Στις 30 Ιανουαρίου, όπως κάθε χρόνο, «ημέρα των γραμμάτων» οπότε εορτάζεται η μνήμη των Τριών Ιεραρχών, ασφαλώς θα ακούστηκαν πολλά, σε σχολικές αίθουσες και σε ναούς, για τους 3 Ιεράρχες, «τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος, τους την οικουμένην ακτίσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τους μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας, τους την κτίσιν πάσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τον μέγαν, και τον Θεολόγον Γρηγόριον, συν τω κλεινώ Ιωάννη, τω την γλώτταν χρυσορρήμονι», που το Ελληνικό κράτος, με αφορμή την αναθεώρηση του Οργανισμού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου των Αθηνών, το 1911, επέλεξε και έκτοτε προβάλλει και τιμά ως προστάτες των γραμμάτων, θεσμοθετώντας ως εκπαιδευτική την έως τότε εκκλησιαστική εορτή και αυτονομώντας την από το εκκλησιαστικό εορτολόγιο.
Στα πρόσωπα των 3 Ιεραρχών ήθελε να υποδείξει πρότυπα παιδείας, αρετής και κοινωνικής προσφοράς. Γιατί ο καθένας τους, δεν ήταν μόνο επιστήμονας, φιλόσοφος, χαρισματικός ηγέτης, χειμαρρώδης ρήτορας, κληρικός με βαθιά θεολογική μόρφωση, ακαταπόνητος κοινωνικός εργάτης και ασκητής (παρότι και οι 3 ήσαν γόνοι πλούσιων οικογενειών). Ο καθένας τους ήταν όλα τα παραπάνω μαζί, σε μιά ιδανική σύζευξη υψηλής ελληνικής παιδείας και ακλόνητης χριστιανικής πίστης.

Τις αρετές τους αυτές, όμως, δεν τις κράτησαν ως περίκλειστη ατομική περιουσία. Τις διέθεσαν για να τις διδάξουν στο λαό, με λόγια και με έργα, υπηρετώντας τον πιστά, με όλο τους το είναι. Και, κυρίως, προσφέροντας βοήθεια στους αδύναμους, τους στερημένους, τους πονεμένους. Δίδαξαν με πάθος την αγάπη, την κατανόηση, τη φιλαλληλία. «Δός άρτον τω πεινώντι, ιμάτιον τω γυμνώ, σκέπην τω ξένω. Ουκ έχεις οβολόν; Δός ποτήριον ψυχρού ύδατος».
Αφοσιωμένοι μέχρι τέλους στη διακονία της κοινωνίας, καταπονημένοι όμως από τη σωματική και πνευματική άσκηση, εγκατέλειψαν την επίγεια ζωή, αλλά το έργο τους αναδείχθηκε, όπως ο σπόρος του σιταριού που κρύβεται κάτω από τη γη και το χιόνι τους μήνες του χειμώνα, προετοιμάζοντας τον ευλογημένο καρπό του θερισμού. Έτσι, η διδαχή τους, αντέχοντας στο πέρασμα των αιώνων, παρέμεινε ως οικουμενικός και πανανθρώπινος κώδικας ενάρετης ζωής.
Σοφή και φωτισμένη, λοιπόν, η επιλογή των 3 Ιεραρχών, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, για να τιμηθεί η συμβολή τους στα γράμματα και, συγχρόνως, να εκπέμπoνται από και προς την εκπαιδευτική κοινότητα, αυτή την ημέρα κάθε χρόνου, τα μηνύματα, του Μεγάλου Βασιλείου «Παιδεία μόνον των κτημάτων αναφαίρετον και ζώντι και τελευτήσαντι παραμένουσα», του Ιωάννου Χρυσοστόμου «Και γαρ άτοπον, την μεν οικίαν μηδέποτε ανέχεσθαι εν εσπέρα χωρίς λύχνου και φωτός οράν, την δε ψυχήν έρημον διδασκαλίας οράν» και του Γρηγορίου του Θεολόγου « πρώτιστον των αγαθών, παιδείαν κτώμεθα».
