Ομιλία του Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Α΄ Θεσσαλονίκης Γιάννη Αμανατίδη στην Ειδική Συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου που έγινε την Τρίτη 19 Μαΐου 2020.

Φέτος συμπληρώνονται 101 χρόνια από τη 19η  Μαΐου 1919, την ημέρα δηλαδή, που τέθηκε  σε εφαρμογή το σχέδιο  για την τελειωτική εξόντωση των Ελλήνων σε όλο τον Πόντο, σε μια ατέλειωτη πορεία θανάτου, ένα «Άσβουιτς εν ροή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής Πολυχρόνης Ενεπεκίδης.

Είναι η δεύτερη σε χρονολογική σειρά γενοκτονία του 20ου αιώνα, η οποία έλαβε χώρα μετά την αρμενική. Η ποντιακή γενοκτονία συνιστά μια από τις πιο θλιβερές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς οδήγησε στον ξεριζωμό από τις πατρογονικές του εστίες ένα κομμάτι του Ελληνισμού που πάλευε για την επιβίωση του για χιλιάδες χρόνια και το οποίο πραγματοποίησε τη δική του αξιόλογη πορεία παράλληλη με αυτή των υπολοίπων Ελλήνων.

Δύσκολα ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει τις μεθόδους και τα μέσα που οδήγησαν σε 353.000 Πόντιους θύματα.

Όταν η γενοκτονία πλέον συντελέστηκε, ξεριζωμένοι έφθασαν στην Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους έναν πολιτισμό 3 χιλιετιών, προγονικά εδάφη, εκκλησίες, τάφους και σχολεία, με μοναδικές αποσκευές τις μνήμες και τον πόνο της καρδιάς τους.

«Επήεν να δεαβαίν' ο νους ιμ'. Εκλίστα κά' κι εφίλεσα τό χώμαν καί τα χορτάρεα. Εσ'κώθα έφυγα και  οπίσ'  άλλο 'κι ετέρεσα. Τά δάκρεα μ' ετσουρώθαν και η καρδία μ' πολλά αιματώθεν.» (Το μυαλό μου πήγε να φύγει. Έσκυψα κάτω και φίλησα το χώμα και τα χορτάρια. Σηκώθηκα έφυγα και πίσω δεν ξανακοίταξα. Τα δάκρυά μου στέρεψαν και η καρδιά μου μάτωσε πολύ.) (πρόσφυγας του Πόντου)

«Την πατρίδα μ’ έχασα, έκλαψα και πόνεσα. Λύουμαι κι αροθυμώ, ν’ ανασπάλω κι επορώ».

(Την πατρίδα μου έχασα, έκλαψα και πόνεσα. Κλαίω και νοσταλγώ, να ξεχάσω δεν μπορώ.)

Η άφιξη των Ποντίων στις Νέες Πατρίδες ήταν η απαρχή μιας δύσκολης, αλλά δημιουργικής πορείας για τον ποντιακό ελληνισμό. Άρχισαν έναν αγώνα επιβίωσης, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρήσουν τον ποντιακό πολιτισμό, την μουσική, τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμά τους.

Άνθρωποι με μοναδική τους προίκα τον πόνο και τη δυστυχία αγωνίστηκαν μακριά από τον τόπο τους να μαζέψουν τα κομμάτια τους και με «σκιά στην ψυχή τους», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δημαράς, να ορθοποδήσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Τα πρώτα χρόνια της ζωής στη νέα πατρίδα δεν ήταν σίγουρα και τα πιο ευχάριστα. Η μαζική άφιξη χιλιάδων προσφύγων προκάλεσε ισχυρό σοκ με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζονται αρχικά με δυσπιστία.  Αμφισβητείται  η  ίδια η ελληνικότητά τους και οι Πόντιοι με πίκρα λένε:

«Πατρίδα μ αραεύω σε αμόν καταραμένος. Σα ξένα είμαι Έλληνας και σην  Ελλάδαν ξένος». (Πατρίδα μου σε ψάχνω σαν καταραμένος. Στα ξένα μέρη είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος).

