ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*
Η πρόσφατη αναφορά του προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν ότι η πυρκαγιά στη Σμύρνη οφείλεται στον ελληνικό στρατό που αποχωρούσε έφερε ξανά στο προσκήνιο την επιπολαιότητα και την αμάθεια που χαρακτηρίζει την ύψιστη αρχή της γειτονικής μας χώρας. Η κυρίαρχη εξήγηση των Τούρκων εθνικιστών για την φωτιά ήταν ότι οι υπεύθυνοι ήταν οι Αρμένιοι. Όμως ποια είναι η αλήθεια;

Κατ’ αρχάς οι Αρμένιοι δεν είχαν κανένα λόγο να πυρπολήσουν τη συνοικία τους, στην οποία ήταν ήδη περικυκλωμένοι και εγκλωβισμένοι από τους άτακτους τσέτες και τις κεμαλικές δυνάμεις.
Ο ελληνικός στρατός είχε εγκαταλείψει την πόλη στις 8 Σεπτεμβρίου μια μέρα πριν εισβάλουν τα κεμαλικά στρατεύματα. Η φωτιά όμως ξεκίνησε από την αρμενική συνοικία στις 13 Σεπτεμβρίου και κορυφώθηκε στις 14 κατακαίοντας την παραλία και την ελληνική συνοικία.
Εκτός από τις πολλές ανταποκρίσεις των ξένων αυτοπτών μαρτύρων που από πολύ νωρίς περιέγραψαν τον πραγματικό ένοχο, σημαντική είναι και η συμβολή κάποιων έγκυρων Τούρκων. Όπως ο διακεκριμένος Τούρκος δημοσιογράφος του περιβάλλοντος του Μουσταφά Κεμάλ Falih Rifki Atay και στελέχους του κεμαλικού εθνικιστικού κινήματος. Ο F. R. Atay, στο βιβλίο του «Cankaya» (α’ έκδοση, γιατί στις επόμενες θα απαλειφθεί το συγκεκριμένο σημείο), ρωτά σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη;» Και απαντά σε αυτό το ερώτημα ως εξής:
«Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη; Γιατί φοβηθήκαμε ότι αν έμεναν τα κτήρια στη θέση τους, δεν θα μπορούσαμε να απαλλαγούμε από τις μειονότητες…
Όταν εξορίζονταν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αρμένιοι, καίγαμε όλες τις κατοικημένες περιοχές γιατί είχαμε αυτόν ακριβώς το φόβο. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με τη διάθεση για καταστροφή. Υπάρχει και κάποιο αίσθημα κατωτερότητας μέσα του. Θεωρούσαμε ότι το καθετί που έμοιαζε με Ευρώπη ήταν μοιραίο να παραμείνει χριστιανικό και ξένο, γι’ αυτό και εμείς έπρεπε να το αποβάλουμε».
Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο δημοσίευσε ο έγκριτος Τούρκος δημοσιογράφος Orhan Kemal Cengiz στην εφημερίδα «Today’s Zaman» με τίτλο «Who burned down Izmir?». Το άρθρο δημοσιεύτηκε με αφορμή την επέτειο της αποβίβασης του Μουσταφά Κεμάλ στην Σαμψούντα στις 19 Μαΐου του 1919. Μια αυτονόμηση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά από την Υψηλή Πύλη και τη συγκρότηση του εθνικιστικού του στρατού, η θριαμβευτική πορεία του οποίου θα καταλήξει στη Σμύρνη τρία χρόνια αργότερα. Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνει τη διαπίστωση ότι η Σμύρνη πυρπολήθηκε συνειδητά από τους νικητές ως ένας μοναδικός τρόπος να επιτευχθεί ο κύριος στόχος που έθεσε με ξεκάθαρο τρόπο από το 1908 ο τουρκικός εθνικισμός: να πάψουν να υπάρχουν με οποιοδήποτε τρόπο οι χριστιανικές κοινότητες, ώστε να δημιουργηθούν συνθήκες για την κατασκευή ενός αμιγώς τουρκικού έθνους-κράτους.
Ένας άλλος διακεκριμένος Τούρκος δημοσιογράφος, ο Emre Akyoz, δημοσίευσε το άρθρο «Bir kemalist’in itiraflari: Izmir’Ι nicin yakiyorduk?» («Εξομολόγηση ενός κεμαλιστή: Γιατί κάψαμε τη Σμύρνη», εφημερίδα «Sabah», 8 Απριλίου 2010). Ο Emre Akyoz υποστηρίζει ότι η Σμύρνη κάηκε συνειδητά από το διοικητή Νουρεντίν πασά, σκληρό ανθέλληνα και Νεότουρκο, στον οποίο ο Μουσταφά Κεμάλ ανέθεσε την πλήρη ευθύνη για την κατειλημμένη πόλη. Ο Akyoz υποστηρίζει ότι η εξόντωση των Ελλήνων τον Σεπτέμβρη του 1922 είχε όλα τα χαρακτηριστικά της Γενοκτονίας των Αρμενίων, δηλαδή προγραμματισμό και άσκηση άμεσης βίας. Γράφει ότι «ήταν παρόμοιας έμπνευσης με τις εξορίες των Αρμενίων του 1915».
Ο Akyoz σχολιάζει και τις ευθύνες του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος θα μπορούσε να σταματήσει τη διαδικασία, αλλά δεν το έκανε. Για τη σφαγή της Σμύρνης ο Akyoz καταλήγει: «Δεν ξέρω αν ήταν γενοκτονία, αλλά σίγουρα ήταν εθνοκάθαρση».
Η ευθύνη του Μουσταφά Κεμάλ προκύπτει και από ένα περιστατικό που παρέθεσε η Τουρκάλα δημοσιογράφος Ayse Hur στην εφημερίδα «Radikal». Η Hur αναφέρθηκε σε άρθρο του υπασπιστή του Κεμάλ στην εφημερίδα «Τζουμχουριέτ» το 1939, όπου περιγράφονται οι συνθήκες της πυρκαγιάς της Σμύρνης. Ο Μουσταφά Κεμάλ με τη σύντροφό του Λατιφέ παρακολουθούσαν την πυρκαγιά, η οποία συνέχιζε να καίει με όλη της τη δύναμη. Ο Κεμάλ ρώτησε τη Λατιφέ εάν η οικογένειά της έχει περιουσιακά στοιχεία στην περιοχή που καιγόταν. Η Ayse Hur γράφει ότι η Λατιφέ του απάντησε: «Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας μου είναι εκεί, αλλά, πασά μου, ας καούν όλα, εσείς να είστε καλά. Οταν υπάρχουν τέτοιες ευτυχισμένες μέρες, τι σημασία έχει η περιουσία; Σώθηκε η πατρίδα. Στο μέλλον μπορούμε να τα ξαναχτίσουμε». Η απάντηση άρεσε στον Κεμάλ, που της ανταπάντησε: «Ναι, ας καούν και ας καταρρεύσουν, όλα μπορούν να επουλωθούν».
*Ο ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ, είναι δρ. Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης