ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Ο χρόνος είναι μια οριζόντια γραμμή που την τέμνουν κάθετα τα γεγονότα. Ένα τέτοιο θλιβερό γεγονός είναι η καλά οργανωμένη και μεθοδευμένη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, που χρησιμοποίησε πολλούς τρόπους φυσικής εξόντωσης, που δεν αφήνουν ίχνη, όπως τα τάγματα εργασίας, το κάψιμο των χωριών και οι εκτοπίσεις - εξορίες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η καταπίεση του χριστιανικού στοιχείου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία εκδηλώνεται από πολύ νωρίς. Να θυμηθούμε το χορό «Θανατί’ Λάγγεμαν» που χορεύτηκε από 30 νέες κοπέλες, στο χωριό Ασάρ κοντά στο Καπού Κα-γιά της Πάφρας, οι οποίες το 1680 προτίμησαν να πέσουν από το επονομαζόμενο από τότε «Κάστρο της Κοπέλας» (Κιζ Καλεσί) και να σκοτωθούν, παρά να παραδοθούν στα χέρια των Τούρκων. Είναι ο ίδιος χορός που χόρεψαν αργότερα οι γυναίκες στο Ζάλογγο και την Αραπίτσα.

Οι σκληρές διώξεις στον Πόντο αρχίζουν με την άνοδο των Νεότουρκων εθνικιστών στην εξουσία, το 1908, και έχουν ως στόχο την εξόντωση του χριστιανικού πληθυσμού, του ελληνικού, του αρμενικού και του ασσυριακού. Η πρώτη φάση της γενοκτονίας έγινε μεταξύ του 1914 και 1918 και από τότε άρχισαν να φανερώνονται απροκάλυπτα οι αιμοβόρες προθέσεις των Νεότουρκων, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών στρατηγών Λίμαν φον Σάντερς και φον Ντερ Γκόλτς, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στις 19 του Μάη, το 1919, με την άφιξη του Κεμάλ στη Σαμψούντα αρχίζει η δεύτερη φάση της γενοκτονίας, που διαρκεί ως το 1923. Ο Μουσταφά Κεμάλ ή Ατατούρκ, που σημαίνει πατέρας των Τούρκων, συγκρότησε εθνικιστικό στρατό, στον οποίο ενσωμάτωσε και ληστρικές ομάδες από τα υπόλοιπα των Νεότουρκων. Ένας από τους πλέον αιμοδιψείς συνεργάτες του ήταν ο διαβόητος Τοπάλ Οσμάν, που διέπραξε μεγάλες σφαγές.

Οι περιοχές της Κερασούντας, της Σαμψούντας, της Χάβζας και πολλές άλλες ερημώθηκαν κυριολεκτικά. Οι κάτοικοί τους υπέστησαν τα πάνδεινα. Οι Τούρκοι δρούσαν βάσει ενός μελετημένου και καλά οργανωμένου σχεδίου για την εξόντωση του χριστιανικού πληθυσμού. «Όλοι οι άνδρες άνω των 15 χρόνων της περιφέρειας Τραπεζούντας και της ενδοχώρας εκτοπίζονται στα τάγματα εργασίας του Ερζερούμ, του Καρς και του Σαρίκαμις» αναφέρει ο Βρετανός αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη Horace Rumbola.

Επίσης, ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζόρτζ δηλώνει επισήμως ενώπιον της βουλής των κοινοτήτων ότι στον Πόντο δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων, ανδρών, γυναικών και παιδιών, απελαύνονταν και πέθαιναν. Ο Τσώρτσιλ στο βιβλίο του «Η παγκόσμια κρίση», αναφερόμενος στους εκτοπισμούς των Ελλήνων από την Τραπεζούντα και τη Σαμψούντα κρίνει τη δεύτερη φάση της γενοκτονίας σκληρότερη από την πρώτη.

Ο αριθμός των θυμάτων της γενοκτονίας μαρτυρά και το μέγεθός της. Μέσα σε μια δεκαετία, από το 1914 έως και το 1923, τα θύματά της ανέρχονται σε 353.000 χιλιάδες σ’ όλο τον Πόντο, με το δυτικό Πόντο να έχει πληγεί περισσότερο από τις υπόλοιπες περιοχές. Από τους 174 καταδικασθέντες στα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας, τον Οκτώβρη του 1921, οι 69 κρεμάστηκαν στην πλατεία της Αμάσειας.

Η Βουλή των Ελλήνων, με ομόφωνη απόφασή της, στις 24 Φλεβάρη του 1994, επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, ανακήρυξε τη 19η Μαΐου ως ημέρα εθνικής μνήμης, αφιερωμένη στη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η πλήρης δικαίωση της μνήμης των νεκρών μας θα έρθει με τη διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας με τους αγώνες όλων μας: της ελληνικής πολιτείας, του οργανωμένου ποντιακού κινήματος και γενικότερα όλου του ελληνισμού απανταχού του κόσμου.

Υπέρ της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων έχουν ταχθεί και Τούρκοι διανοητές, όπως ο Αλί Ερτέμ, κοινωνιολόγος, πρόεδρος του συλλόγου «Αναγνωρίστε τις Γενοκτονίες», ο Ορχάν Παμούκ, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο πανεπιστημιακός καθηγητής της Ιστορίας Χαλίλ Μπερκτάι και ο ιστορικός Σαΐτ Τσετίνογλου. Η Τουρκία έχει την υποχρέωση να συμφιλιωθεί με το ιστορικό παρελθόν της, να παραδεχτεί τη γενοκτονία που διέπραξε και να ζητήσει συγνώμη. Ο Όμηρος στη Νέκυια της Οδύσσειας (δηλαδή στην επίσκεψη του Οδυσσέα στον Άδη) λέει ότι «η ψυχή που δεν ζητά συγνώμη και στον Άδη ακόμη υποφέρει, γιατί είναι δεμένη με τους εχθρούς της».

Ως Πόντιοι αρνούμαστε να παραδώσουμε στη λήθη τις 353.000 χιλιάδες των νεκρών μας κι αγωνιζόμαστε για την αναγνώριση της γενοκτονίας μέχρι που να αναπαυθούν οι ψυχές τους. Η υποχώρηση από την υποχρέωση αυτή αποτελεί ηθική και εθνική ύβρη. Η αλήθεια απαιτεί σεβασμό στα γεγονότα και τιμή στα θύματα. Και προπάντων θέτει ενώπιον των ευθυνών τους όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, τοποθετώντας το αίτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας ψηλά στην ατζέντα της πολιτικής.

Η 19η του Μάη είναι ημέρα μνήμης για τον ελληνισμό. Είναι ημέρα δέησης για τις ψυχές των νεκρών μας, που εκτελέστηκαν μόνο και μόνο γιατί ήταν χριστιανοί και Έλληνες. Κάθε χρόνο στις 19 του Μάη στέλνουμε με την ανάσα του αέρα την προσευχή μας, για να ταξιδέψει απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο τον Πόντο και σαν ψυχή να χαϊδέψει τη μνήμη που καίει στα περήφανα όρη, σαν άκαυτη βάτος, την ώρα που η κλαίουσα ιτιά προσκυνά τα νερά του Πυξίτη και ψηλά στην Παναγία Σουμελά σπάει ο βράχος, για να ελευθερώσει από μέσα του ένα δάκρυ, ένα καλά φυλαγμένο δάκρυ, σαν τη σιγή διάφανο και σαν το κρύσταλλο καθαρό. Να νοτίσει τη μνήμη και να θυμίσει πως παράδοση δεν είναι μόνον η συντήρηση της στάχτης αλλά και η διατήρηση της φλόγας.