Στη γεννέτειρά του στο Πρωτοχώρι Κοζάνης, θα πραγματοποιηθεί το 40ήμερο μνημόσυνο του Γιώργου Παρχαρίδη, το πρωί της Κυριακής 8 Μαρτίου 2026, στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου.

Εκ μέρους της οικογενείας του Γιώργου Παρχαρίδη, ο γιός του Στάθης Παρχαρίδης, έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση.

«Το 40ήμερο μνημόσυνο του πατέρα μας θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 8/3/2026 στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, Πρωτοχώρι Κοζάνης.

Θα υπάρχει πούλμαν από το Άγαλμα του Βενιζέλου, Θεσσαλονίκη 7 π.μ.».

Ο Γιώργος Παρχαρίδης έφυγε από κοντά μας μετά από πολύμηνη μάχη για τη ζωή, την Τρίτη 3 Φεβρουαρίου και ετάφη στη γεννέτειρά του στο Πρωτοχώρι Κοζάνης το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026.

Ο Γιώργος Παρχαρίδης, ήταν Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρίας, Πρόεδρος της Καρδιολογικής Εταιρίας Βορείου Ελλάδος, Επίτιμος Πρόεδρος της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΠΟΕ), Επίτιμος Πρόεδρος της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ελλήνων (ΔΙΣΥΠΕ), Επίτιμος Πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και πρώην πρόεδρος της Ένωσης Ποντίων Φοιτητών Θεσσαλονίκης.

Ο Γιώργος Παρχαρίδης γεννήθηκε στo Πρωτοχώρι Κοζάνης το 1942. Το 1960 εισήχθη στην Ιατρική Σχολή Θεσσαλονίκης, από την οποία αποφοίτησε μετά από έξι χρόνια. Όντας φοιτητής, διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών τα χρόνια 1963 - 1967. Ακολούθησε η στρατιωτική του θητεία και το αγροτικό ιατρείο στο ορεινό χωριό Μεταξά Σερβίων του νομού Κοζάνης.

Το 1971 ξεκίνησε την ειδικότητα της παθολογίας και της καρδιολογίας στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και δύο χρόνια αργότερα, το 1973, διορίστηκε πανεπιστημιακός βοηθός.

Την επόμενη χρονιά πήρε την ειδικότητα της παθολογίας και το 1975 την ειδικότητα της καρδιολογίας.

Από το 1972 συμμετείχε στο Διοικητικλι Συμβούλιο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης με εξαίρεση τη δίχρονη μετεκπαίδευσή του στο Λονδίνο τα έτη 1978-1979.

Από το 1981 ως το 1984, διετέλεσε πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και αργότερα σε ειδική τελετή στη Γενική Συνέλευση του ιστορικού σωματείου της πρωτεύουσας των προσφύγων, ανακηρύθηκε Επίτιμος Πρόεδρος.

Το 1981 αναγορεύτηκε λέκτορας της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1985 προήχθη στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή.

Το 1985, ορίστηκε πρόεδρος του Α΄ Παγκοσμίου Συνεδρίου του ποντιακού ελληνισμού.

Το 1992 εκλέχτηκε Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας και το 2001 Τακτικός Καθηγητής Καρδιολογίας.

Το έτος 2003 εξελέγη πρόεδρος του πρώτου οργανωτικού συνεδρίου των πρωτοβάθμιων σωματείων και πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας.

Το 2004, εξελέγη πρόεδρος της ΠΟΕ, θέση την οποία διατήρησε για τρεις τριετίες.

Κατά  το διάστημα αυτό δεν σταμάτησε ποτέ να ασχολείται με την επιστήμη του. Από το 2006 μέχρι το 2009 ήταν διευθυντής της Α' Καρδιολογικής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ κι Ομότιμος Καθηγητής Καρδιολογίας του ΑΠΘ μετά το 2009.

Διατέλεσε πρόεδρος της Καρδιολογικής Εταιρείας Βορείου Ελλάδος από το 1992 - 1998 και πρόεδρος της Καρδιολογικής Εταιρείας Ελλάδος κατά το διάστημα 2011 - 2013.

Την ίδια χρονιά εκλέχτηκε και πρόεδρος της ΔΙΣΥΠΕ, ενώ στις εκλογές της ΠΟΕ το Δεκέμβρη του 2016 ψηφίστηκε ομόφωνα επίτιμος πρόεδρός της.

Αποχώρησε από τον οργανωμένο ποντιακό χώρο το 2017, με τη λήξη της θητείας του στο ΔΙΣΥΠΕ.

Το βιβλίο «Όλη μου η ζωή. 50 ΧΡΟΝΙΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ»

Το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Ε. Παρχαρίδη, «Όλη μου η ζωή. 50 ΧΡΟΝΙΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», που εκδόθηκε από τον οργανισμό UNIVERSITY STUDIO PRESS, στις 428 σελίδες του, περιλαμβάνει όλη τη δραστηριότητα, από τη γέννησή του στο Πρωτοχώρι Κοζάνης, έως τα ύψιστα αξιώματα της ιατρικής και της οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού.

Στο βιβλίο περιέχονται και πολλές φωτογραφίες από την δράση του Γιώργου Παρχαρίδη, από τη ζωή και το έργο σε ότι αφορά την δραστηριότητά του στον ποντιακό ελληνισμό. Δεν έχει ιδιαίτερη αναφορά για την πορεία του στην ιατρική. Ίσως αποτελέσει αντικείμενο ενός άλλου βιβλίου.

Ο Γιώργος Παρχαρίδης, ξεκινάει την αφήγησή του από το χωριό του το Πρωτοχώρι Κοζάνης. Την φοίτησή του στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο Κοζάνης, την στιγμή που ως σημαιοφόρος μετά από περιπετειώδη τρόπο που προσπάθησαν να τουν την αφαιρέσουν αν και πρωτεύσας μαθητής Γυμνασίου. Το σπρώξιμο της μητέρας του, που δεν μπόρεσε να δει τον γιό της να παρελαύνει. Στη συνέχεια αφηγείται, την φοίτησή του στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ, την προεδρία του στην Ένωση Ποντίων Φοιτητών, το γιγάντωμα του συλλόγου, την πορεία του στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης και το άνοιγμά της με τους νέους Πόντιους επιστήμονες. Την προεδρία του στον Εύξεινο Λέσχης Θεσσαλονίκης, στην πραγματοποίηση του πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου του ποντιακού ελληνισμού, με την προτροπή του υπουργού Βορείου Ελλάδος, Βασίλη Ιντζέ.

Ακολούθως μετά από χρόνια παύσης και αφοσίωσης στην ιατρική επιστήμη, το κάλεσμά του για να αναλάβει την προεδρία της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος, στη συνέχεια της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ελλάδος και την ανακήρυξή του ως επίτιμου σε αυτές τις θέσεις και την απόσυρσή του από τα διοικητικά.

Ο Γιώργος Παρχαρίδης, αφιερώνει το βιβλό στην αείμνηστη σύζυγό του Φούλα, και στα παιδιά του Στάθη, Δέσποινα και Σοφία, και όπως αναφέρει, εκείνο που μου έδωσε την τελική ώθηση να ασχοληθώ με τον ποντιακό Ελληνισμό ήταν η μεγάλη μου αίσθηση ότι τόσο οι γηγενείς πολίτες όσο και η πολιτεία μας έβλαπαν σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Στο ερώτημα γιατί έγραψα αυτό το βιβλίο η απάντησή μου είναι για όλα αυτά που επί πενήντα χρόνια ασχολήθηκα και όπως φαίνεται η προσωπική μου πορεία στο ποντιακό γίγνεσθαι αλλά συγχρόνως και η πορεία του ποντιακού Ελληνισμού.

Ήθελα να μείνω και να ενισχύσω τη συλλογική μνήμη. Ήθελα να διαφυλάξω όλα αυτά που συνέβησαν τα χρόνια αυτά και να αφήσω έτσι μια παρακαταθήκη, μια κληρονομιά στον ποντιακό Ελληνισμό και στα παιδιά μου. Νομίζω ότι πέτυχα τους στόχους μου. Έσβησε η ετικέτα πολίτες δεύτερης κατηγορίας και σιγά σιγά άρχισαν οι γηγενείς πολίτες να θαυμάζουν τις επιδόσεις των προσφύγων – Ποντίων στα γράμματα και τις τέχνες αλλά και την καταλυτική συμμετοχή τους στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο της χώρας. Παρατήρησαν δε πολλές φορές ότι ενώ παλαιότερα οι γηγενείς πολίτες μας έβλεπαν με περιφρόνηση, μετά από όσα συνέβαιναν μας έβλεπαν πλέον με συμπάθεια και όλοι προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι έχουν και αυτοί κάποια ποντιακή ρίζα.