ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΦΩΤΙΑΔΗ*
Το ροδάφ’νον είναι ένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα του Κώστα Διαμαντίδη, γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο, με στόχο να αναδείξει τη ζωή, την αγάπη, τη σκέψη, τον ποντιακό πολιτισμό και τη γλώσσα μέσα από ζωντανό λόγο γεμάτο παροιμίες, τραγούδια και παραδόσεις. Είναι ένα μυθιστόρημα, «προσωπική κατάθεση ψυχής», που συνδυάζει ιστορικά, ηθογραφικά, μαρτυρικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία. Συνδέει το παρόν με τις μνήμες του Πόντου.
Αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στη σύγχρονη ποντιακή γραμματεία. Κεντρικός άξονας είναι η υπόσχεση του συγγραφέα / αφηγητή στη γιαγιά του, την Παρθένα, να της φέρει το θείο αυτό δώρο, ένα καρποφόρο δέντρο / σύμβολο, το ροδάφ’νον, που σχετίζεται με τις ρίζες και την ταυτότητα από την πατρίδα της, τον Πόντο.
Το βιβλίο δεν περιορίζεται απλώς στην παράδοση ή τη νοσταλγία. Δείχνει τον συγγραφέα να ζει στο παρόν και το παρελθόν ταυτόχρονα, αναπολώντας αλλά και σχολιάζοντας σύγχρονα ζητήματα. Θίγει ανθρωπιστικά και κοινωνικά θέματα, όπως ο θάνατος, η φιλία, η ειρήνη, η συναδέλφωση των λαών. μέσα από το πρίσμα της ποντιακής πείρας και σκέψης. Το ροδάφ’νον δεν είναι απλώς ένα λογοτέχνημα, αλλά ένα γλωσσικό επίτευγμα. Η χρήση ποντιακής διαλέκτου δεν είναι απλώς εθνογραφική, αλλά μια επιβεβαίωση της διαλέκτου ως ζωντανού μέσου έκφρασης που μπορεί να μιλήσει για βαθιά ανθρώπινα θέματα.
Ο Κώστας Διαμαντίδης, είναι ποντιακής καταγωγής συγγραφέας με ισχυρή σχέση με τον Πόντο και την ποντιακή διάλεκτο. Έχει γράψει διάφορα έργα και ποιήματα στα ποντιακά και απέδειξε ότι η ποντιακή διάλεκτος δεν είναι μόνο για «μουσειακή» χρήση, τραγούδια ή ανέκδοτα, αλλά μπορεί να υποστηρίξει τη σύνθετη δομή και τις απαιτήσεις ενός σύγχρονου μυθιστορήματος. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα ζωντανή, πλούσια και ρέουσα, καταρρίπτοντας την αντίληψη ότι οι διάλεκτοι είναι περιορισμένες σε εκφραστικά μέσα. Οι λέξεις της κουβαλούν τον ήχο των βουνών και τη γεύση της απώλειας. «Ήθελα, γράφει, να δω αν τα ποντιακά μπορούν να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο».
Το βιβλίο προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να αποδείξει ότι η ποντιακή «αναπνέει» μέσα από τη σύγχρονη πεζογραφία:
«Πόντιος που ‘κι ξέρ’ την γλώσσαν ατ’, έν’ σπανός ποπάς. Και άναυα την γλώσσαν, την ιστορίαν πα’ πρέπ’ να μαθίζετεν τα παιδίαν σουν. Να εξέρ’νε πώς εμείς πά, κάποτε είχαμεν Πατρίδαν. Και ντο Πατρίδαν!».
