Του Παναγιώτη Μωυσιάδη

(στην Υψηλή του Όφεως της Τραπεζούντας του Πόντου).

Οδοιπορικό στον Πόντο Ιούλης 1987.

Στο οδοιπορικό αυτό πολλές φορές δάκρυσα και πόνεσα, μα πιο πολύ χάρηκα, που αξιώθηκα να δω με τα μάτια της ψυχής μου τις πικρόγλυκες εικόνες, που χωρίς αυτές η ζωή μου θα κυλούσε χαμένη στη λήθη, στο ψέμα και στο αβέβαιο…

Ήταν καλοκαίρι του 1987, όταν ξεκινήσαμε με τα αυτοκίνητά μας από το Ανατολικό της Πτολεμαΐδας με προορισμό το πρώτο ιστορικό για την εποχή ταξίδι στις αλησμόνητες πατρίδες μας, τον Πόντο.

Το ταξίδι μας στόχευε στο να κάνουμε γνωστή την ιστορία του ποντιακού ελληνισμού μέσα από τα ζωντανά μνημεία και τους τόπους, που ταυτίστηκαν με τους αγώνες, τους θρύλους και τις θυσίες του ποντιακού λαού.

Προκειμένου να υλοποιηθούν οι παραπάνω στοχεύσεις μας ξεκινήσαμε με δύο Ι.Χ. Στο ένα επέβαιναν οι: Ευθυμιάδης Ευθύμης, η γυναίκα του, Δέσποινα, η μητέρα του, Χαρίκλεια και ο Ευσταθιάδης Θεογένης, ενώ στο άλλο οι: Μωυσιάδης Παναγιώτης, η γυναίκα του Πόπη, καθώς και ο Στεφανίδης Στέφανος με τη γυναίκα του Αθανασία.

YPSIL.OFI.MOISIADIS 3

Με αφετηρία την πόλη της Τραπεζούντας εξορμούσαμε σε διαφορετικούς προορισμούς. Ένας από αυτούς ήταν και η Υψηλή.

Ο Χρήστος Σαμουηλίδης στο βιβλίο του «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», που εκδόθηκε το 1984, κάνει πολλές παραπομπές στο χωριό Υψηλή της Τραπεζούντας.

Το ελλαδικό κράτος, όπως και όλοι οι έλληνες ιστορικοί, παρέβλεπαν ή αποσιωπούσαν για χρόνια την ποντιακή καταγωγή τους, πράγμα που δεν παρέλειπαν να υπογραμμίσουν για τους λοιπούς ήρωες της ελληνικής επανάστασης. (Αναφέρω ενδεικτικά τη διεξοδική αναφορά στην καταγωγή και στην πορεία του Ρήγα Φεραίου.)

Γράφει λοιπόν ο Σαμουηλίδης για το χωριό Υψηλή τα εξής: «Οι Υψηλάντης ήταν μια από τις αρχοντικές και παλιές ποντιακές οικογένειες του Φαναριού της Πόλης, που κατάγονταν από την Υψηλή, ένα παλιό χωριό του Όφη στον Πόντο». Οι παραδόσεις λένε, ότι ορισμένα μέλη της οικογένειας συνεργάστηκαν με τους βυζαντινούς ήδη από τον 11ο αιώνα. Η πρώτη αναφορά γίνεται στα 1390 στον Κωνσταντίνο Υψηλάντη, ο οποίος παντρεύτηκε την κόρη του Αυτοκράτορα Μανουήλ του Κομνηνού Γ’. Έναν αιώνα πριν, στα 1290 αναφέρεται ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ξιφιλίνος Υψηλάντης. Οι Υψηλάντες εμφανίζονται 200 χρόνια μετά την πτώση της Τραπεζούντας, δηλαδή το 1665 ως διωκόμενη οικογένεια από την Τραπεζούντα, που εγκαθίσταται στο Φανάρι της Πόλης. Έκτοτε βρίσκονται στην πρωτοκαθεδρία των εθνικών αγώνων, με πρωτεργάτες τα αδέλφια Αλέξανδρο και Δημήτριο. Ο μεν πρώτος ξεκινά την Ελληνική επανάσταση το 1821, ενώ ο δεύτερος την ολοκληρώνει ως υποστράτηγος του αγώνα στην Πελοπόννησο.