Τί εννοούμε, όμως, λέγοντας «παιδεία»; Και τί, όταν μιλούμε για «εκπαίδευση»; Είναι, άραγε, έννοιες ταυτόσημες ; Κι αν όχι, ποιά είναι η σχέση τους ; Ας τις διακρίνουμε. Λέγοντας «παιδεία» εννοούμε εκείνη τη διαρκή και αδιάκοπη διαδικασία αγωγής, που έχει στόχο την πνευματική, ηθική και κοινωνική ολοκλήρωση του ανθρώπου. Τη σφαιρική του καλλιέργεια και την «τελείωση» του χαρακτήρα του. Το απόθεμα των αρχών και αξιών, με το οποίο πορεύεται στη ζωή του. Ένα απόθεμα, που το αποκτά με την «εκπαίδευση», δηλαδή με τη συστηματική διαδικασία απόκτησης γνώσεων, με στόχο την ανάπτυξη των πνευματικών, σωματικών και ηθικών ικανοτήτων του. Άλλο παιδεία, λοιπόν, και άλλο εκπαίδευση. Έννοιες συναφείς μεν, με κοινή ρίζα από το ρήμα «παιδεύω», αλλά όχι εννοιολογικά ταυτόσημες. Η παιδεία αποτελεί ευρύτερη έννοια από την εκπαίδευση. Η παιδεία είναι αφηρημένη έννοια, ενώ η εκπαίδευση συγκεκριμένη. Η παιδεία αποκτάται και με την εκπαίδευση, αλλά όχι μόνο από αυτήν. Τη σχέση των δύο εννοιών όρισε πολύ χαρακτηριστικά ο Αϊνστάιν: « Παιδεία είναι αυτό που μένει αφού ξεχάσεις αυτά που έμαθες στο σχολείο».
Και ποιά είναι η αξία της παιδείας, αυτή που κάνει τη διαφορά του «πεπαιδευμένου» από τον «απαίδευτο»; Η παιδεία, ως γνωστικό απόθεμα και αξιακό υπόβαθρο, αναπτύσσει τις διανοητικές δυνάμεις του ανθρώπου, διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, καλλιεργεί την κριτική του ικανότητα και τον ασκεί στο διάλογο και στην πειθώ. Εκλεπτύνει τα αισθητικά του κριτήρια, τον καθιστά ικανό να αναγνωρίζει το ωραίο, το δίκαιο, το ανθρώπινο και, συγχρόνως, του προσφέρει τη δυνατότητα όλα αυτά να τα απολαμβάνει. Διαπλάθει το ήθος του ανθρώπου και, με την προβολή υψηλών ηθικών προτύπων, οδηγεί στην αυτοσυνειδησία. Εν τέλει, η παιδεία είναι το στήριγμα της ζωής μας. «Βακτηρία βίου εστί γαρ παιδεία», όπως λέγει ο Μένανδρος στο διασωζόμενο στην Παλατινή Ανθολογία επίγραμμά του.
Τα διδάγματα των Τριών Ιεραρχών και, κυρίως, τα πρότυπα αρετής που προσέφεραν με το παράδειγμα της δικής τους ζωής, κατανίκησαν το χρόνο και παραμένουν φωτεινά. Και οφείλουμε, εκπαιδευτικό σύστημα και γονείς, να τα διατηρούμε ακόμη πιό φωτεινά, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, που οι σειρήνες της έκπτωσης των ηθικών αξιών και της κυριαρχίας του ατομικισμού παραμονεύουν.
Διανύουμε μιά εποχή όπου καθημερινά συντελούνται απρόσμενες εξελίξεις σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μεταβολές και αναδιατάξεις στον πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό τομέα, αλλά και στις καθημερινές σχέσεις που αναπροσδιορίζουν το ποιοτικό περιεχόμενο αξιών, θεσμών και αντιλήψεων και μετακινούν, πολλές φορές δραματικά, την κατεύθυνση του τρόπου με τον οποίο σκέπτονται τα άτομα και οι κοινωνίες. Τελευταίο τέτοιο παράδειγμα η πανδημία που έπληξε την παγκόσμια κοινότητα, εδώ και τρία χρόνια, που αναμφίβολα προκάλεσε ριζικές μεταβολές, κάποιες από τις οποίες, μάλιστα, μπορεί να εγκαθιδρυθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα ή ακόμη και μόνιμα, στην εν γένει συμπεριφορά των αρτόμων και στην εσωτερική «εντροπία» των κοινωνιών.
Βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο όπου οι ταχύτατοι ρυθμοί ανάπτυξης, ο έντονος ανταγωνισμός και η παγκοσμιοποίηση της αγοράς, σε συνδυασμό με την εκρηκτική πρόοοδο της τεχνολογίας και τις συνέπειες από την υπερτίμηση της χρησιμότητας και την υποτίμηση της «δοσολογίας» εμπλοκής της στην καθημερινή ζωή, σηματοδοτούν το τέλος μιάς εποχής και το πέρασμα σε μιά νέα.
Στην κορύφωση αυτής της διαδοχής των δύο εποχών, δύει πλέον εκείνη η αντίληψη που έλεγε πως αν κατάφερες να φτάσεις κάπου, δεν έχεις πια για τίποτε να νοιαστείς και ανατέλλει μιά άλλη αντίληψη, σκληρή και πιεστική, που σου θυμίζει πως το δύσκολο δεν είναι τόσο το να ανέβεις κάπου, όσο το να σταθείς εκεί που ανέβηκες.
Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, με μιά αδυσώπητη καθημερινότητα που αλλοτριώνει και κλονίζει την ισορροπία ανάμεσα στο «είναι» και στο «έχειν, δηλαδή στη «σχέση» και στην «κτήση», καλούνται οι νέοι άνθρωποι να χαράξουν τη δική τους πορεία και να βρουν το δικό τους προσανατολισμό.
Υπόθεση δύσκολη, πορεία δύσβατη, με πολλά μονοπάτια και σταυροδρόμια, χωρίς κάποια σήμανση που να προειδοποιεί τον νέο και να τον κατευθύνει στο καλό ή στο κακό, στο ανθρώπινο ή στο απάνθρωπο.
Και εδώ αναδεικνύεται η δική μας ευθύνη, των γονέων και των δασκάλων κυρίως, για το πώς θα παραδώσουμε στους νέους τη σκυτάλη.
Απαιτεί πολλή προσοχή αυτή η διαδοχή από γενιά σε γενιά.
Απαιτεί, επίσης, και την αυστηρή αυτοκριτική μας.
Δεν είμαστε καθόλου, εμείς οι μεγαλύτεροι, αμέτοχοι στην ευθύνη που, στις μέρες μας:
- αποκτήσαμε περισσότερη γνώση, αλλά λιγόστεψε η κρίση μας
- έχουμε πλατύτερους δρόμους, αλλά στενότερες αντιλήψεις
- μάθαμε πώς να εξασφαλίζουμε τα προς το ζην, αλλά ξεχάσαμε να ζούμε
- προσθέσαμε χρόνια στη ζωή μας, αλλά όχι ζωή στα χρόνια μας
-φτάσαμε ώς το φεγγάρι, αλλά δυσκολευόμαστε να βρούμε το δρόμο για να συναντήσουμε το γείτονά μας
- χτίσαμε πολυτελή σπίτια, αλλά διαλύουμε τις οικογένειες που ζουν μέσα σ’ αυτά.
Ασφαλώς, βέβαια, η συμβουλή μας προς τους νέους παραμένει δικαίωμα και, συγχρόνως, υποχρέωσή μας. Όμως, θα πρέπει να κατανοήσουμε πως, μάλλον αυταρέσκεια υποκρύπτει η ψευδαίσθηση ότι εμείς οι μεγαλύτεροι κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια, η δε αξίωσή μας στα πρόσωπα των παιδιών μας να αναπαραχθούν πιστά αντίγραφα του δικού μας εαυτού αποτελεί σίγουρα παράλογη επιθυμία. Εξάλλου, μη ξεχνάμε αυτό που έγραφε ο Ελύτης, πως «η γοητεία της νεότητας είναι η γοητεία του σφάλματος».
Ας το αποδεχθούμε, επιτέλους, πως σε άλλον κόσμο από αυτόν που ζήσαμε εμείς, θα ζήσουν τα παιδιά μας. Κι ας τα βοηθήσουμε να τον φτιάξουν ομορφότερο και να ζήσουν σ’ αυτόν ομορφότερα.
Εδώ, βέβαια, πρέπει να τονίσουμε και την αισιόδοξη όψη του νομίσματος.
Οι αξίες της ανθρωπιάς, της φιλίας και της αλληλεγγύης, του σεβασμού προς το συνάνθρωπο και της επιείκειας, της κατανόησης και της ταπεινοφροσύνης, εξακολουθούν να φωλιάζουν στις καρδιές των ανθρώπων (έστω, σε κατάσταση ύπνωσης) και να περιμένουν την αφορμή να εκδηλωθούν, συγκρατώντας τον ιστό κάθε κοινωνίας.
«Κι’ αν όλα τα άλλα παλιώνουν και σκουριάζουν, το φιλί που δεν εξελίχθηκε ουδέ κατ’ ελάχιστο από τα πανάρχαια χρόνια, τυχαίνει να είναι το πιό αναλλοίωτο πράγμα που διαθέτουμε», όπως, πάλι ο Ελύτης, γράφει.
Οι σημερινοί νέοι, παιδιά και έφηβοι τώρα, βρίσκονται σε μιά ενδιάμεση πορεία του κύκλου της ζωής τους, στην κατάληξη της οποίας θα παραλάβουν τη σκυτάλη για τη «διαχείριση» της κοινωνίας στην οποία θα ζήσουν και θα εργαστούν. Κι αν μέχρι τώρα είναι αδύναμοι να ανατρέψουν τους όρους και τους κανόνες της, αύριο θα είναι αυτοί οι ίδιοι πρωταγωνιστές και διαμορφωτές της.
Σε αυτούς τους νέους, απευθύνω τον παρακάτω παραινετικό μου λόγο.
Αγαπητά μας παιδιά,
Φροντίστε να μη ζείτε μια ζωή ανιαρή, κρυμμένη στους ίσκιους της αδιαφορίας και της αποχής. Μη σας ξεγελάει η ψευδαίσθηση ασφάλειας που προσφέρει η σιωπή. Να έχετε δίψα για τη ζωή, να μετέχετε με το σώμα και με την ψυχή σας σε όλες τις εκδηλώσεις της. Γιατί πραγματικός θρίαμβος είναι να γίνεται κανείς συνεργός στη δημιουργία και όχι μάρτυρας στην απραξία και στην αδράνεια.
Να βάζετε στόχους στη ζωή σας και να αγωνίζεστε με επιμονή και καρτερία για να τους κατακτήσετε. Να ξεχωρίζετε, όμως, τη θεμιτή φιλοδοξία από τη στείρα και άγονη ματαιοδοξία. Μη λησμονείτε ότι «χωρίς φιλοδοξία δεν ξεκινάει τίποτε. Χωρίς δουλειά, όμως, δεν τελειώνει». Γιατί, «όποιος θέλει να πάει μακριά, πρέπει να έρχεται και από μακριά». Ούτε είναι αρκετά το ταλέντο και η ευφυία, αν δε συνοδεύονται από επιμέλεια και ήθος. Γιατί τότε, μεταστρέφονται σε απρέπεια και πονηρία. Χαράξτε ανεξίτηλα στη μνήμη σας το αξίωμα «αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται έχει ήδη χάσει».
Κι αν κάποτε καταφέρετε να γίνετε μεγάλοι και ισχυροί, να έχετε πάντα στο μυαλό σας ότι ο συνηθέστερος κίνδυνος είναι να πιστέψετε πως η δύναμή σας είναι απεριόριστη σε διάρκεια και έκταση. Είναι τότε που η επιτυχία τυφλώνει, η ανέλεγκτη δύναμη αδυνατίζει την αυτογνωσία και παραμονεύει η καταστροφική αλαζονεία και η οίηση.
Να φροντίζετε να μη διολισθαίνει σε αυτοσκοπό και απληστία η επιθυμία για τα υλικά αγαθά και το χρήμα. Κι αν τύχει να τα αποκτήσετε, μη τα χρησιμοποιείτε για επίδειξη καταναλωτικής ευχέρειας. Να έχετε πάντοτε κατά νου πως η διαδρομή από την ψευδαίσθηση της αφθονίας ώς την πραγματικότητα της ανέχειας είναι πολύ σύντομη. Ούτε και να τα διαθέτετε και να τα δαπανάτε με τρόπο που να προκαλεί όσους δεν τα έχουν. Μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να μη τα απέκτησαν, όχι γιατί ήταν λιγότερο άξιοι, αλλά γιατί ήταν λιγότερο τυχεροί από σας.
Και, ακόμη, μη παραβιάζετε το όριο και το μέτρο που κάνουν τα υλικά αγαθά χρειαζούμενα ή και απαραίτητα. Μη ξεχνάτε ποιά σοφή συμβουλή προς τον ένδοξο και κραταιό Μιθριδάτη βάζει στο στόμα του μάντη ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημά του «Εν πορεία προς την Σινώπην»:
Μα ν’ αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να του πεις αυτό αξιωματικέ.
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.
Να πεις στον βασιλέα Μιθριδάτη:
Λίαν σπανίως βρίσκεται ο εταίρος του προγόνου του ο ευγενής,
που εγκαίρως με την λόγχην γράφει στο χώμα επάνω
το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα.
Και μη λησμονείτε το Ευαγγελικόν «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Φροντίστε να πλουτίσετε σε γνώση, ευγένεια, κατανόηση, φιλαλληλία και συντροφικότητα. Και, όπου κι αν βρίσκεστε, να σκάβετε βαθειά. Κάτω είναι η πηγή της γνώσης, η πηγή της σοφίας.
Μοιραστείτε χαρές, αγωνίες, ιδέες με τους συνανθρώπους σας και μοιράστε γενναιόδωρα θαυμαστικά γύρω σας, εκεί που το αξίζουν. Όπου οι άλλοι θυμώνουν, μεμψιμοιρούν, φθονούν, καταγγέλλουν, εσείς βρείτε κάτι να θαυμάσετε.
Δώστε περισσότερη σημασία στο τι δίνετε και όχι στο τι παίρνετε. «Μακάριον εστί το διδόναι μάλλον ή το λαμβάνειν», δηλαδή περισσότερη ευτυχία σού προσφέρει το να δίνεις, παρά το να παίρνεις. Στη γενναιόδωρη προσφορά θα βρείτε το μυστικό της αληθινής ευτυχίας. Και να είστε βέβαιοι πως γι’αυτό θα ανταμειφθείτε. Όχι με υλική ανταμοιβή, αλλά με μιαν άλλη ανταμοιβή που και οι ίδιοι θα αναγνωρίσετε ότι είναι πολυτιμότερη κι απ’ την πιο μεγάλη υλική περιουσία. Οι άνθρωποι χρειάζονται ελάχιστα πράγματα για να είναι ευτυχισμένοι. Και, δυστυχώς, κάνουν πολλά για να μην είναι. Aπό τους Προσωκρατικούς, ο Δημόκριτος έγραψε: "Ευδαιμονίη ψυχής έργον, ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ· ψυχή οικητήριον δαίμονος" δηλαδή "Η ευδαιμονία είναι έργο, απόκτημα της ψυχής του ανθρώπου, η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα κοπάδια ζώων ούτε αγοράζεται με χρυσάφι. Η ψυχή είναι η κατοικία της ευδαιμονίας".
Πορευθείτε με οδηγό αυτή την, αμετάφραστη σε οποιοδήποτε ξένο λεξιλόγιο, μαγική ελληνική λέξη «φιλότιμο», έναν κώδικα συμπεριφοράς που απαιτεί να σέβεσαι τον εαυτό σου και τους άλλους, να κάνεις το καθήκον σου, να υπερασπίζεσαι την τιμή σου.
Μην παριστάνετε κάτι αλλιώτικο από αυτό που είστε, τάχα τον πιο δυνατό, τον πιο σοφό, τον πιο σπουδαίο. Γιατί, ακόμη κι αν πρόσκαιρα παραπλανήσετε τους άλλους, δε θα καταφέρετε να ξεγελάσετε τον ίδιο σας τον εαυτό.
Να είστε γνήσιοι και αληθινοί, ακέραιοι και ευθείς σε ό,τι σκέφτεστε, λέτε ή πράττετε. Περιφρονείτε ό,τι είναι υποκρισία και κρυψίνοια. Όμως, να είστε γενναιόδωροι στα συναισθήματά σας. Να μη διστάζετε να δεχθείτε από πριν πως κάθε άνθρωπος που σας τυχαίνει στο δρόμο σας είναι τίμιος και ειλικρινής όπως εσείς, εκτός κι αν έχετε αποδείξεις για το αντίθετο. Τότε, βέβαια, να φυλάγεστε απ’ αυτόν, χωρίς όμως, και πάλι, προσβλητικά να του το δείχνετε. Αν σας ξεγελάσουν, αν σας απογοητεύσουν, προσπεράστε το και προσπαθείστε να μη το συλλογιέστε πια. Και μην το βάζετε κάτω. Ο κόσμος είναι μεγάλος , η ζωή αστείρευτη κι ο άνθρωπος κατά βάθος είναι καλός.
Αγωνιστείτε για τα αγαθά ολόκληρης της κοινωνίας που ζείτε και πάρτε μαζί σας όσους περισσότερους μπορείτε σ’ αυτό τον ωραίο αγώνα. Μη μένετε αδιάφοροι και αμέτοχοι στους αγώνες για να γίνεται η κοινωνία καλύτερη και πιό ανθρώπινη. Ο Μπρέχτ έγραφε: «Όποιος μένει σπίτι σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει τους άλλους ν’ αγωνιστούν για την υπόθεσή του, πρέπει προετοιμασμένος να’ ναι. Γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί, θα μοιραστεί την ήττα». Η ελευθερία, η δημοκρατία, η δικαιοσύνη, η ευημερία δεν είναι μόνιμα αγαθά ούτε και διατηρούνται άφθαρτα. Δοκιμάζονται και κατακτώνται κάθε μέρα και ώρα και απαιτούν τη συνευθύνη, τη διαρκή προστασία και τη συνεχή φροντίδα από πολλούς. Και, όπως έγραφε ο Ισοκράτης, καταστρέφονται όταν οι πολίτες θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σταθούμε λίγο για να σχολιάσουμε τη σχέση των εννοιών, παιδεία και δημοκρατία, δύο εννοιών πολύ σημαντικών, τόσο για την ιδιοσυστασία του ατομικού «είναι» κάθε πολίτη, όσο και για τη διαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος, στο οποίο ζεί και συμμετέχει, από το οποίο επηρεάζεται, αλλά και το επηρεάζει, εφόσον βέβαια έχει τη βούληση και, πάντοτε, κατά την ικανότητα που διαθέτει.
Παιδεία και δημοκρατία βαδίζουν παράλληλα, αλληλοτροφοδοτούνται και συνιστούν ένα διώνυμο σε μιά σχέση συναρτησιακή και όχι αιτιοκρατική. Αυτή η παράλληλη πορεία των δύο όρων του διωνύμου αναδεικνύει και την ανάγκη διαπαιδαγώγησης του ατόμου - πολίτη, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου.
Η δημοκρατία, ως πολίτευμα του μέτρου, της ισοπολιτείας, της ισονομίας, της ισηγορίας, χρειάζεται πολίτες που να έχουν την αίσθηση των ορίων των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους, πολίτες που να μπορούν να αντιστέκονται στο φανατισμό και τους στείρους δογματισμούς, απ’ όπου κι αν αυτοί καλλιεργούνται. Η δημοκρατία, επίσης, είναι ένα πολίτευμα «εν εξελίξει» και «εν τω γίγνεσθαι» και όχι οπωσδήποτε μια παγιωμένη και τελεσίδικα ολοκληρωμένη κατάσταση. Με την έννοια αυτή έχει ανάγκη από νέες ιδέες, ελπιδοφόρα ερεθίσματα και, ακόμη, χρειάζεται στάσεις και σκέψεις, που θα την κρίνουν αυστηρά και θα την αμφισβητήσουν.
Όταν ο Αριστοτέλης (στα «Πολιτικά» του), έγραφε «δύο γαρ εστιν οίς η δημοκρατία δοκεί ωρίσθαι, τω το πλείον είναι κύριον και τη ελευθερία», δηλαδή «δύο είναι τα γνωρίσματα που καθορίζουν τη δημοκρατία, η κυρίαρχη εξουσία του πλήθους και η ελευθερία», δεν εννοούσε ασφαλώς πως «το πλήθος» (πρέπει να) είναι ελεύθερο μόνο στις πράξεις του, αλλά και στις κρίσεις του, ιδιαίτερα μάλιστα για εκείνους που «άρχουν» στο όνομά του. Άλλωστε, χωρίς την ελευθερία επίκρισης, μηδενική αξία έχει και ο έπαινος. Σχετική και η αναφορά του επιφανούς Γάλλου συνταγματολόγου Burdeau, «Ο λαός δεν είναι ένας ηγεμόνας που παραιτείται, ούτε ένας βουβός που μόνο συγκατανεύει. Είναι ένας αφέντης που διατάζει». Το επίγραμμα του Eπίμαρχου «νάφε και μέμνασo απιστείν», δηλαδή «να παραμένεις νηφάλιος και να θυμάσαι να δυσπιστείς», σε ελεύθερη μετάφραση «να μη δέχεσαι άκριτα το κάθετι, αλλά να εξετάζεις νηφάλια και προσεκτικά την αλήθεια του», καθώς και το λατινικό απόφθεγμα “de omnibus dubitandum” («για όλα να αμφιβάλλεις»), δείχνουν τον ορθό τρόπο σκέψης και κρίσης.
Η δημοκρατία, ως πολίτευμα που προϋποθέτει την άμεση και ενεργό συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, έχει ανάγκη άτομα – πολίτες, που να θέλουν και να γνωρίζουν τον τρόπο συμμετοχής τους στις διαδικασίες για την επίλυση προβλημάτων, που αφορούν τόσο την προσωπική όσο και την κοινωνική τους ζωή. Η αδιαφορία και η απάθεια για τα «κοινά», συνιστούσαν όνειδος στην αντίληψη περί «δήμου» και «πολιτείας» των αρχαίων Ελλήνων. Oι αφορισμοί, η απογοήτευση, η αποστροφή και η αδράνεια δεν προσφέρουν λύση στα προβλήματα.. Αντίθετα, τα γιγαντώνουν.
Ο Θουκυδίδης έγραφε «...βουλεύσαι δ΄αν βέλτιστον τους ξυνετούς, κρίναι δ’ ακούσαντας τους πολλούς», δηλαδή « οι συνετοί είναι οι πιό άξιοι για να δίνουν συμβουλές, αλλά οι πολλοί είναι οι πιό άξιοι για να κρίνουν, αφού όμως πρώτα διαφωτισθούν». Και ο Αριστοτέλης (στα «Ηθικά Νικομάχεια»»), «χρη τον δάμον αυτόν ορώντα αιρείσθαι πάντας τους εύνους αυτώ», δηλαδή «πρέπει ο δήμος (ο λαός), αφού εξετάσει προσεκτικά, να διαλέξει εκείνους που θα είναι πραγματικά ωφέλιμοι γι’ αυτόν». Aν, λοιπόν, δεν αυθυποβληθεί ο πολίτης στη βάσανο της (επί)γνωσης για το διακύβευμα της επιλογής του, τότε ο ίδιος αποδεικνύεται ανεύθυνος και η ψήφος του όχι μόνο άστοχη, αλλά και επιζήμια. Γιατί δημοκρατία σημαίνει και ευθύνη. Όχι, φυσικά, μόνον εκείνων που ελέγχονται, αλλά και εκείνων που ελέγχουν.
Η παιδεία, λοιπόν, μέσα από την εκπαίδευση, είναι το μόνο ασφαλές μέσο για να προσφέρει στο νέο άνθρωπο, τον αυριανό ενεργό πολίτη, τη γνώση, την αυτόνομη σκέψη, την κριτική ικανότητα, την ελεύθερη βούληση, τη γόνιμη αμφισβήτηση, την κοινωνική συνείδηση, για να μπορέσει να κατανοήσει την έννοια της δημοκρατίας και να την υπηρετήσει ως άτομο και ως μέρος του συνόλου. Και, υπό αυτή την έννοια, η παιδεία είναι η «τροφός της δημοκρατίας».