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι το πολιτιστικό αποτύπωμα χιλιάδων ετών των Ελλήνων του Πόντου δεν ξεθώριασε ποτέ. Οι Πόντιοι, με την εθνική μας συνείδηση, την πλούσια πολιτιστική, εθνική και θρησκευτική κληρονομιά και τα έθιμά μας κατορθώσαμε  με την πάροδο του χρόνου να ενσωματωθούμε στην ελλαδική κοινωνία και συμβάλαμε  τα μέγιστα στην ανάπτυξη και την πρόοδο της Ελλάδας σε οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο.

“Και άροντες επ’ ώμων μαζί με τον Σταυρόν του μαρτυρίου τα ποντιακά λάβαρα και αποκομίσαντες μεθ’ ημών όλον τον πλούτον των αναμνήσεων εις δράμα , εις τραγωδίαν, εις έπος και εις μεμουσωμένην λύραν, εφθάσαμεν εις την κοινήν των Πανελλήνων Μητέρα- την Ελλάδα με την σταθεράν απόφασιν, όπως συμβάλωμεν εις την ανοικοδόμησιν των τειχών”, όπως χαρακτηριστικά έγραψε πριν από πολλά χρόνια ο Λεωνίδας Ιασωνίδης.

Σύμφωνα με το διακεκριμένο καθηγητή Gregory Stanton, το τελευταίο στάδιο της γενοκτονίας είναι η άρνησή της. Η απόδοση δικαιοσύνης ξεκινά με την αναγνώριση της γενοκτονίας, πράξη που συνιστά ηθικό και ιστορικό καθήκον της διεθνούς κοινότητας έναντι των εκατομμυρίων νεκρών και έναντι των νεότερων γενιών. Η αναγνώριση  είναι ο ύστατος φόρος τιμής και σεβασμού στη μνήμη, τον πολιτισμό και τη μακραίωνη ιστορία ενός λαού, που υπέστη τη γενοκτονία.

Η αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων προχώρησε με αργά, αμφιταλαντευόμενα κάποτε βήματα και μόνο τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σημαντική πρόοδος στην ανάπτυξη παγκόσμιας συνείδησης για τη γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής.

Ιδιαίτερα, όμως ξεχωριστή στιγμή για την παγκόσμια ακαδημαϊκή, επιστημονική και ερευνητική κοινότητα αποτελεί το ψήφισμα της Διεθνούς Ενώσεως Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (I.A.G.S.), με το οποίο αναγνωρίζεται η γενοκτονία Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων (Ποντίων, Θρακών, Ιώνων). Το ψήφισμα εκδόθηκε στις 16.12.2007 με τη συντριπτική πλειοψηφία του 83% των ψήφων.

Η 19η Μαΐου δίνει την αφορμή, ιδιαίτερα σε εμάς τους Πόντιους, να ανασύρουμε μνήμες και να αναλογιστούμε το χρέος μας απέναντι στα θύματα της γενοκτονίας, τους συγγενείς μας και τους σύγχρονους Πόντιους: Οφείλουμε να γνωρίζουμε και να τιμούμε την ιστορία μας, οφείλουμε να συνεχίσουμε ενωμένοι να δίνουμε τον αγώνα μας για την επιβίωση της ιστορικής μνήμης, απαλλαγμένοι όμως από αισθήματα προκατάληψης και μισαλλοδοξίας απέναντι στους υπεύθυνους της γενοκτονίας.

Η ανάδειξη, η αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας και η διατήρηση  της ιστορικής μνήμης είναι αγώνας  όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά κυρίως για το παρόν και το μέλλον. Γιατί οι γενιές που έρχονται θα είναι ασφαλείς όχι μόνο όταν πάψουν να υπάρχουν γενοκτονίες, αλλά όταν πάψουν να υπάρχουν οι αιτίες που τις προκαλούν.

Αναγνωρίζοντας αυτήν τη σπουδαιότητα, στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έγιναν πολλά. Το πρώτο βήμα ήταν η απόφαση για δημιουργία Μουσείου αφιερωμένο στον Ποντιακό και Μικρασιατικό Ελληνισμό στον χώρο που παραχωρήθηκε στον Δήμο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, μαζί με το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, όπως είχε ανακοινωθεί από τον τότε Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξη Τσίπρα. Μετά την συνάντησή του στις 18 Μαΐου 2019 στη Θεσσαλονίκη με το σύνολο των Ομοσπονδιών και ιδρυμάτων -γεγονός που συνέβαινε για πρώτη φορά-, αποφασίστηκε η σύσταση «Επιτροπής επεξεργασίας προτάσεων για τη διατήρηση της Ιστορικής Μνήμης των Ελλήνων του Πόντου», με στόχους  την επεξεργασία προτάσεων και η εισήγηση για τη δημιουργία τόπων μνήμης στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, η επεξεργασία πρότασης για την ανάδειξη ως τόπου ιστορικής μνήμης των απολυμαντηρίων της Αρετσούς, όπου περισσότερες από 20.000 ψυχές χάθηκαν, η καταγραφή σημαντικών τόπων ιστορικής μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού ανά την επικράτεια και η διαμόρφωση πρότασης για την ανάδειξή τους και η διατύπωση προτάσεων για την διατήρηση και ανάδειξη του ποντιακού πολιτισμού.

Η συνέχιση υλοποίησης αυτής της απόφασης, στη βάση της συνέχειας του Κράτους εκκρεμεί ακόμη, παρά τις διακηρύξεις.

Γνωρίζετε ότι οι  εικόνες του ξεριζωμού και της βίας δεν έχουν εκλείψει από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Τα τελευταία 100 χρόνια γίναμε μάρτυρες γενοκτονιών που υπονομεύουν αν δεν ακυρώνουν τις παρακαταθήκες της παρακαταθήκης του Διαφωτισμού. Εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονική τους γη και να πάρουν τον μαρτυρικό δρόμο της προσφυγιάς. Στις κοινωνίες πάντα θα υπάρχει ο φόβος τους «άλλου», όμως παρότι διεθνώς υπάρχει ένα πλαίσιο σκληρής περιφρόνησης των αναγκών αυτών των ανθρώπων, η χώρα μας προσπάθησε να κάνει το παν για να απαλύνει τον πόνο τους. Η Ελλάδα μπορεί να υπερηφανεύεται για τη συμπόνια και τον αλτρουισμό, που συνεχίζει να επιδεικνύει προς επίρρωση της σύνδεσης των σύγχρονων Ελλήνων με την ιστορική τους μνήμη.

Μπορούν να γίνουν και άλλα βήματα; Αναμφισβήτητα ναι, ώστε να γίνει περισσότερο γνωστή στους νέους η Οδύσσεια του Ποντιακού Ελληνισμού, για το πώς οι Πόντιοι κράτησαν άσβεστο το πανάρχαιο λυχνάρι του ελληνισμού, θησαυρίζοντάς το με το λάδι των Ποντιακών Αγώνων, για το πώς διατήρησαν τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, για το πώς οι Πόντιοι είχαμε και έχουμε στο αίμα μας  την αυτοθυσία.

Άμεση συγκρότηση από τη Βουλή μόνιμης και διαρκούς  διακομματικής επιτροπής, που με το ΥΠΕΞ, θα χαράξει και θα υλοποιήσει πολιτικές  για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου και της «καθ ημάς Ανατολής»

Οφείλουμε, περισσότερο από ποτέ, τόσο στα θύματα της γενοκτονίας και τους συγγενείς τους όσο και στους σύγχρονους να διαφυλάξουμε στη μνήμη μας το ιστορικό αυτό γεγονός και να δημιουργήσουμε εκείνες τις προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν στη δικαίωση και στην ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών.

Η ιστορική μνήμη είναι ζωντανή, όχι μόνο για να μας θυμίζει, αλλά και για να μας καθοδηγεί. Όχι για να καλλιεργήσουμε την μισαλλοδοξία, την ξενοφοβία και τον όποιας μορφής ρατσισμό. Θέλουμε την ιστορική μνήμη για να κρατήσουμε το δεσμό μας, τη φωνή μας. Για να βάλουμε σημάδια στο δρόμο μας, να μη χαθούμε στην ατέλειωτη οδύσσεια της πορείας μας. Και όπως έχει πει ο καθηγητής Φωτιάδης, «η μνήμη είναι δύναμη, είναι το μόνο υγιές φάρμακο που μας κρατάει δυνατούς πάνω σε αυτή τη γη».

Ή με τα λόγια του Λεωνίδα Ιασονίδη: Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ εάν επιλαθώμεθά σου ω Πάτριος Ποντία γη».