Η επίσκεψή μας στη γενέτειρα των Υψηλαντών αποτελούσε για την ομάδα μας τον πιο σημαντικό στόχο του οδοιπορικού μας. Ήταν μια ηλιόλουστη Παρασκευή του Ιουλίου του 1987, όταν πολύ πρωί αφήσαμε το εξισλαμισμένο χωριό του Όφη με την ελληνικότατη ονοματοθεσία «Γοργορά» παρμένη προφανώς από τον πρώτο της κάτοικο Γρηγόρη (Γοργόρ) στα ποντιακά.

Σηκωθήκαμε νωρίς το πρωί στις 06:30 και αφού πήραμε το πρωινό μας ένα πλουσιοπάροχο τραπέζι, που ετοίμασαν οι γυναίκες του παρχαριού με όλα τα εδέσματα του Πόντου. Χαβίτσια και τυρομύντσια, πετιμέζια και χρυσαφένια βούτυρα άχνιζαν μέσα στα πιάτα αναδεύοντας μια μεθυστική ευωδιά. Και σε κάθε περιγραφή που μας έκανε η ‘κοδέσποινα Αϊσέ με την αρχαιοπρεπή οφλίδικη προφορά της πρότασσε περήφανα και την λέξη «παρχαρί» παρχαρί θόγαλαν, παρχαρί μυντσίν, παρχαρί οβά, κ.τ.λ. Μετά το πρωινό βγήκαμε έξω στην αυλή του σπιτιού και μια ακόμα έκπληξη μας περίμενε. Πάνω στο λιθόχτιστο σπίτι χιλιάδες άσπρα σαλιγκάρια είχαν σκαρφαλώσει τους τοίχους. Στην ερώτησή μας, «γιατί δεν τα μαζεύετε» μας απάντησε η Αϊσέ «ατά ού τρώουμε, πίσκα (βρώμικα) είναι».

YPSIL.OFI.MOISIADIS 2

Πίσκα θεωρούν και τα αγριογούρουνα, που, όπως μας αφηγήθηκε ο Μεμέτ, τα σκοτώνουν εγκαταλείποντάς τα στα δάση, γιατί προξενούν ζημιές.

Μέχρι να έρθει το ταξί από το Κατωχώρ’ (Τσάϊκαρα) άρχισαν να ξεμυτίζουν οι πρωινοί διαβάτες του Γοργορά. Μα πόσο πρωί σηκώνονται αυτές οι γυναίκες για να πάνε στα παρχάρια για το χορτομάζεμα..! Βλέποντάς τες φορτωμένες με τα δεμάτια (σελέκια) θυμήθηκα την συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, που μου έλεγε για τις νύφες του Πόντου: «Οι νυφάδες ‘ς σην πατρίδαν αργώς εκείσαν και ενωρίς εσκούσαν ‘ς σο ποδάρ για τα δουλείας». Όλοι ελληνόφωνοι, μας χαιρετούσαν στα ελληνικά: «Καλημέρα, καλόν ημέραν, καλά δουλείας, καλόν δρομίαν να έχετεν» και κοντοστέκονταν με έκδηλη την περιέργεια να μάθουν, ποιοι είμαστε εμείς, που γνωρίζουμε την μητρική τους γλώσσα. Όταν τους είπαμε ότι είμαστε Γιουνάν, τότε μας ξαναρωτούσαν « εσείς δεν είσαστε από τους άλλους…. αλλά είσαστε από τους δικούς μας». Απ’ εμάς είστουν και όταν τους το επιβεβαιώναμε, τότε ένα αίσθημα χαράς ζωγραφιζόταν στα πρόσωπά τους.

Σε λίγο μας πλησίασε ένας καθηγητής φυσικός από το ελληνικό χωριό Μελινό, που μας ρωτούσε αδιάκριτα: «Αδα ‘κες πολλά χωρία; ποίος έτον και θα πάτεν εκεί;». Όταν τον ρωτήσαμε για το όνομα του μεγάλου ποταμού, που τρέχει κάτω από το χωριό Γοργορά, ο καθηγητής επέμενε, ότι ο ποταμός δεν έχει όνομα. Άραγε γιατί..; δεν γνώριζε; ή απέφευγε να ομολογήσει το αρχαιοελληνικό του όνομα Όφις;. Σε λίγο η πρωινή ομίχλη αποσύρθηκε και μπροστά μας αποκαλύφθηκε ένα μαγευτικό σκηνικό, με ένα απέραντο φαράγγι, πλημμυρισμένο με βαθύσκιωτα έλατα, οξιές, βελανιδιές και κάτω στις όχθες του Όφεως γιγάντια πλατάνια απαστράπτοντα στο πρωινό ηλιόφωτο του καλοκαιριού. Περισσότερο εντυπωσιακές ήταν οι πολυτονικές συναυλίες, που έστηναν τα αθέατα πουλιά του δάσους. Μόνο έτσι μπορεί να διερμηνευθεί η φραστικός πληθωρισμός των Ποντίων για τα πουλιά, κάτι που δεν μπορεί να κατανοήσει ο κρητικός ποιητής, αφού στην οργιαστική φύση της πατρίδας μας τα πουλιά υπήρξαν οι κοντινότεροι σύντροφοι του ανθρώπου.

Βλέποντας το παραδεισένιο αυτό τοπίο, που ο φακός της μηχανής απαθανάτιζε αχόρταγα, δικαίωσα τον ιστορικό του Πόντου Φαλμεράγιερ, που το χαρακτήρισε φανταστικότερο και ομορφότερο από αυτό των αυστριακών Άλπεων.

Αυτήν την οπτική πανδαισία διέκοψε ο ήχος του ταξί, που ανηφόριζε την κάθετη πλαγιά του Γοργορά. Ένα αυτοκίνητο μάρκας Fiat με οδηγό έναν εξισλαμισμένο Πόντιο από το Κατωχώρι (Τσάϊκαρα). Οι κάτοικοι του χωριού αυτού μετανάστες στην δυτική Γερμανία…! Το ίδιο μετανάστες όπως και οι συμπατριώτες τους από τα ποντιοχώρια της Μακεδονίας…!

Συναντήθηκαν στις φάμπρικες της Βεστφαλίας…! Όταν διαπίστωσαν, ότι μιλούν την ίδια γλώσσα, την αρχαία ιωνική, εξεπλάγησαν αμφότεροι.. Ήταν το κρυφό μυστικό της ιστορίας που απέκρυψαν μεθοδικά το νατοϊκό τουρκικό και ελλαδικό κράτος.

YPSIL.OFI.MOISIADIS 4

Στην Τουρκία υπήρχαν τρία εκατομμύρια εξισλαμισμένοι Έλληνες… Στην Ελλάδα οι Πόντιοι ομιλούν την αρχαία Ιωνική διάλεκτο. Ευτυχώς που το ψέμα της ιστορίας έχει κοντά πόδια και έτσι κρατικές λογικές και επιλεκτικές διπλωματίες καταρρέουν όσο οι λαοί συναντιούνται στο σταυροστράτι των βιωμάτων και του πολιτισμού. Εξ άλλου ποιός φαντάζονταν, ότι στις φάμπρικες της Γερμανίας θα ξανασμίξουν οι γόνοι του Φρίξου και της Έλλης; Εκεί, στο καφενείο της Τσάϊκαρας, της πατρίδας του μαύρου τσαγιού, που το άνθος του αναδύει ένα εξαίσιο άρωμα, που αρέσει στους Ευρωπαίους, εκεί διαπιστώσαμε, ότι η ποντιακή δεν είναι μια νεκρή γλώσσα, αφού μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε με τους δεκάδες μετανάστες, που στοιβάχτηκαν στο καφενείο του χωριού έχοντας μπαρκαρισμένες τις Μερσεντές τους στο δρόμο.