Ημέρα των γραμμάτων σήμερα, της παιδείας, της μάθησης, του μαθητή, ασφαλώς όμως και του εκπαιδευτικού. Του «δασκάλου», υπό την ευρύτερη έννοια του όρου και ανεξάρτητα από την βαθμίδα εκπαίδευσης που υπηρετεί, του παιδαγωγού, δηλαδή, κατά την ετυμολογία της λέξης, του αγωγού του παιδός, αυτού που άγει τον παίδα, που τον οδηγεί στον (ορθό, εννοείται) δρόμο. Αναμφισβήτητος ο ρόλος του στη διδαχή και παροχή παιδείας στους νέους, μέσα από τη διδασκαλία και τη διαδικασία της εκπαίδευσής τους. Αδιαμφισβήτητη και η εξουσία και η επιρροή του στο μαθητή και στην μαθητική κοινότητα ολόκληρη.
Και πώς ο σωστός δάσκαλος πρέπει να χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη ; Ο Δελμούζος , βέβαια, θέλει τον δάσκαλο ούτε λίγο ούτε πολύ ιεραπόστολο. Πράγματι, πολλά προτερήματα πρέπει να έχει ο δάσκαλος για να μπορεί να γίνει ο ηγέτης, ο εμπνευστής, το πρότυπο για το μαθητή του. Να έχει ταλέντο στη διδακτική και στην παιδαγωγική (όμως, αν δεν το έχει, δε φταίει αυτός), να αφιερώνει χρόνο και κόπο για την προετοιμασία της μεθόδου που θα μεταδώσει τη γνώση και, κυρίως, το ερέθισμα για τον εμπλουτισμό της γνώσης με πρωτοβουλία του ίδιου του μαθητή του, χρόνο και μόχθο επίσης για τη διαρκή ανανέωση της δικής του γνώσης και την εφαρμογή νέων μεθόδων ή μέσων που την διευκολύνουν (στο σημείο αυτό είναι σκόπιμη μιά υποσημείωση για τα σύγχρονα μέσα, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, την ωφελιμότητά τους, αλλά και τους κινδύνους από την χωρίς μέτρο χρήση-κατάχρησή τους), να επιμελείται την εμφάνιση και να προσέχει τη συμπεριφορά του, οριοθετώντας τες σε πλαίσια που θα διδάσκουν το ορθό και το πρέπον, χωρίς ασφυκτικούς περιορισμούς, αλλά ούτε και εκτροπές στο εξεζητημένο και το μη ευπρεπές. Να επιδιώκει με το παράδειγμά του να διδάσκει ήθος και ευπρέπεια, να πείθει ότι αγαπά τους μαθητές του και ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, να επεκτείνει τη διδασκαλία του και σε θέματα έξω από το στενό πλαίσιο της ειδικότητάς του, τα οποία είναι το ίδιο - ή και περισσότερο - σημαντικά για το «κτίσιμο» της προσωπικότητας των μαθητών του.
Πολλά «πρέπει» να είναι ο σωστός δάσκαλος κι άλλα τόσα «δεν πρέπει» . Δεν υπάρχει για όλα αυτά ούτε κατάλογος ούτε κώδικας, άλλωστε εξαρτώνται και αυτά από τα ποικίλα και μεταβλητά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τόσο του «πομπού», του δασκάλου δηλαδή, όσο και του «δέκτη», του μαθητή. Και τέτοια είναι η ηλικία , το περιβάλλον, οι προσφερόμενες δυνατότητες στη διδασκαλία (επιμόρφωσης , εγκαταστάσεων κλπ. ) και πολλά άλλα.
Στη δική μου αξιολογική κλίμακα, θα έδινα την πρώτη θέση στα «πρέπει» στο να είναι δίκαιος με την μαθητική κοινότητα στο σύνολό της και με τον κάθε μαθητή ξεχωριστά.
Αξίζει πραγματικά να θαυμάζει κανείς πόσο τα παιδιά, αφότου μέσα στο σχολείο αρχίζουν συστηματικά να κοινωνικοποιούνται, είναι ευαίσθητα σ’ αυτό που αργότερα θα μάθουν πως λέγεται δικαιοσύνη. Θυμώνουν και διαμαρτύρονται (ή, εάν φοβούνται να εκδηλωθούν, καταπίνουν την οργή τους και υποφέρουν) όταν αδικούνται από την παράλογη, τη μεροληπτική, την ασυνεπή στάση των μεγάλων απέναντί τους. Η αξίωσή τους για ίση μεταχείριση, για ορθή εκτίμηση των αναγκών τους, για την τήρηση των υποσχέσεων που τους έχουν δοθεί, είναι ανυποχώρητη. Δύσκολο να πείσεις τους μαθητές ότι επιτρέπεται να υπάρξουν εξαιρέσεις στον κανόνα, ακόμη και όταν ειδικές περιστάσεις το επιβάλλουν, όταν π.χ. ο δάσκαλος είναι αναγκασμένος να φανεί ενδοτικός και επιεικής, να χαριστεί, στο «ξένο», στο μικρότερο, στο αδύναμο (από οποιαδήποτε αιτία) παιδί. Μόνο τότε συμβιβάζονται, αν συγκινηθούν από συμπάθεια προς αυτό ή αν μετριάσει τις αντιστάσεις τους η έκκληση στη γενναιοψυχία τους (και αυτό καλείται να το προκαλέσει έντεχνα ο ίδιος ο δάσκαλος).
Περισσότερο από όλους τους άλλους που παίζουν ρόλο στη ζωή τους, δικαιοσύνη περιμένουν οι μαθητές από τον δάσκαλο. Αυτός προσωποποιεί μέσα στη συνείδησή τους ό,τι θα μάθουν αργότερα ότι αποτελεί το βάθρο και την εγγύηση της τάξης στη συλλογική ζωή, τον νόμο. Και νόμος άδικος για το αδιάφθορο, το παρθένο ακόμη αίσθημά τους δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Γι’ αυτό, πολλές ατέλειες και αδυναμίες μπορούν να συγχωρέσουν στο δάσκαλο, ποτέ όμως την αδικία του. Έχει ανεπανόρθωτα χάσει το κύρος του, δεν «στέκεται» πια μέσα στην τάξη ο μεροληπτικός και άδικος δάσκαλος. Και δεν θα είναι μόνο οι παραμερισμένοι από την άδικη στάση του μαθητές που θα πάψουν να τον σέβονται και να τον τιμούν. Κατά βάθος, θα τον περιφρονούν και εκείνοι που ευνοήθηκαν από τις χαριστικές του πράξεις.
Από την άλλη, εκείνο που τοποθετώ πρώτο στα «δεν πρέπει» και θεωρώ πως είναι καταστροφικό και για τον ίδιο και για τη σχέση του με τον μαθητή και με το μαθητικό σύνολο και, κατά τούτο, οφείλει να αποφεύγει, είναι το να μεταχειρίζεται την προσωπική προσβολή ως όπλο συνετισμού στις περιπτώσεις που η σχέση αυτή συγκυριακά και πρόσκαιρα βρίσκεται σε όξυνση, αντιπαλότητα ή σύγκρουση ( αφορμές θα μπορούσε να είναι πολλές, κάποια αταξία, ανυπακοή, μειωμένη επίδοση, κακή συμπεριφορά του μαθητή κ.α.).
Αφού τονίσω ότι, όσα ανέφερα προηγουμένως για τους εκπαιδευτικούς, τους δασκάλους, στα σχολεία, ισχύουν καθολικά και για τους γονείς, γιατί κι αυτοί είναι ουσιαστικοί δάσκαλοι για τα παιδιά τους, μέσα από τη στάση και το παράδειγμα που τους δίνουν στο οικογενειακό περιβάλλον έτσι που, δάσκαλοι και γονείς, σχολείο και οικογένεια, να είναι έννοιες παράλληλες και ρόλοι συμπληρωματικοί, επανέρχομαι και κλείνω με παραινετική προς τους νέους κατακλείδα.
Αγαπητά μας παιδιά,
Συνεχίστε την προσπάθειά σας με επιμέλεια, υπομονή και επιμονή στους στόχους σας. Είναι η περίοδος που αποκτάτε εφόδια και επενδύετε μόχθο και επίπονη εργασία για να έχετε αύριο μιά ζωή στην οποία θα είστε πρωταγωνιστές.
«Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπον, οπού εμείς ελευθερώσαμε», όπως κατέληγε ο γηραιός πλέον, αλλά πάνσοφος, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη μνημειώδη ομιλία του προς τους νέους, στην Πνύκα, τον Οκτώβριο του 1838.
Και ως επιτομή όλων των παραπάνω, κρατείστε την τελευταία παραίνεση, « να αγωνίζεστε όχι για τα περισσότερα, αλλά για τα ευπρεπέστερα, αυτά που αρμόζουν περισσότερο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια ».
Εμείς οι μεγαλύτεροι, με την πολύτιμη πείρα που έχουμε αποκτήσει, αλλά και με επίγνωση του τί πράξαμε σωστά και τί όχι, είμαστε αισιόδοξοι πως θα φτιάξετε έναν κόσμο καλύτερο απ’ αυτόν που σας παραδίδουμε. Έχετε απεριόριστη την αγάπη και εγκάρδιες τις ευχές μας για «αίεν αριστεύειν». Και κάτι ακόμη που αποδεικνύεται πολύ σημαντικό στη ζωή όλων μας. Σ’ αυτό το ταξίδι της ζωής που ξεκινήσατε, σας ευχόμαστε από την καρδιά μας να έχετε και καλή τύχη.
*Ομιλία του Γιώργου Λυσαρίδη, προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, στην διαδικτυακή διάλεξη του Σωματείου το βράδυ της Δευτέρας 30 Ιανουαρίου 2023, με θέμα «Η διδαχή των Τριών Ιεραρχών. Η παιδεία, ως στήριγμα και περιεχόμενο της ανθρώπινης ζωής».