Η επιλογή του Κώστα Διαμαντίδη να γράψει στην ποντιακή διάλογο είναι μια πολιτική και πολιτισμική πράξη, ικανή να περιγράψει την υψηλή τέχνη και τον βαθύ πόνο. Η μητρική του γλώσσα δεν είναι μόνο για το «χωριό» ή το «πανηγύρι», αλλά μπορεί να αρθρώσει λόγο για τη δημοκρατία, την ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Δικαιώνει τη γενιά της Παρθένας, δίνοντάς της φωνή να μιλήσει για τα πολιτικά εγκλήματα που υπέστη, χωρίς να χρειάζεται να «μεταφραστεί» στην επίσημη γλώσσα του κράτους που την παραμέλησε. Το πολιτικό κλίμα στο ροδάφ'νον διδάσκει ότι ο φανατισμός και ο διχασμός είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί της μνήμης.
Ο Διαμαντίδης προκρίνει την ανθρωπιά και την ατομική αλήθεια, όπως ο έρωτας της Παρθένας ως τη μοναδική απάντηση στις πολιτικές συγκρούσεις που αιματοκύλισαν τον αιώνα. Ο ήρωας κάνει το ταξίδι στον Πόντο για να φέρει στη γιαγιά του, το ροδάφ’νον, που μπορεί να ερμηνευτεί ως δέντρο της πατρίδας, κάτι απλό, καθημερινό, σχεδόν ταπεινό. Δεν είναι κορυφαίο μνημείο, ούτε σημαντικό κειμήλιο, αλλά ζωντανός οργανισμός. Η Παρθένα δεν ζητά μία εικόνα, λίγο χώμα ή κάποιο ενθύμιο. Ζητά κάτι που μεγαλώνει, αναπνέει, ριζώνει. Το αίτημά της δεν είναι αναμνηστικό, είναι οντολογικό, που συνδέει τους ανθρώπους με τις ρίζες τους. Η Παρθένα και το ροδάφ’νον λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύμβολο. Επιλέγω ένα απόσπασμα στα ελληνικά, που αποδίδει το πνεύμα του βιβλίου, όπου η γλώσσα γίνεται «σώμα» για να περιγράψει τον πόνο του χωρισμού και τη δύναμη της μνήμης:
«Η ψυχή μου έμεινε εκεί, στη ρίζα της πικροδάφνης. Εκεί που στάλαξαν τα δάκρυά μου και τα δάκρυα του Ρετσέπ. Εμείς σύνορα δεν γνωρίζαμε. Το χώμα ήταν ένα, ο ήλιος ήταν ένας. Γι' αυτό σε ζητώ, εγγόνι μου, φέρε μου ένα κλωνάρι πικροδάφνη. Όχι για να μυρίζω τον Πόντο, αλλά για να ανασαίνω την ελευθερία που έχασα στον δρόμο του ερχομού».
Στο μυθιστόρημα η γιαγιά Παρθένα συμβολίζει τη συλλογική μνήμη. Μέσα από τις αφηγήσεις της στον εγγονό της, μπολιάζει τη νέα γενιά με την ιστορία της πατρίδας. Η υπόσχεση για το ροδάφ’νον είναι το νήμα που συνδέει το παιδί της προσφυγιάς με τη γη των προγόνων του. Περιγράφει το οδοιπορικό του ήρωα στα πατρικά εδάφη, μια αναζήτηση που είναι, μαζί με τις άλλες αρετές, ταυτόχρονα γεωγραφική και συναισθηματική.
Μια συγκλονιστική στιγμή του έργου είναι η συνάντηση με τον Τούρκο αξιωματικό στο τελωνείο, ο οποίος του απαγορεύει να μεταφέρει το Ροδάφ’νον, λέγοντάς του πως «Η ζωή δεν μεταφέρεται από τον έναν τόπο στον άλλο. Γι’ αυτό οι άνθρωποι έκαναν τα σύνορα. Για να μη παραβιάζονται οι ζωές. Ό,τι είναι εδώ, ανήκει εδώ…».