Το ίδιο ακριβώς σκηνικό είχαμε ζήσει λίγα χρόνια πριν στην Ελλάδα. Και πριν προλάβουμε να τους ρωτήσουμε σε ποια πόλη της Γερμανίας δουλεύουν μας εξομολογήθηκαν ότι έχουν φίλους Πόντιους από τις περιοχές της Δράμας του Κιλκίς της Θεσσαλονίκης…. Μας παρακαλούν να καθίσουμε, τους λέμε ότι βιαζόμαστε «Αγληγορούμε» και ότι θα επιστρέψουμε το βράδυ να τους βρούμε… «το κατ ανάγκην ψέμα…».

Αφού φουλάραμε το ταξί ξεκινήσαμε για το χωριό της ιστορίας μας, για το μυθικό Υψήλ’… Πολλές οι αμφιβολίες και τα ερωτήματα μέσα μας… Μα είναι δυνατόν μετά από 800 χρόνια να υπάρχει η πατρίδα των Υψηλαντών..; Και αν υπάρχει, άραγε πώς θα είναι..: Θα βρούμε κάτι σημαντικό..; Είναι 09:00 η ώρα το πρωί, ημέρα Παρασκευή, 10 Ιουλίου του 1987 από την Τσάικαρα για το Ποντιακό Υψήλ.’..!

Ο Τούρκος ταξιτζής, που μόνο Τούρκος δεν ήταν, ένας Οφλής μεσήλικας με γκρίζα μαλλιά, ισχνός, που τα γαλανά του μάτια να απέπνεαν καλοσύνη και διάθεση να μας εξυπηρετήσει σε κάθε τι. Σοβαρός και λιγομίλητος, γνώστης της γεωγραφίας και της Ιστορίας της περιοχής .. Δεν μας έκανε καμία αδιάκριτη ερώτηση.

Ίσως ο Μεμέτ του εξήγησε και το θεώρησε περιττό να μας ρωτήσει. Ο Μεμέτ τον επέλεξε ως τον ιδανικότερο προκειμένου να μπορεί να απαντάει στις ερωτήσεις μας. Ο ταξιτζής, ξεναγός, άρχισε την αφήγηση κάθε φορά που πλησιάζουμε σε παρακείμενο χωριό. Από την άλλη εγώ σε κάθε του αφήγηση πατούσα το Play στο μικρό μαγνητόφωνο καταγράφοντας τις πληροφορίες που μας έδινε. Για μια στιγμή σταματώντας κοντά σ’ ένα ορεινό χωριό μας ξάφνιασε με την αποκάλυψη ότι από το χωριό αυτό με το όνομα Σενέκ (Ατάκιοϊ) κατάγεται ο πρόεδρος της Κυπριακής δημοκρατίας Μακάριος.. συμπληρώνοντας μάλιστα, ότι τους κατοίκους του χωριού αυτού δεν τους έχουν σε εκτίμηση και τους αποκαλούν Μακάρ ογλού, δηλαδή τα παιδιά του Μακάριου. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, όταν επιβεβαιώθηκε ως αληθινή η μαρτυρία του… Ότι ο Μακάριος της Κύπρου ήταν Πόντιος από το χωριό Συνέκ (Συνέκιον το κοινόν - Αγριολούλουδο) της Τραπεζούντας.

