H καθημερινή έκφραση μιας ιδιόμορφης επιθετικής πολιτικής από τη γειτονική Τουρκία, δημιουργεί πολλά ερωτήματα για τις αιτίες που την προκαλούν.

Είναι πλέον προφανές και στον πιο αφελή πασιφιστή παρατηρητή ότι είναι μια πραγματικότητα:

Η επικράτηση μιας ακραίας ισλαμο - εθνικιστικής ιδεολογίας,

-η επιθετικότητα ως μόνιμο χαρακτηριστικό της στρατιωτικο - πολιτικής ηγεσίας,

-η διαμόρφωση ενός αυταρχικού πολιτεύματος που αποστερεί από τις θετικές δυνάμεις κάθε δυνατότητα έκφρασης,

-η εμφάνιση ενός απειλητικού τουρκικού επεκτατισμού, από τη στιγμή που ο Ερντογάν συνήψε συμμαχία με το κεμαλικό Βαθύ Κράτος και εν τέλει,

-η φάση ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας είναι τέτοια, που -με την απόλυτη ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία των ακραίων ισλαμοεθνικιστών- καλλιεργεί και υποκινεί τις ιμπεριαλιστικές τάσεις, όπως ξεκάθαρα πλέον εκφράζονται στη Συρία, στη Λιβύη, στην Κύπρο και στο Αιγαίο. Και κάνει επίκαιρη την επισήμανση του Λένιν: «Δεν μπορεί να γίνει ούτε βήμα στον τομέα της λύσης των πρακτικών καθηκόντων αν δεν κατανοηθούν οι οικονομικές ρίζες αυτού του φαινομένου, αν δεν εκτιμηθεί η πολιτική και κοινωνική του σημασία ....» ("Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού").

Όλα αυτά κάνουν αναγκαία τη γνώση για την ιστορία των μηχανισμών και των ιδεολογιών που διαμορφώθηκαν από τις αρχές του 20ου αιώνα και ενυπάρχουν με ξεκάθαρη ισχύ σε όλες τις φάσεις της ανάπτυξης της κρατικής και κοινωνικής συγκρότησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Πόντιοι, Μικρασιάτες και Αρμένιοι

Κατά συνέπεια είναι πολύτιμη η ιστορική εμπειρία των μη μουσουλμανικών πληθυσμών που προέκυψαν από τις σκληρές διαδικασίες μετεξέλιξης της πολυεθνικής (ισλαμικής) Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κράτος - έθνος. Και ακριβώς, τη γνώση αυτών των διαδικασιών έφεραν μέχρι τις μέρες μας οι ομάδες εκείνες που επιβίωσαν και κατέφυγαν πρόσφυγες στην Ελλάδα (Αρμένιοι, Μικρασιάτες και Πόντιοι, Ασσύριοι κ.ά.).

Η ανάδυση της ιστορικής μνήμης των ελληνικών προσφυγικών ομάδων από τη δεκαετία του 1980 προκάλεσε την αμηχανία της ελληνικής Αριστεράς, η οποία δεν μπόρεσε να δει την αυτονομία του ιστορικού φαινομένου σε σχέση με την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.

Και ακριβώς γι’ αυτό έκλεισε τα μάτια και τα αυτιά της μπρος στη Μνήμη του Λαού, που για πρώτη φορά έβγαινε στο δημόσιο χώρο διατυπώνοντας (άτεχνα πολλές φορές) έναν πολιτικό διεκδικητικό ρόλο. Αδυνατώντας η Αριστερά μας να ξεφύγει από τα στερεότυπα και να χρησιμοποιήσει τη μαρξιστική μέθοδο -τη μόνη που μπορούσε να αποκαλύψει την πραγματική φύση εκείνων των γεγονότων- επέλεξε μια μεταμοντέρνα αντιλαϊκή προσέγγιση αυτού του κινήματος Μνήμης.

Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει πολύτιμο χρόνο στο να εκφράσει αυτούς τους νέους προβληματισμούς. Απεμπολώντας αυτή τη μνήμη, την εκχώρησε στις πιο αλλότριες δυνάμεις, που ουδεμία σχέση είχαν και απλώς για ίδιον πολιτικάντικο όφελος προσπάθησαν να καλύψουν το κενό και να αξιοποιήσουν την ευκαιρία που τους έδινε η ίδια η Αριστερά.