Ο αξιωματικός εκπροσωπεί την άκαμπτη κρατική εξουσία που συνεχίζει να χωρίζει τους ανθρώπους, ακριβώς όπως έκανε και το 1922. Εκεί ο συγγραφέας / αφηγητής συνειδητοποιεί ότι η μόνη πατρίδα που δεν μπορεί να του κλέψει κανείς είναι η γλώσσα που του έμαθε η γιαγιά του. Η άρνηση του Τούρκου υπαλλήλου στο τελωνείο δεν είναι μόνο πολιτική ή ιστορική πράξη. Είναι και φιλοσοφική τοποθέτηση του συγγραφέα, που είναι στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας γνωστός για την έντονα πολιτικοποιημένη ιδεολογία του, σύμφωνα με την οποία ότι η ζωή δεν μεταφέρεται αυτούσια. Επίσης οι ρίζες δεν επιβιώνουν εκτός τόπου. Αν το ροδάφ’νον περνούσε τα σύνορα, θα ακυρωνόταν η τραγικότητα της Παρθένας, θα μετατρεπόταν το τραύμα σε αναμνηστικό, και θα δινόταν μια ψευδής λύση. Η απώλεια πρέπει να μείνει απώλεια. Η Παρθένα δεν ζητά επιστροφή, δεν ζητά εκδίκηση, ζητά αναγνώριση. Ζητά να αναγνωριστεί ότι κάτι χάθηκε για πάντα. Το ροδάφ’νον δεν είναι λύτρωση, είναι μαρτυρία. Μέσα από την απογοήτευση της απαγόρευσης, το έργο μετουσιώνεται σε μια έκκληση για την κατάργηση των συνόρων και την ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων και των αναμνήσεων. Ο Διαμαντίδης μας διδάσκει ότι η ιστορία δεν είναι μόνο οι μάχες και οι συνθήκες, αλλά και οι πληγές που μένουν ανοιχτές στις ψυχές των ανθρώπων. Η Παρθένα είναι το θύμα μιας πολιτικής που δεν ρώτησε ποτέ τους ανθρώπους αν θέλουν να χωριστούν.
Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να εμβαθύνει κανείς στον ρόλο της γυναίκας στον Πόντο, καθώς εκεί κρύβεται η ουσία της επιβίωσης του ελληνισμού τα πέτρινα χρόνια της Οθωμανοκρατίας. Όπως πολλές γιαγιάδες στη μικρασιατική και ποντιακή λογοτεχνία είναι φορέας μνήμης και προφορικής ιστορίας. Μιλά μέσα από απλές λέξεις, όχι ιστορικούς όρους. Κρατά ζωντανή τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, το ήθος. Συνδέεται με τη γη, το σπίτι, το δέντρο, το ψωμί. Στο ροδάφ’νον η γιαγιά Παρθένα δεν αφηγείται τον ξεριζωμό με λεπτομέρειες. Δεν τον αναπαριστά, τον κουβαλά. Δεν εξιστορεί με στόχο τη δικαίωση. Η σιωπή της είναι ηθική στάση, όχι αδυναμία. Γι’ αυτό, δεν γίνεται σύμβολο μόνο πόνου, αλλά και σύμβολο μέτρου και αξιοπρέπειας. Δικαιώνει όλες εκείνες τις γυναίκες που, ερχόμενες στην Ελλάδα, χλευάστηκαν για τη διάλεκτό τους, για τα ήθη και έθιμα τους, από ζήλια για το υψηλό επίπεδο παιδείας και πολιτισμού και για πολλές άλλες αρετές που μετέφεραν μέσα στους προσφυγικούς μπόγους.
Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα και η μετέπειτα περίοδος του Εμφυλίου αποτέλεσαν μια δεύτερη, εξίσου σκληρή «γενοκτονία» για τις προσφυγικές οικογένειες και ιδιαίτερα για τις γυναίκες όπως η Παρθένα. Ο Εμφύλιος ήταν διπλά τραγικός, γιατί διέσπασε τις ήδη λαβωμένες οικογένειες που προσπαθούσαν να ριζώσουν. Αν στον Πόντο ο εχθρός ήταν ορατός, στην Ελλάδα ο εχθρός, εκτός από τη φτώχεια, την καχυποψία και την κοινωνική απομόνωση, ήταν και το κλίμα του αστυνομικού κράτους, που αντιμετώπιζε τους πρόσφυγες ως «εν δυνάμει υπόπτους. Η Παρθένα και οι όμοιοί της έπρεπε να είναι φρόνιμοι για να επιβιώσουν, κρύβοντας συχνά τις σκέψεις τους. Συνειδητά το πολιτικό σύστημα εργαλειοποίησε τους Πόντιους, εκμεταλλευόμενο τους ψήφους τους και την άμεση ανάγκη επιβίωσης τους. Για χρόνια βίωναν την πολιτική της περιθωριοποίησης και του κρατικού φακελώματος. Γυναίκες που στον Πόντο ήταν αρχόντισσες με περιουσίες, βρέθηκαν να ζουν σε λασπόχτιστα παραπήγματα ή σκηνές, δουλεύοντας ως εργάτριες κάτω από ταπεινωτικές συνθήκες. Για μια «ανήμπορη» γυναίκα με την έννοια της κοινωνικής ευαλωτότητας, ο Εμφύλιος ήταν ο απόλυτος εφιάλτης. Με τους άνδρες πάλι στα βουνά ή στις φυλακές, λόγω πολιτικών φρονημάτων, οι γυναίκες έπρεπε να μεγαλώσουν παιδιά μέσα στην απόλυτη πείνα. Οι προσφυγικοί συνοικισμοί έγιναν συχνά πεδία μαχών. Οι γυναίκες ζούσαν με τον διαρκή φόβο του «μπλόκου», της σύλληψης ή της εκτόπισης. Έπρεπε να κρατήσουν τις ισορροπίες σε μια διχασμένη κοινωνία, συχνά θυσιάζοντας την προσωπική τους αξιοπρέπεια για ένα κομμάτι ψωμί. Η Παρθένα και οι γυναίκες της γενιάς της υπέφεραν από αυτό που σήμερα ονομάζουμε μετατραυματικό στρες. Η μόνιμη αίσθηση ότι είναι προσωρινές. Το ροδάφ’νον συμβολίζει ακριβώς αυτή την ανάγκη να ριζώσει κάτι από την παλιά ζωή στο νέο, εχθρικό χώμα. Πολλές γυναίκες δεν έμαθαν ποτέ πού τάφηκαν οι δικοί τους στον Πόντο. Αυτό το «ανοιχτό πένθος» τις στοίχειωνε μέχρι τα γεράματα. Σε αυτή την περίοδο της κρίσης, η Ποντιακή διάλεκτος έγινε το «κάστρο» τους. Μέσα στο σπίτι, η Παρθένα μιλούσε ποντιακά όχι μόνο γιατί ήταν η μητρική της γλώσσα, αλλά γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να νιώθει ότι δεν έχασε τα πάντα. Ήταν μια μυστική γλώσσα ανάμεσα σε εκείνη και το τείχος του κοινωνικού αποκλεισμού, ένας τρόπος να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της απέναντι σε μια Ελλάδα που την πλήγωνε.
Στον Κώστα Διαμαντίδη, βλέπουμε την Παρθένα να ζητά το ροδάφ’νον και ως μια δικαίωση. Είναι σαν να λέει:
«Υπέφερα στον Πόντο, πείνασα στην Ελλάδα, είδα τον Εμφύλιο να μας διχάζει... τουλάχιστον ας φυτέψω στο μνήμα μου το ροδάφ’νον για να μυρίζω λίγο από το χώμα που με γέννησε στην αιώνια κατοικία μου».
Η τριπλή περιπέτεια, ξεριζωμός, προσφυγιά και μετά εμφύλιος, είναι αυτό που κάνει τη μορφή της γιαγιάς τόσο τραγική και ταυτόχρονα ιερή.