Συνεχίζοντας το δρόμο μας βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα μαγευτικό ξέφωτο, όπου ο στενός δρόμος του φαραγγιού άνοιγε σιγά - σιγά και οδηγούσε σε ένα καταπράσινο οροπέδιο, στο κέντρο του οποίου ο ποταμός Όφις σχημάτιζε μια γαλήνια και ονειρική λίμνη. Αυτό είναι το Σεράχω στα ελληνικά (Ουζούν - Γκιόλ) στα τουρκικά μας είπε ο ταξιτζής. Όσο πλησιάζαμε προς το κέντρο του ορεινού παραδείσου φώτιζε η κρυστάλλινη λίμνη με τις αμμώδεις παραλίες της. Όλες οι ομορφιές του κόσμου ζωγραφισμένες σ’ ένα μέρος μοναδικό στον κόσμο. Το τουρκικό υπουργείο τουρισμού φρόντισε να το προβάλει ως εξώφυλλο σε κάθε τουριστική καμπάνια. Μας πήγε στο μέρος, όπου είναι τα τουριστικά μπανκαλόους και καθίσαμε στο αναψυκτήριο δίπλα στις όχθες της ορεινής λίμνης. Η έκπληξή μας κορυφώθηκε όταν μας σέρβιραν την άγρια πέστροφα, αυτή που επιστρέφει στις μακρινές πηγές του Όφεως, που βρίσκονται έξω από τα σπίτια του τελικού μας προορισμού, εκεί στα βυζαντινά Ύψηλα του Πόντου.

Οι κάτοικοι του Σεράχω, ελληνόφωνοι και αυτοί, μας καλωσόρισαν όλοι με ένα πλατύ χαμόγελο και πρόθυμα μας αφηγήθηκαν για τις μνήμες, που είχαν από τους Έλληνες Οφλήδες της περιοχής εξηγώντας πού βρίσκονται τα ελληνόφωνα χωριά. Αλήθεια! από πότε κατοικούν οι Έλληνες στην περιοχή αυτή; Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι απόγονοι των αργοναυτών και γιατί όχι αφού η ντοπιολαλιά τους μοιάζει μετρικά και εκφραστικά με την ομηρική δεκαπεντασύλλαβη.

Ακούγοντας τους ντόπιους Οφλήδες να μας μιλούν στην αρχαία γλώσσα του Ομήρου αναρωτιόμασταν κάθε λίγο: Μα είναι δυνατόν μέσα στα ατέρμονα φαράγγια της Τουρκιάς να συναντάς ελληνόφωνους Ίωνες; Αλήθεια!.. ποιες σκοταδιστικές αντιλήψεις της πολιτισμένης ανθρωπότητας δεν θα φωτίζονταν από τη βιωματική ύπαρξη της ομηρικής γλώσσας σήμερα. Είναι δυνατόν η UNESKO να αφήσει αυτά τα ψήγματα της αρχαιοελληνικής ύπαρξης να καταστραφούν στις μυλόπετρες του ισλαμικού μιλιταρισμού;

Αφού προμηθευτήκαμε φρέσκο τυρί από παραγωγό, μοσχάτα και ροζακιά σταφύλια από τον πλανόδιο μανάβη, αφήσαμε την όσφρηση να μας οδηγήσει σ’ ένα χωριάτικο φούρνο με στρογγυλά ποντιακά καρβέλια (Ψωμιά) που μοσχοβολούσαν, όπως παλιά. Πόσο δυνατές μπορεί να είναι οι γαστρονομικές μνήμες στον άνθρωπο… Το ένιωσα για πρώτη φορά στο χωριό Σεράχο, όπου η μοσχοβολά του ψωμιού (η σκουντούλα) μου θύμισε το φουρνιστό ψωμί της γιαγιάς μου, όταν το έβαζε στην πινακωτή, τότε στα 1965, όταν οι γυναίκες ζύμωναν ακόμα. Ξαναζωντάνεψε μπροστά μου η εικόνα της γιαγιάς μου, της Ανατολής, με τα μοσχομυριστά της φουσκωτά ψωμιά (τα φουντάρια).

