Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Νίκου Κωνσταντινίδη, «Ηλιαχτίδα μέσα από τα Χαλάσματα», έβδομο κατά σειρά, που αναφέρεται διαχρονικά στη ματωμένη γη της Παλαιστίνης, από τον εκδοτικό οίκο Αφοί Κυριακίδη ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.Ε. (Επισκόπου Κίτρου Νικολάου 5, Θεσσαλονίκη, Τηλ. 2310208570).
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης συγγραφέας του βιβλίου «Ηλιαχτίδα μέσα από τα Χαλάσματα», δάσκαλος με πολυετή παρουσία στην Σουηδία, συνεργάτης της εφημερίδας ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, προσεγγίζει το θέμα της προσφυγιάς, συνδέει γεγονότα και καταστάσεις και αναφέρεται και στο ζήτημα της προσφυγιάς των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας, μέσα από την φιλοξενία που προσφέρουν οι απόγονοί τους.
Το βιβλίο ξεκινάει από την σκαμμένη γη από ανελέητους βομβαρδισμούς, όπου οι σκοτωμοί αμάχων έχουν τρομάξει τα περιστέρια της ειρήνης, καθώς δεν βρίσκουν μέρος να κουρνιάσουν.
Η μυθιστορηματική πλευρά του βιβλίου ξενικά με τέσσερα αδέρφια, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, μιας εύπορης, χριστιανικής οικογένειας, από τη Ραμάλα, που χάνονται μετά από ένα βομβαρδισμό στους δρόμους της προσφυγιάς.
Με περίτεχνη λογοτεχνική γραφή εξιστορεί ο συγγραφέας τον ξεριζωμό από την πατρώα γη, τη φυγή για σωτηρία, για το κάθε παιδί της οικογένειας ξεχωριστά, μέσα από ταλαιπωρίες, δρόμους και τόπους άγνωστους, ώσπου να βρεθούν ξανά μαζί.
Ένα ξαφνικό μπουρίνι μια άγρια νύχτα, όταν η μικρότερη από τα αδέρφια, η Χανάν με μια παρέα ομοεθνών της, πέρασε τον Έβρο, έγινε η αιτία να διαλυθεί αναζητώντας ο καθένας τους μέρος να προστατευτεί η Χανάν κατέληξε μπροστά σ’ ένα μοναχικό σπίτι, με αναμμένο το φως.
Καθώς πλησίασε στο σπίτι άκουσε γαβγίσματα σκύλου. Δεν φοβήθηκε όμως και συνέχισε. Το σκυλί, με το αλάνθαστο ένστικτό του, όταν την είδε τρομαγμένη, με τον φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της, σταμάτησε το γάβγισμα. Εκείνη βρήκε τότε το θάρρος και πλησίασε την εξώπορτα του σπιτιού. Σκούπισε με τις παλάμες της το πρόσωπό της, τράβηξε στην άκρη τα μαλλιά της και χτύπησε τρεις φορές την πόρτα, ενώ το μικρό σκυλί άρχισε να κουνά χαρούμενα την ουρά του…
Η νοικοκυρά του σπιτιού, η Πολυξένη, μάνα του Θεόδωρου, που ζούσαν μαζί σ’ ένα προάστιο της Καβάλας. Ο Θεόδωρος πρόσφατα είχε χάσει τη γυναίκα και την κόρη του την Ευτυχία, σ’ ένα τροχαίο δυστύχημα. Η Πολυξένη ήταν ένα κομμάτι του «θείου». Μια μοναδική μορφή που συνδύαζε αρμονικά νου και καρδιά. Μια αγία γυναίκα, με καταγωγή από τον Πόντο, που έδινε ζωή στο συναίσθημα και στην ψυχή πνοή. Ζούσε με τον γιο της, σ’ ένα προάστιο της Καβάλας, που πρόσφατα είχε χάσει τη γυναίκα και την κόρη του σε τροχαίο δυστύχημα…
Στο μειλίχιο ύφος της Πολυξένης αντανακλούσε το ήθος της ακέραιο. Ο λόγος της διακρινόταν από μια λαϊκή θυμοσοφία, καθώς μιλούσε με απλά παραδείγματα βγαλμένα από τη ζωή. Άνοιξε την αγκαλιά της τη νύχτα εκείνη της νεροποντής στη Χανάν, καθώς την είδε σαν ένα δώρο, από τον Θεό σταλμένο!
Έξω οι αστραπές φιλοτεχνούσαν μια εικόνα τρόμου, που κρατούσε τον Θεόδωρο ξυπνητό, ενώ σχεδίαζε μια οικοδομική κατασκευή στο γραφείο του. Μόλις άκουσε το χτύπημα της εξώπορτας, πήγε στο σαλόνι να δει ποιος ήταν. Όταν μπήκε στο σαλόνι, είδε τη μάνα του με ένα ξένο κοριτσάκι. Για μια στιγμή νόμιζε ότι έβλεπε όνειρο. Μετά, όμως, όταν του εξήγησε η μητέρα του τι είχε συμβεί και πως στο πρόσωπο αυτού του κοριτσιού ζωντάνεψαν οι δικές της προσφυγικές μνήμες, όταν μαζί με τους γονείς της ήρθε πρόσφυγας από την Τραπεζούντα στην Ελλάδα...
Ο Θεόδωρος κοίταξε τη μικρή Χανάν με βλέμμα που έσταζε συμπόνια και αγάπη, καθώς θυμήθηκε μονάκριβη κόρη του, που έχασε πρόσφατα. Μπροστά στην εικόνα του φοβισμένου προσφυγόπουλου δεν μπορούσε να μείνει απαθής ο Θεόδωρος. Πλησίασε τη Χανάν και την χάιδεψε στα μαλλιά, λέγοντάς την σε απλά αγγλικά: «Μη φοβάσαι, να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου». Κι όταν απάντησε η Χανάν ότι το δικό της σπίτι είναι μισογκρεμισμένο από τους βομβαρδισμούς, από τους οποίους και έχασε τους γονείς της, ένας κόμπος έφραξε τον λαιμό του Θεόδωρου.
Κατόπιν, η Πολυξένη πήρε από το χέρι τη μικρή Χανάν και πήγανε στο δωμάτιο της Ευτυχίας, της εγγονής της. Έβγαλε από το ντουλάπι καθαρά ρούχα και τη συνόδεψε στο μπάνιο για να πλυθεί και να ντυθεί με αυτά. Αφού την έλουσε και την έντυσε, χτένισε τα μαύρα της μαλλιά και τα έκανε πλεξούδες. Ζέστανε τσάι, έβγαλε ψωμί, τυρί, βούτυρο, θρεψίνη και μέλι και έγνεψε στη Χανάν να προσέλθει στο τραπέζι και να φάει. Σε τέτοιες στιγμές, όταν μιλά η ψυχή, η γλώσσα περισσεύει...
Στο μυαλό του Θεόδωρου και της μάνας του Πολυξένης σφηνώθηκε η σκέψη να βοηθήσουν τη Χανάν. Να της φερθούν σαν να ήταν η μικρή τους Ευτυχία. Από το βράδυ εκείνο της μεγάλης νεροποντής, η Χανάν απέκτησε οικογένεια…».
Με απαράμιλλη γραφή και χειμαρρώδες λυρικό ύφος ζωντανεύει ο Νίκος Κωνσταντινίδης γεγονότα από μνήμες, τραύματα και βιώματα πάνω στον καμβά της ιστορίας. Ιχνηλατεί τη διαδρομή της ζωής των προσώπων του βιβλίου του, με φόντο το ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό, και πολιτιστικό περιβάλλον, με ιδιαίτερη αναφορά στην απώλεια της πατρίδας, την προσφυγιά, στην ξενιτιά, τη νοσταλγία.
Η μοναδική πλοκή των γεγονότων, δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να παρεμβάλλει συχνά φιλοσοφικά αποστάγματα γύρω από έννοιες, όπως η ζωή, ο θάνατος, ο έρωτας, η αγάπη, η παιδεία, η μόρφωση, η φιλία, η φιλοξενία, η ειρήνη κ.ά., κι όλα όσα κάνουν ένα βιβλίο εξαιρετικό και αξιοδιάβαστο.