Κυρίαρχο επίσης θέμα του μυθιστορήματος είναι ο απραγματοποίητος εφηβικός έρωτας της γιαγιάς Παρθένας με τον εξισλαμισμένο Τούρκο Ρετσέπ Κανταρζόγλη, λίγο πριν την βάρβαρη υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών της Συνθήκης της Λοζάνης. Το μυστικό του έρωτα της Παρθένας με τον Ρετσέπ είναι ίσως το πιο ανατρεπτικό και βαθιά ανθρώπινο στοιχείο στο «Ροδάφ'νον». Αυτή η πτυχή του μυθιστορήματος του Κώστα Διαμαντίδη προσθέτει μια συγκλονιστική πολυπλοκότητα στη μορφή της γιαγιάς, μετατρέποντάς την από ένα απλό σύμβολο του πόνου σε μια γυναίκα με σάρκα, οστά και ανεκπλήρωτο πάθος. Η κίνηση του Ρετσέπ στο «Ροδάφνον» του Κώστα Διαμαντίδη είναι μια πράξη βαθιάς υπαρξιακής πίστης και απόλυτης αυτοθυσίας. Δεν αποτελεί απλώς μια ερωτική παρόρμηση, αλλά μια συνειδητή επιλογή ζωής που υπερβαίνει τα εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικά σύνορα. Είναι μια πράξη «Υπερβατικού» Έρωτα. Ο Ρετσέπ δεν ακολουθεί τη γυναίκα που αγαπά για να τη «διεκδικήσει» με την παραδοσιακή έννοια, αλλά για να καταστεί ο άγρυπνος φρουρός της. Η κίνησή του χαρακτηρίζεται από ανιδιοτέλεια. Γνωρίζει ότι ο έρωτάς του είναι «απραγματοποίητος». Δεν προσδοκά ανταπόδοση ή κοινή ζωή. Επίσης από αφοσίωση. Μετατρέπει το συναίσθημά του σε μια μορφή θρησκευτικής σχεδόν λατρείας, όπου η παρουσία του στον ίδιο γεωγραφικό χώρο με την αγαπημένη του είναι η μοναδική του ανταμοιβή. Η απόφασή του να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, στο κακοτράχαλο προσφυγικό και φτωχικό χωριό του εφηβικού του έρωτα, έχει έντονο συμβολικό βάρος.
Ο Ρετσέπ αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν εγκλωβίζεται σε εχθρότητες ή σύνορα. Η αγάπη είναι η δική του πραγματική πατρίδα. Δέχεται να ζήσει ως ξένος, σε μια άλλη χώρα, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στο αντικείμενο του πόθου του, έστω και από απόσταση. Η στάση του για δεκαετίες τον μεταμορφώνει σε μια φιγούρα ασκητική. Δεν επιβάλλεται, δεν ενοχλεί, δεν διεκδικεί χώρο στη ζωή της. Επιλέγει τη σκιά. Η κίνησή του τον καθιστά έναν «φύλακα άγγελο». Η αγάπη του εκφράζεται μέσα από τη διαρκή επαγρύπνηση και όχι μέσα από την κατοχή. Η κίνηση του Ρετσέπ χαρακτηρίζεται ως τραγική και ταυτόχρονα λυτρωτική. Είναι μια «ηρωική παραίτηση» από την προσωπική του ζωή, την άνεση και την ταυτότητά του, προκειμένου να υπηρετήσει το ιδανικό της ομορφιάς και της αγάπης που ενσαρκώνει η γυναίκα αυτή. Ο Διαμαντίδης, μέσα από τον Ρετσέπ, πλάθει έναν χαρακτήρα που θυμίζει ήρωα αρχαίας τραγωδίας ή λαϊκού θρύλου, όπου η πίστη σε ένα συναίσθημα γίνεται ο μοναδικός λόγος ύπαρξης.
Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς ο συγγραφέας / αφηγητής πλέκει την παρουσία του Ρετσέπ μέσα στον κοινωνικό ιστό του χωριού. Η αντιμετώπισή του από την τοπική κοινωνία δεν είναι μονοδιάστατη. Περνά μέσα από διάφορα στάδια, όπως από την σιωπηλή καχυποψία, στην τελική αποδοχή. Δεν είναι σχέση ένταξης αλλά συμβίωσης. Ο Ρετσέπ καταφέρνει να κερδίσει τον σεβασμό των χωριανών όχι με λόγια, αλλά με τη στάση ζωής του. Δεν προκαλεί, δεν διεκδικεί χώρο· επιλέγει συνειδητά το περιθώριο. Η τοπική κοινωνία τον αντιλαμβάνεται ως παράδοξο αλλά ακίνδυνο, έναν άνθρωπο μοναχικό, σιωπηλό, που είναι πάντα εκεί, χωρίς να εξηγεί γιατί. Γίνεται ένας απαραίτητος τεχνίτης, ένας άνθρωπος της προσφοράς. Η εργασία του είναι ο τρόπος με τον οποίο ακουμπά τον τόπο χωρίς να τον ενοχλεί. Η σιωπή του και η έλλειψη οποιασδήποτε προκλητικής συμπεριφοράς αφοπλίζουν τις όποιες αντιδράσεις. Η φιλία του με ντόπιους χαρακτήρες σπάει τα στερεότυπα του εχθρού και αναδεικνύει την κοινή ανθρώπινη μοίρα.
Το τέλος της ιστορίας του Ρετσέπ στο ροδάφ’νον είναι το αποκορύφωμα της τραγικής του πίστης και σφραγίζει τον μύθο του ως μια φιγούρα που ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα. Ο Ρετσέπ δεν ανταμείβεται ποτέ για την αφοσίωσή του. Ο έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος μέχρι τέλους. Εκείνος δεν διεκδικεί αναγνώριση, ούτε αποκαλύπτει πλήρως τον ρόλο του. Όπως έζησε στο περιθώριο, έτσι και φεύγει από την ιστορία χωρίς θόρυβο, σχεδόν σαν να επιστρέφει στη σκιά από την οποία είχε επιλέξει να ζει. Ολοκληρώνει τον κύκλο της ζωής, χωρίς να ζητήσει τίποτα, χωρίς να πάρει τίποτα, αλλά έχοντας δώσει τα πάντα, έχοντας εκπληρώσει το τάμα του. Ο θάνατός του δεν είναι μια απλή βιολογική κατάληξη, αλλά η ολοκλήρωση μιας ζωής που δόθηκε ολοκληρωτικά σε έναν σκοπό. Πεθαίνει ως ο αιώνιος ξένος που όμως ρίζωσε στον τόπο περισσότερο από τους ντόπιους, ακριβώς επειδή ο λόγος που τον κράτησε εκεί ήταν πνευματικός και όχι υλικός.
Με τον θάνατό του, η σιωπηλή παρουσία του μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη για το χωριό. Οι χωριανοί, που για δεκαετίες τον έβλεπαν ως μια γνώριμη αλλά αινιγματική φιγούρα, συνειδητοποιούν το μέγεθος της θυσίας του. Το τέλος του λειτουργεί ως μια κάθαρση για την κοινότητα. Επιβεβαιώνεται ότι η αγάπη του ήταν ανιδιοτελής μέχρι την τελευταία πνοή. Η ιστορία του περνά στη σφαίρα του θρύλου, καθώς ο Τούρκος που αγάπησε τόσο πολύ γίνεται μέρος της τοπικής μυθολογίας. Αν και ο έρωτάς του παράμεινε «απραγματοποίητος» με την έννοια της σαρκικής ή κοινωνικής ένωσης, το τέλος της ιστορίας του τον δικαιώνει ηθικά. Δεν έφυγε ηττημένος, αλλά νικητής, γιατί κατάφερε να μείνει πιστός στον εαυτό του και στο συναίσθημά του για μια ολόκληρη ζωή, χωρίς να λυγίσει από τις δυσκολίες ή τη μοναξιά. Ο Ρετσέπ αφήνει πίσω του μια «ευωδιά» παρόμοια με αυτή του ροδάφ’νου, κάτι όμορφο που αντέχει στις κακουχίες και παραμένει ζωντανό στη μνήμη των ανθρώπων ακόμα και όταν οι ίδιοι έχουν χαθεί.