Πιστεύοντας ότι σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει προς τη θετική κατεύθυνση, ότι η Αριστερά έχει ωριμάσει πάνω στα ζητήματα αυτά και ότι οι ραγδαίες εξελίξεις με την Τουρκία επιβάλλουν την αξιοποίηση της ιστορικής εμπειρίας για την κατανόηση των βαθύτερων αιτίων της τουρκικής επιθετικότητας, έγραψα το επετειακό κείμενο με τίτλο «Με αφορμή την επέτειο της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Αυγή" στις 17 Μαΐου:

http://www.avgi.gr/article/10811/11081118/me-aphorme-ten-epeteio-tes-genoktonias-tou-pontiakou-ellenismou

Αναδημοσιεύτηκε στο TVXS:

https://tvxs.gr/news/istoria/me-aformi-tin-epeteio-tis-genoktonias-toy-pontiakoy-ellinismoy

Επίσης, ένα παλιότερο σχετικό άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εποχή»,: https://kars1918.wordpress.com/2015/12/09/epohi/, όπου το συμπέρασμα ήταν: «Το μόνο πραγματικό ζήτημα που υπάρχει για το ζήτημα της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυροχαλδαίων), δυστυχώς δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό: Είναι η σωστή προσέγγιση και η τοποθέτηση του ζητήματος σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, ώστε να αποφευχθεί η ιδεολογική χρήση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων από ακροδεξιούς, ρατσιστές, αλυτρωτιστές. Και αυτό είναι απολύτως εφικτό, αρκεί να γίνει κατανοητό και να σταματήσουν οι σκιαμαχίες, οι οποίες προσπαθούν να αμφισβητήσουν ή να μειώσουν τη σημασία μιας πραγματικά τραγικής σελίδας της σύγχρονης ιστορίας.»

Κατανοώντας το Ολοκαύτωμα μέσω της γενεαλογίας του Ναζισμού

Θεωρώ πολύ σημαντική την καλή εποπτεία της πορείας των ιστορικών ρευμάτων μέσα στο χρόνο. Εποπτεία που μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε συμπεριφορές, που σε πρώτη ανάγνωση φαίνονται ακατανόητες. Αυτήν ακριβώς την ανάγκη καλύπτει η αναζήτηση της γενεαλογίας του Ναζισμού με το κείμενο «Αναζητώντας την αρχική έμπνευση για τη ναζιστική ‘τελική λύση’...». Το κείμενο αυτό συντάχθηκε για το σεμινάριο «Comparing genocide and mass atrocities», που διοργανώθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2018 από τη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης και το διεθνές Ίδρυμα Μνήμης για τη Σοά - εβραϊκό Ολοκαύτωμα (Mémorial de la Shoah)

https://kars1918.wordpress.com/2020/01/28/shoa-nazi/

Η εικόνα που είχε ο Χίτλερ για τον Μουσταφά Κεμάλ είναι γνωστή από παλιά και κυρίως μέσα από το έργο του κεμαλικού δημοσιογράφου και συγγραφέα Falih Rıfkı Atay όπου στο βιβλίο του υπό τον τίτλο Cankaya γράφει ότι με τουρκική αντιπροσωπεία επισκέφτηκαν τον Χίτλερ για τα 50κοστά του γενέθλια. Ο Χίτλερ απευθυνόμενος προς αυτούς ανέφερε τον Μουσταφά Κεμάλ ως δάσκαλό τους λέγοντας: «…ο Mουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής κι εγώ (δηλ. ο Χίτλερ) είμαι ο δεύτερος μαθητής του».

Η παραδοχή από τον ίδιο τον Χίτλερ ότι το κεμαλικό κίνημα υπήρξε πηγή έμπνευσης δεν ήταν μόνο απόρροια της διπλωματικής αβροφροσύνης προς την τουρκική αντιπροσωπεία.

H Völkischer Beobachter, το επίσημο όργανο του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος NSDAP, παρουσίαζε με θαυμασμό το κίνημα του Ατατούρκ αποδίδοντάς του τον χαρακτηρισμό «Τούρκοι εθνικιστές». Τις μέρες της ολοκληρωτικής νίκης κατά των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, το Σεπτέμβριο του 1922, η ναζιστική εφημερίδα έγραφε: «…το όνομα του Μουσταφά Κεμάλ βρισκόταν στα χείλη όλων».

Μέσα από κείμενα των δεκαετιών 1920 και 1930 γίνεται φανερό ότι ο Χίτλερ παραλλήλιζε τον εθνικοσοσιαλισμό που κήρυττε, με την Τουρκία του Ατατούρκ. Ένα τέτοιο παράδειγμα βρίσκουμε το 1933 στην εφημερίδα Kreuzzeitung, όπου αναφέρεται ότι «ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός του Αδόλφου Χίτλερ και ο τουρκικός κεμαλισμός σχετίζονται στενά μεταξύ τους».

Mε τους Νεότουρκους είχαν συνδεθεί σημαίνοντα στελέχη των Ναζί, όπως ο διοικητής του Άουσβιτς Ρούντολφ Ες, καθώς και ο εμπνευστής των στρατοπέδων εξόντωσης Χάινριχ Χίμλερ. Ο Χίμλερ Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1920 ο Χίμλερ συζητούσε με Τούρκους φίλους του για «τουρκικές λύσεις στα προβλήματα της Γερμανίας.» και αυτή η πρόταση του Χίμλερ είναι η πλέον αποκαλυπτική σε συμβολικό επίπεδο απόδειξη της γενεαλογίας των ναζιστικών μεθόδων φρίκης.

Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός