Της Ευδίας.
Στης Αρμενοπούλου το ‘κοσεννιά, ανάμεσα του ‘70 και του πάντοτε, ειπώθηκαν πράματα. Στο νοικιάρικο του ισογείου, μεντρεσέ συντρόφων, καλόξενων και αυθεντομισαφιρέων, μελισσώνα που επικονίασε τις άξεστες ποντιοσύνες μας, αποδομήσαμε μ’ ευλάβεια ο καθείς των συνοίκων του τις κληρονομιές και ‘μπιστευτήκαμε αλλήλοις απελέκητα κεράνια και ακαλούπωτους πλίνθους στ’ αδέξια μαστοριλίκια μας.
Ήταν που την τζεχελοσύνη μας ξόρκιζε μα θες, ο οίστρος στα μεράκια των βλεμμάτων.
Και χτίσαμε συθέμελα, στην κολεχτίβα των πλιθιώ μας, γιαν - γιανά του καθενός το Παρεκκλήσι.
Ο εις με τ ’αλλουνού τ’ αλφάδι. Και του ταιριάξαμε μαρτάκια και παραστάρια, δώματα και δρανία αναδομώντας, μακάριοι εμείς οι σταμπασήδες, με μισιακό το πηλοφόρι, μισιακό και το σαούλι.
Στο κολχόζ της Αρμενοπούλου, σ’ έναν το τεκ’ το σπορίδ’ εσποριδίασαμ’ και σπείραμε και βοτανίσαμε και ‘κόμαν θερίζομε και πάντα αλωνίζομε.
Τις ζείδωρες τις ζειές, απ` των Αγίων μας τις σοδειές, με μισιακό το λιχτρομάκελλον, μισιακό το λεγμετέριν.
Και σμίξαμε γεννήματα, αψιά μπαχάρια κ’ άλευρα στα προζύμια μας, μακάριοι εμείς οι φουρουτζήδες, και ζύμη ζυμώσαμε με ρεφενέ το τρόζι και ζύμη φουρνίσαμε της γενιάς μας Ύψωμα. Με μισιακό το ζούμωτρο, μισιακή και την πυρρίφτε.
Στο καραβάν σαράι μας, θαρρείς της Ζύγανας ίδιο, στης Αρμενοπούλου το ‘κοσεννιά,
εμείς οι αλχημιστές του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης.
Στ’ς Ευδίας εμούν τον καιρόν.
Όπου ανάμεσα του ‘70 και του πάντοτε ειπώθηκαν πράματα.
Στους τέκτονες και μπριγαδέιρος του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών και Σπουδαστών Θεσσαλονίκης, απ` του `70 μέχρι του πάντοτε, συλλογισμένα ανατίθεμαι.
Λαμπρόπουλος Δημήτρης
Some help...
Ευδία, η: για τους Πόντιους η Άνοιξη. (αρχαιοελληνικός όρος, το λέει κι ο Μπαμπινιώτης). Αρμενοπούλου, η: οδός της εθιστικής Σαλλλονίκης μας.

Στο 29 στεγαζόταν ο Σύλλογος Ποντίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης.
Μεντρεσές, ο: ευκτήριο και μορφωτικό ίδρυμα για τους μουσουλμάνους.
(stay cool, η προβοκάτσια είναι σημειολογική).
Τζεχελοσύνη, η: η απειρία και αδέξια συμπεριφορά του τζεχέλη, όπου τζεχέλ ο αδαής στην αραβική γλώσσα. Χρησιμοποιείτο στα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου.
(κατά τον γλωσσολόγο ακαδημαϊκό Τομπαΐδη, η Ποντική / Ποντιακή είναι διάλεκτος
της ελληνικής γλώσσας και όχι αυτόνομη γλώσσα. Διακρίνονται επίσης αρκετά ιδιώματα της).
Κεράνι, Μαρτάκι, το: σε διάφορα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου, οι εσωτερικοί ξυλοδοκοί δομικής στήριξης οικίας.
Δώμα, το: σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου η χωμάτινη ταράτσα οικίας.
Δρανί, το: σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής το μπαλκόνι ή και ο φεγγίτης οικίας.
Αψιά, τα: εδώ τα πικάντικης γεύσης. Από το αψύς.
Φουρουτζής-ήδες, ο: ο φούρναρης στην τουρκική. Χρησιμοποείτο σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου.
Κολεχτίβα, η: η κολεκτίβα.
Γιαν - γιανά: το δίπλα - δίπλα στην τουρκική. Το επίρρημα χρησιμοποιείτο σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου.
Παραστάρι, το: η ξυλοδομή υποστήριξης υπερώου ή εξώθυρας ή εσώθυρας ή what ever, οικίας, σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου.
Ουστάπασης, ο: ο αρχιμάστορας στην τουρκική γλώσσα. Χρησιμοποιείτο/αι σε ορισμένα... κτλ.
Μισιακό, το: το από κοινού χρησιμοποιούμενον τι. Το συνεταιρικό δηλαδή. Λέξις νεοελληνική.
Πηλοφόρι, σαούλι, αλφάδι, το: εργαλεία κτίστη. Λέξεις νεοελληνικές. (μόνο το αλφάδι ξέρουμε εε;)
Τρόζι, το: η μαγιά αρτοπαρασκευής, φυτικής προέλευσης, στη ρωσσική. Χρησιμοποιείτο σε ορισμένα... κτλ.
Ύψωμα, το: το αντίδωρο, σε ορισμένα ιδιώματα της Ποντικής διαλέκτου. Ο ιερέας υψώνει στον ουρανό τον Άρτο, πριν την Αρτοκλασία.
Ζούμωτρο, το: really now;
Πυρρίφτε, η: ξύλινο μακροσκελές πτύον (φτυάρι δλδ) απόθεσης στον φούρνο του παρασκευασμένου ψωμιού. Πυρ+ρίπτω. Την βλέπουμε σήμερα-μεταλλική στις πιτσαρίες με ξυλόφουρνο.
Κολχόζ, το: το κολχόζ. (σόι με την κολεχτίβα) Λέξις ρωσσική, αν αρχίσω τις εξηγήσεις θα προκύψουν παρεξηγήσεις.
Τεκ’, το: το ένα ως μοναδικό. Λέξις τουρκική, ευρέως λειτουργική στην Ποντικήν διάλεκτο.
Σπορίδ’, το: η υποδιαίρεση επιφάνειας αγρού προς διευκόλυνση καλλιεργητικής φροντίδας, σε ορισμένα ιδιώματα ...κλπ.
Εσποριδίασαμ’: εμείς σπείραμε, πχ το άνω σπορίδιν. Το ρήμα δλδ του παραπάνω ουσιαστικού.
Ζείδωρη-ες, η: η ζωογόνος-ες. Λέξις της αρχαιοελληνικής.
Ζειά-ες, η: αρχαίος δημητριακός καρπός. Λέξις της αρχαιοελληνικής.
Άγιοι, οι: οι γέροντες της πρώτης προσφυγικής γενιάς.
Λιχτρομάκελλον, το: γεωργικό εργαλείο άροσης, σε ορισμένα ...κλπ.
Λεγμετέριν, το: γεωργικό εργαλείο αλωνισμού, σε ορισμένα... κλπ.
Ζύγανα, η: η μόνη, τρόπον τινά, διελεύσιμη κορυφή των Ποντικών ορέων στη διεύθυνση Τραπεζούντας - Ερζερούμ. Ο Θήχης του Ξενοφώντα! May be…
Enyway, αναντάμ παπαντάμ’ ήταν γεμάτη χάνια και καραβάν - σεράγια (you know... rest stations), όπου αντάμωναν και ανταμώνουν οι μεσόγειοι με τους ηπειρωτικούς-ορεσίβιους πολιτισμούς ένθεν κακείθεν των δυσπρόσιτων Ποντικών Άλπεων. Τη Ζύγανα διάβηκε
και ο Μάρκο Πόλο (oh yezzz!) στην αναζήτηση του δρόμου του μεταξιού. Το 1271.
Αργατία, η: η ad hoc συνέργεια προς κοινωφέλεια. Λέξις και συμπεριφορά ανήκουσα στο εθιμικό κοινωνικό δίκαιο των Ποντίων.
Επίσης μοναδιαίο μουσουργικό ensemble με ουστάπαση τον Φίλιππο Κεσαπίδη.
Στ’ς Ευδίας εμούν τον καιρόν: στον καιρό της Άνοιξής μας.