Από το Απολλώνιο φως της αρχαιότητας, ως το "Δεύτε Λάβετε Φως" της Ανάστασης, το "Άξιον εστί το Φως" του Ελύτη, το «κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» του Σεφέρη και «Φως περισσότερο Φως» του Γκαίτε, όλη η ζωή του ανθρώπου είναι καμωμένη από σκοτάδι και φως.
Μια μικρή πυγολαμπίδα είναι αρκετή για να φωτίσει τη ζωή του ανθρώπου, όπως και μια ηλιαχτίδα αρκεί για να γεννήσει την ελπίδα, μέσα από τα χαλάσματα του πολέμου.
Η ζωή ακολουθεί νομοτελειακά την πορεία του ήλιου: Έχει ανατολή και δύση, φως και σκιά, και σύννεφα πολλά. Στη Ραψωδία Ζ της Ιλ. ο Όμηρος, στο πρόσωπο της Ανδρομάχης, γυναίκας του Έκτορα, περιγράφει τη ζωή με δύο λέξεις, όπως τα περισσότερα δελφικά μηνύματα. Είναι οι λέξεις «δακρυόεν γελάσασα». (γελοκλαίοντας).
Είναι η στιγμή κατά την οποία η Ανδρομάχη κρατά τον γιο της Αστυάνακτα, βρέφος στην αγκαλιά της, καθώς αποχαιρετά τον πατέρα του Έκτορα, με δάκρυα στα μάτια, την ώρα που πηγαίνει να μονομαχήσει με την Αχιλλέα και ξέρει εκείνη ότι θα πεθάνει.
Είναι η εικόνα ζωής και θανάτου μαζί, με εκείνη που περιγράφει ο Σολωμός, στο ποίημά του, «Ημέρα της Λαμπρής», με τους εξής στίχους: «Δάφνες σε κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι και βρέφη ωραία κρατούν στην αγκαλιά τους οι μανάδες».
Είναι η ίδια εικόνα που αντικρίζουμε στους δρόμους της προσφυγιάς, λόγω του πολέμου, με τις μάνες να θηλάζουν τα βρέφη τους, καθώς αποχαιρετούν τους τάφους των δικών τους. Η ζωή κι ο θάνατος στον πόλεμο συμπορεύονται κάθε στιγμή.

Το νέο μου βιβλίο, «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» μιλά για πόλεμο και ειρήνη, για προσφυγιά και ανθρωπιά, για φιλία και φιλονικία, για απελπισία και ελπίδα, για αγάπη και έρωτα. Για όσα κάνουν τη ζωή «μέγα αγαθό και πρώτο» και για όσα ζυγίζουν την αξία του ανθρώπου με μέτρα και σταθμά το δάκρυα.
Πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι τέσσερα αδέρφια, δυο αγόρια και δυο κορίτσια, μιας χριστιανικής οικογένειας, που ξεριζώνονται από τη γη της Παλαιστίνης και χάνονται στα τρίστρατα του κόσμου.
Στον δρόμο της προσφυγιάς, μαζί με τη Χανάν, βάδιζαν και νεαρές λεχώνες, που κράταγαν αγκαλιά τα βρέφη τους, καθώς εκείνα ρούφαγαν τη ζωή, λαίμαργα, μέσα από το βυζί της μάνας τους. Κι ύστερα, γαληνεμένα κοιμόντουσαν στην αγκαλιά της. Κι αλλού πάλι έβλεπες άλλες μάνες να κλαίνε και να οδύρονται, πάνω στα νεκρά παιδιά τους.
Δεν υπάρχει τίποτα σε τούτη την πλάση, που να έχει μέσα του ψυχή και να μη δακρύζει: Τα μαστιχόδεντρα για να μας δώσουν τα αρώματά τους αιμορραγούν. Τα πεύκα για να μας δώσουν τη ρητίνη τους δακρύζουν και αυτά. Δακρύζει και ο ανθρωπόμορφος βράχος της Νιόβης πέρα στο Σίπυλο, στα παράλια της αρχαίας Ιωνίας.
Δάκρυ είναι και το στύψιμο του πονεμένου συλλογισμού. Είναι το αίμα της πικραμένης σκέψης. Το διάφανο πετράδι, που σαν δροσοσταλιά βαραίνει πάνω το κόκκινο ροδοπέταλο.
Όπως μια μικρή πυγολαμπίδα αρκεί για να φωτίσει τη ζωή του ανθρώπου, έτσι και μια ηλιαχτίδα αρκεί για να γεννήσει την ελπίδα μέσα από τα χαλάσματα του πολέμου. Μια ανάσα διαρκεί η αστραπή και με ανάσες η ζωή μετριέται, από το λυκαυγές ως το λυκόφως της.
Ο διωγμός από τα παράθυρα που σου έδειξαν το πρώτο φως, είναι οδυνηρός, είναι όπως ο χωρισμός δύο σιαμαίων αδερφών. Το να αφήνεις τη γη που φιλοξενεί τους τάφους των γονιών του και να περιπλανιέται σε μέρη ξένα είναι μισός θάνατος. Κάθε ξεριζωμός είναι κι ένας ξεκορμισμός της ψυχής από το σώμα.
Η Χανάν, καθώς έφευγε από το σπίτι της άκουγε το νερό της βρύσης να την αποχαιρετά στάγδην, σαν να της έλεγε: «Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω. Θα σε περιμένω μέρα και νύχτα, ώσπου να γυρίσεις πίσω. Εκείνο όμως που της ήταν πόνος αβάσταχτος, ήταν ο θάνατος των γονιών της από βομβαρδισμό.
Η πιο βαριά αποσκευή που κουβάλαγε μαζί της ήταν η σκέψη, για το πού βρίσκονται και αν ζουν τα αδέρφια της. Στο ζύγι των συλλογισμών της δεν υπήρχε σημαντικότερη σκέψη από αυτήν. Θυμόταν πράγματα οικογενειακά και έπαιρνε κουράγιο από αυτά, καθώς όλη η ζωή του ανθρώπου με ελάχιστες σταγόνες μνήμης μετριέται. Είναι οι μικρές σε διάρκεια στιγμές που χωρούν μέσα τους έναν αιώνα. Είναι τα πικρά δάκρυα που πνίγουν μέσα τους έναν ολόκληρο ωκεανό.
Τα τέσσερα αδέρφια καθώς βάδιζαν σε δρόμους χωριστούς, όταν σταματούσαν για να ξαποστάσουν και να κοιμηθούν, ένιωθαν τον ουρανό πάνω τους, σαν ένα μαύρο μαγνάδι, να τους πλακώνει.
Τα μεσημέρια όταν ξεκουράζονταν, ο ταξιδιάρης νους έκοβε τα σχοινιά του και ξανοιγόταν στο πέλαγος της θύμησης. Χανόταν στη νερομάνα των οικογενειακών τους αναμνήσεων και στην αλάνα των παιδικών τους παιχνιδιών. Θυμόνταν στιγμές που μπογιάτισαν τη ζωή, με το άλικο του ανοιξιάτικου πρωινού και γέμιζαν με φως τα μάτια τους.
Στην πορεία προς το άγνωστο η μικρή Χανάν έζησε στιγμές δυσανάλογες για την παιδική της ηλικία. Αγάπησε τον τόπο της, αλλά δεν τον χάρηκε. Λάτρεψε τους γονείς της, αλλά τους έχασε νωρίς. Και αντί σαν παιδί να ζει τη χαρά, ζει της προσφυγιάς την πίκρα.
Τ’ άντεξε όμως όλα, όπως αντέχει η γλώσσα στα πιο δυνατά μπαχαρικά, γιατί έπαιρνε φως από του φεγγαριού τη λάμψη κι έβαφε με αυτό στο χρώμα της φλόγας τα όνειρά της.
Μια αμφίδρομη πορεία η ζωή της Χανάν στον εξωτερικό και τον εσωτερικό της κόσμο. Ένα ταξίδι στο φως και το σκοτάδι, στην αναβροχιά και στην μπόρα, στους ορίζοντες της φυγής και στα βάθη της ψυχής, όπου το όνειρο συγκρούεται με την πραγματικότητα, στη σκληρή αρένα της ζωής.
Κι όταν, από καμιά φορά, έπιανε ξαφνική νεροποντή, ένιωθε τα ρούχα επάνω της βαριά, αλλά δεν είχε άλλα να φορέσει.
Πέρασε από έρημες πόλεις και πολύβουες γειτονιές. Διάβηκε από γυμνούς λόφους και διέσχισε ξερά ρέματα. Έζησε την κάψα του ήλιου και του θανάτου την άπνοια. Βίωσε στιγμές, όπου η φωνή της σιγής του θανάτου εναλλασσόταν με τον ήχο της στερνής ιαχής, της ματωμένης γης της Παλαιστίνης, εκεί όπου ο ουρανός αντί για νερό έβρεχε φωτιά και σίδερο.
Η ελπίδα της Χανάν να ανταμωθεί με τα αδέρφια της, κάθε μέρα που περνούσε, γινόταν ουτοπία. Κάθε πτυχή από την προσφυγική ζωή των τεσσάρων αδερφών, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύει την ανθρώπινη φύση, πλέρια από στιγμές φιλαλληλίας και φιλοξενίας, έχθρας και ανθρωπιάς, με αποκορύφωμα τον ακατανίκητο έρωτα, που γεφυρώνει κάθε θρησκευτική και εθνική διαφορά.
Από εδώ και μετά ξεκινά η μυθιστορηματική πλοκή του βιβλίου, με πολλές κι απρόσμενες εξελίξεις…
Με λίγες λέξεις η προσφυγιά είναι οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας. Είναι οι άνθρωποί μας που άφησαν πίσω τους τα δακρυσμένα χώματα και ήρθαν στην Ελλάδα, με μια εικόνα κι ένα ευαγγέλιο στο χέρι, από τον Πόντο, τον Καύκασο, τη Θράκη, την Ιωνία ή κι αλλού. Από μέρη όπου άλλοτε άνθισε κι ευωδίασε ο ελληνισμός.
Η προσφυγιά δεν εξωραΐζεται ούτε κι ωραιοποιείται με περίτεχνα σχήματα λόγου. Τα παιδιά της δεν είναι αριθμοί, αλλά ψυχές.
Δεκαεννιά χρόνια μετά η κόρη της Χανάν, η Ελπωρή, που το όνομά της σημαίνει ελπίδα, γεννημένη στην Ελλάδα και γαλουχημένη με τα νάματα της ποντιακής φιλοξενίας, πηγαίνει στη Γαλλία για να σπουδάσει ιατρική… Εκεί βρίσκεται αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής της, σε μια μάχη ανάμεσα στον νου και την καρδιά. Ποιο από τα δύο αυτά θα νικήσει, θα το βρείτε στις σελίδες του βιβλίου. Ευχαριστώ σας...
*Ομιλία του Νίκου Κωνσταντινίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του «Ηλιαχτίδα μέσα από τα χαλάσματα» που έγινε την Παρασκευή 3 Απρίλη στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης.
Διαβάστε τι έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κωνσταντινίδη στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκη στο ακόλουθο Link