένα φυτό, είναι άχρηστο. Άχρηστος είναι και ο κάθε άριστος, που δεν ωφελείται από αυτόν η κοινωνία. Τον βηματισμό του καθενός τον ορίζει πιο καλά από την πυξίδα η συνείδησή του».

Σε όλα σχεδόν τα κεφάλαια, η πλοκή των γεγονότων, μέσα από τις περιπέτειες των πρωταγωνιστών, δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρεμβάλλει πολύ συχνά, φιλοσοφικά αποστάγματα, γύρω από έννοιες, όπως η ζωή, ο θάνατος, η παιδεία, η μόρφωση, η φιλοπατρία, η νοσταλγία, η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία, η συγγένεια, η φιλαλληλία, η τύχη, η ατυχία, οι συμπτώσεις, καθώς και στάσεις ατομικής και συλλογικής ζωής που εμπεριέχουν έννοιες όπως, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, ενσυναίσθηση, εμπιστοσύνη, εργατικότητα, αισιοδοξία, υπομονή, επιμονή και άλλες. Στη δική μου αναγνωστική ματιά, ο συγγραφέας, μέσα από τις αναφορές αυτές, θέλει να απευθυνθεί στους νέους με έναν εξόχως μεστό παραινετικό λόγο για τις αξίες που πρέπει να αποτελούν τον οδηγό και τον αξιακό κώδικα στη ζωή τους.

Αφού ολοκληρώσει κάποιος την ανάγνωση του βιβλίου, θα κατανοήσει πως ο συγγραφέας παραλαμβάνει από τη ρίζα του το γενεαλογικό δέντρο μιας ποντιακής οικογένειας, συναρμολογεί τα κλαδιά και τα παρακλάδια της και παρακολουθεί το πώς καθένα από αυτά συνεχίζει τη ζωή του (όχι για όλα στον ίδιο τόπο, αφού βρέθηκαν κλώνοι μέχρι τη μακρινή Σουηδία), παραμένοντας όμως πάντοτε συνδεδεμένο με τον κεντρικό κορμό, από τον οποίο τροφοδοτείται, βλασταίνει και ανανεώνεται, με το συγγενικό αίμα που διαποτίζει τις ρίζες του, βαθιά πλεγμένες στα άγια χώματα του Πόντου και του Καυκάσου. Βαθύς γνώστης της ιστορίας ο ίδιος, ιχνηλατεί τη διαδρομή της ζωής των προσώπων, με φόντο το περιβάλλον (ιστορικό, πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό) στο οποίο κάθε φορά βρίσκονται, ένα περιβάλλον που δεν είναι δική τους επιλογή, αλλά τους το επιβάλλει η φορά των ιστορικών γεγονότων. Και, ασφαλώς, επηρεάζει καταλυτικά τη ζωή τους, αφού προκαλεί αναγκαστική προσφυγιά, με τα προφανή συνακόλουθα στην οικογένεια, τη στέγαση, την εργασία, τη μόρφωση και άλλα αγαθά, στα οποία είναι αδύνατη ή πολύ περιορισμένη η πρόσβαση, ξενιτιά, αστέριωτες νέες πατρίδες, θυσίες, απώλειες, αποχωρισμούς, νοσταλγία, μνήμες που δεν έσβησαν ποτέ. Και, τέλος, έρχεται το νόστιμον ήμαρ. Οι ρίζες του δέντρου καλά κρατούν, κάποια κλαδιά στο διάβα του χρόνου μαραζώνουν και καταρρέουν, άλλα συνεχίζουν τη ζωή τους και εξακολουθούν να πετούν καινούργια βλαστάρια. Έτσι, οι μνήμες διατηρούνται καλά φυλαγμένες στη χόβολη της ψυχής και ανασύρονται συχνά (και βασανιστικά) με το παραμικρό συναισθηματικό ερέθισμα που, σαν σπίθα, τις ξαναζωντανεύει.

Κλείνοντας, θα αφιερώσω λίγα λόγια, όπως οφείλω, για τον συγγραφέα.

Όποιος διαβάσει το βιβλίο δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τις γνώσεις του συγγραφέα για την ιστορία, την εξοικείωσή του με την επεξεργασία ιστορικών στοιχείων και την υποδειγματική επιμέλεια με την οποία τα συγκροτεί σε ένα ενιαίο χρονολόγιο-κάδρο, όπου προβάλλονται τα πρόσωπα και η πορεία του καθενός από αυτά στη ροή του χρόνου. Ακόμη, ο αναγνώστης θα απολαύσει την λόγια γραφή του και τις έντονες φιλοσοφικές παρενθέσεις που επιτηδευμένα παρεισφρέουν και διανθίζουν τα κείμενα.

Πολλές φορές, καθώς διάβαζα το βιβλίο, αναρωτήθηκα πόσο μεράκι και πόσο κουράγιο απαιτούσε αυτή η συγγραφική προσπάθεια του Νίκου. Και, επίσης, αναρωτήθηκα πόση αγάπη κρύβει ο ίδιος για την ιστορία και τον γενέθλιο τόπο των προγόνων του. Σε αυτό το δεύτερο ερώτημα βρήκα την απάντηση και για το πρώτο. Η αγάπη αυτή αποτέλεσε τη δεξαμενή από όπου άντλησε το μεράκι. Μια δεξαμενή που δε σταμάτησε ποτέ να αναβλύζει.

Είχα την ευκαιρία να διαβάσω και άλλα παρόμοια πονήματα του Νίκου Κωνσταντινίδη (βιβλία, άρθρα, δοκίμια). Η επιλογή του να ανασκαλίζει την ιστορία του Καρς, του Καυκάσου, του Πόντου και να θυμίζει τις ευτυχισμένες περιόδους της ζωής των προγόνων του (και προγόνων μας) εκεί, αλλά και την τραγωδία του ξεριζωμού και της προσφυγιάς που βίωσαν, οφείλεται στο σεβασμό της μνήμης του ιερού τόπου καταγωγής και των ιερών προσώπων που έζησαν τη ζωή τους σε δακρυσμένα χώματα. Κάθε αράδα από τη γραφίδα του, την καθοδηγούν η προσευχή και ο φόρος τιμής στη μνήμη τους. «Τη μνήμη, που όσο την αγγίζεις πιο πολύ πονεί. Τη μνήμη που είναι το πιο σκληρό μαξιλάρι όταν βάζει τον άνθρωπο απέναντι στη συνείδησή του, για όσα ξέχασε και έθαψε μέσα του. Και που γίνεται το πιο απαλό μαξιλάρι από ημέρες φωτεινές και νύχτες φεγγαρόλουστες, ζυμωμένες με των αστεριών το φως και του ονείρου την ανάσα», όπως γράφει ο ίδιος.

Ο Νίκος Κωνσταντινίδης, θιασώτης του «όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν» του Ευριπίδη, δεν θα σταματήσει να ερευνά την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού και, ως ιεροφάντης της, να καταδύεται σε αρχεία και βιβλιοθήκες για την αποδελτίωσή της και να συγγράφει για να ικανοποιεί αυτό το ανέλεγκτο, το εγγενές συναίσθημα της αγάπης του για την ιστορική γνώση και της φροντίδας για τη μετάγγισή της στις επόμενες γενιές. Η έννοια του όρου «φιλίστωρ» έχει την απόλυτη ερμηνεία της στο πρόσωπό του και αποτυπώνεται στο σύνολο του πλούσιου μέχρι τώρα συγγραφικού του έργου.

Είμαι βέβαιος πως αυτό το έργο θα το συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο και τον ίδιο ενθουσιασμό. Ανταμοιβή του οι ευγνώμονες ευχαριστίες όλων μας για την προσφορά του στη γνώση της ιστορίας μας και στη διάσωση ζώσας και ακέραιας της ιστορικής μας συνείδησης.

Διαβάστε τι έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κωνσταντινίδη «Δακρυσμένα Χώματα» το βράδυ του Σαββάτου 15 Φεβρουαρίου 2025, στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης στο ακόλουθο Link

https://www.efxinospontos.gr/vivlio/11141-parousiastike-to-vivlio-tou-nikou-konstantinidi-dakrysmena-xomata-stin-eykseino-lesxi-thessalonikis