OUZOYN.GIOL.SARAXO

Με όλα αυτά τα εφόδια ξαναμπήκαμε στο στρατοστένεμα, που όλο και ανηφόριζε επικίνδυνα ακολουθώντας τις φιδωτές όχθες του Όφεως ποταμού. Όσο ανηφορίζαμε, τόσο το φαράγγι γίνονταν και πιο άγριο. Ο μεσημεριανός ήλιος έκαιγε το αυτοκίνητο, που δεν είχε κλιματισμό και ανοίγοντας το παράθυρο για να δροσιστούμε ακούγοντας απολαμβάναμε το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών που όλο και δυνάμωνε μαζί του όμως δυνάμωνε και ο παφλασμός του ποταμιού καθώς κατηφόριζε ακλουθώντας το δικό του αιώνιο οδοιπορικό. Ένα οδοιπορικό, που ακυρώνει το χρόνο και την ιστορία κάνοντας τους τόπους να ακτινοβολούν το ίδιο, όταν γίνονται γεννήτορες του πνεύματος και της μεγαλοσύνης.

Μόνο κάτι νεαρά τουρκόπουλα ή ελληνόπουλα, ποιος ξέρει, ξεστράτιζαν στο δρόμο μας, γιατί πήγαιναν να ρίξουν τα δίχτυα τους για να μαζέψουν τις άγριες πέστροφες και αφού γέμιζαν τις νάυλον σακκούλες, τις πουλούσαν «αντί πινακίου φακής». Μα είναι δυνατόν με δέκα δραχμές να αγοράσεις τρία κιλά άγριες πέστροφες; Κατεβαίναμε κάπου -κάπου να δροσιστούμε με το γάργαρο νερό του ποταμού, που στραφτούλιζε στις ανταύγειες του ήλιου.

Μετά από μία ώρα φτάσαμε μπροστά σ’ ένα δίστρατο, που θα έλεγε και ο ποιητής. Μια ξεθωριασμένη χειρόγραφη πινακίδα καθοδηγούσε τους στρατοκόπους κατεβήκαμε και σημειώσαμε τι έγραφε. Αριστερά Arpauzu και δεξιά Demirkapi. Το Υψήλ’ βρίσκονταν αριστερά. Το ταξί βρυχήθηκε προς τα αριστερά και πήρε το δρόμο προς το Υψήλ’. Eνα αίσθημα, ότι πλησιάζουμε, μας κυρίεψε, γιατί άρχισαν τα δέντρα λόγω υψόμετρου να αραιώνουν, το ποτάμι να γίνεται ρυάκι και το άγριο φαράγγι άρχισε να ημερώνει και να γίνεται αβαθές. Δεν διαψευστήκαμε γιατί σε λίγο βρεθήκαμε μπροστά στον πρώτο οικισμό του ιστορικού χωριού. Δεν γνωρίζω το υψόμετρο, στο οποίο ήταν χτισμένο το χωριό. Ο χάρτης έλεγε 3500 μέτρα.

YPSIL.OFI.MOISIADIS 5

Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα το βαθύ πράσινο της φύσης σε όλο του το μεγαλείο. Το άγριο τοπίο της διαδρομής με τα βράχια να κρέμονται πάνω από το κεφάλι σου, τους καταρράκτες να βρυχώνται και τις ανηφορικές στροφές να σου κόβουν την ανάσα έδωσε τη θέση του σε μια απέραντη χορτολιβαδική έκταση, που χάνονταν μέχρι τις κορυφές των βουνών. Όλο το προηγούμενο άξενο τοπίο έγινε ξαφνικά ένας επίγειος παράδεισος.

Παντού τριγύρω χρωματικές πινελιές με πολύχρωμα αγριολούλουδα: Μανουσάκια, Παπαρούνες, Χασχάσια, γλύκαιναν το καταπράσινο λιβάδι Παντού τριγύρω κελάρυσαν πολύδροσα ρυάκια, που κατέβαιναν αθόρυβα από τους παρχαρότοπους και δρόσιζαν τα ζωντανά της γης. Χιλιάδες γελάδια (χτήνια) έβοσκαν αμέριμνα την πλούσια βλάστηση του ευήλιου τόπου. Πιο πάνω στην κορυφογραμμή οι καλύβες των κτηνοτρόφων (τα αγούλια) ξύλινα και αυτά, όπως και τα σπίτια με τις κάθετες σκεπές χτισμένες με λιθόπλακες, θύμιζαν κάτι από τα ράντσα της Αυστρίας και του Τιρόλο.

Ναι! Φτάσαμε στην πατρίδα των Υψηλαντών. Όλα στα μάτια μας φαντάζουν όμορφα. Μόνον ένας τόσο γόνιμος και πληθωρικός τόπος θα μπορούσε να μπολιάσει την ομορφιά της φύσης με την ομορφιά της ψυχής, να γεννήσει άρχοντες της ζωής, κοσμοπολίτες της κοινωνίας και αγωνιστές της ελευθερίας, ηγέτες, γεννημένους να δοξάζουν το Θεό και τον άνθρωπο.

Ο φίλος μας, ταξιτζής, κάλεσε τον πρόεδρο του χωριού. Του μήνυσε με έναν νεαρό, ότι ήρθαν Έλληνες (Ουρούμ) από το μακρινό Γιουνανιστάν για να δουν και να γνωρίσουν τον όμορφο τόπο σας.

Δεν άργησε να επιστρέψει και σε λίγο οι λιγοστοί κάτοικοι, που ήταν στο χωριό, ήρθαν κοντά μας σε μια πλατεία, που σου επέτρεπε να βλέπεις σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Εκεί περιμέναμε τον πρόεδρο της Υψηλής. Μόλις μας πλησίασε μια ακόμα έκπληξη μας περίμενε: Σε άπταιστα ελληνικά μας καλωσόρισε με ένα ζεστό χειροκρότημα. «Καλώς όρισετεν ΄ς σο χωρίον εμουν… Ποίος καλός αέρας έγκεν ‘σας αδά..;».

Δεν πιστεύαμε στα αυτιά μας. Μετά από 800 χρόνια αφότου έφυγαν οι πρόγονοι των Υψηλαντών, ήρθαμε ταπεινοί προσκυνητές της πληγωμένης ιστορίας μας στα απάτητα αυτά μέρη και ακούσαμε από τον μουχτάρη του χωριού να μας μιλά στη γλώσσα των Υψηλαντών… Στη φωνή του ελληνόφωνου μουχτάρη του Υψήλ’ ήταν κρυμμένος ο καγχασμός της ιστορικής τραγωδίας, που γεννήθηκε πριν εκατοντάδες χρόνια αλλά δε θέλησε να πεθάνει .. Γιατί στην ιστορία τα σύμβολα και οι μύθοι ακολουθούν την αθανασία της ψυχής και της αλήθειας.

Υ.Γ. Μετά το ιερό προσκύνημα στην πατρίδα των Υψηλαντών, στο μυθικό Έβερεστ του ελληνικού ιδεαλισμού, ένιωσα και πάλι την καρδιά του Αλέξανδρου Υψηλάντη να ξαναχτυπά νοερά και αδιάκοπα μέσα στην γυάλα της φορμόλης. Παρατήρησα όλο το καταπράσινο οροπέδιο, που κατέληγε σε μια υψηλή πέτρινη κορυφή. Από τα βράχια της είδα να ξεπετάει ένας ολόμαυρος αετός και να χάνεται στις ψηλωσιές του ουρανού. Ίσως αυτό το πέταγμα της λευτεριάς να σημάδεψε το γενεαλογικό πνεύμα των επαναστατών του γένους μας…! Ίσως ένα παρόμοιο πέταγμα να ξανασηκώσει το κοίταγμα της ρωμιοσύνης ψηλά σε έναστρους οραματισμούς και ανθοφόρους ορίζοντες.

Αναγεννημένες δημιουργικές ιδέες έξω και πέρα από τη μιζέρια και την κακομοιριά, που μας μετέτρεψε από Υψηλάντες σε Κοντολάντες της ιστορίας.

Μπορούμε ακόμη να περιπετάξουμε στους αιθέρες των οραμάτων μας και να απελευθερωθούμε από τη νέα σκλαβιά, που μας εξώθησε ο ραγιαδισμός και η διχόνοια μας….

Από το προσωπικό προφίλ του Παναγιώτη Μωισιάδη στο fb