Το γεγονός ότι ο Ρετσέπ καταλήγει να αναπαύεται σε αυτό το χώμα, μακριά από την πατρίδα του, υπογραμμίζει το κεντρικό μήνυμα του Διαμαντίδη:
Η πατρίδα ενός ανθρώπου είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά του.
Ο τάφος του γίνεται το σύμβολο μιας γέφυρας που ενώνει λαούς και θρησκείες μέσα από το πανανθρώπινο συναίσθημα του έρωτα. Η συμπεριφορά της Παρθένας στα μνήματα αποτελεί την πιο συγκλονιστική στιγμή του έργου, καθώς εκεί συντελείται η τελική αναγνώριση και η κάθαρση. Είναι από τις πιο ηθικά φορτισμένες και συναισθηματικά πυκνές σκηνές. Η συμπεριφορά της δεν είναι απλή πράξη πένθους, είναι μια καθυστερημένη αναγνώριση. Το κλάμα της δεν αφορά μόνο τον θάνατο του, αλλά και όσα δεν ειπώθηκαν όσο ζούσε. Η κίνησή της να πάει να τον κλάψει είναι μια πράξη που ανατρέπει τις κοινωνικές συμβάσεις και φανερώνει το βάθος της σύνδεσής τους. Για δεκαετίες, ο έρωτας του Ρετσέπ ήταν μυστικός και η Παρθένα τηρούσε μια στάση απόστασης, όπως επέβαλλαν τα ήθη της εποχής και η δική της θέση ως παντρεμένης γυναίκας. Η Παρθένα κράτησε αυτό το μυστικό κλειδωμένο για μια ολόκληρη ζωή στην Ελλάδα. Φανταστείτε τι θα σήμαινε για μια προσφυγοπούλα στην επαρχιακή Ελλάδα του 1930 ή και αργότερα του 1950 να ομολογήσει ότι αγάπησε και μυστικά αγαπούσε έναν Τούρκο. Θα θεωρούνταν προδοσία προς το έθνος και τη μνήμη των νεκρών της Γενοκτονίας. Η Παρθένα ζει μια διπλή ζωή. Εξωτερικά είναι η ευσεβής χριστιανή γιαγιά, αλλά εσωτερικά παραμένει η νεαρή κοπέλα που άφησε την καρδιά της στον Πόντο, στα χέρια του Ρετσέπ:
«’Σ σον βράδον απάν’ η Παρθένα επήεν ‘ς σην εγκλεσίαν, σα ταφία, ν’ αφτύν’ κερία… επήεν σιφτέν ΄ς σα ταφία του κυρού ατ΄ς και του παιδί’ ατ’ς. Έψεν τα καντήλας κ’ επεκεί, επήεν ‘ς σο κάθεν ρο μέρος, όθεν εκείτον ο Κανταρτζόγλης. Έψεν την καντήλαν ατ’ κ’ εκάτσεν επακεί ‘ς σο ταφίν καικά. Έρημε Κανταρζόγλη, είπεν, αντσά ο κόσμον θα εγροικά καμμίαν ατό ντ’ εποίκες εσύ… Κανείται ντο έσυρες την μανασίαν, γιαβρί μ’, εσύ πα’. Χαζίρ’ ποίσιν τον τόπον μ’. Και να έξερες πουλόπο μ’, πόσα έχω να λέω σε. Πόσα τέρτια και πόσα καμονάντας».
Ο Διαμαντίδης, μέσω αυτού του έρωτα, προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση της ιστορίας: Ο Ρετσέπ δεν είναι ο «σφαγέας», είναι ο άδολος εραστής, ο άνθρωπος που πόνεσε και αυτός από τον χωρισμό. Η αποκάλυψη του μυστικού στον εγγονό της είναι μια πράξη εμπιστοσύνης και λύτρωσης. Του παραδίδει όχι μόνο την εθνική ιστορία, αλλά και την ανθρώπινη αλήθεια, ότι ο έρωτας είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να νικήσει τον θάνατο και τη λήθη. Η δύναμη του μυστικού έγκειται στο ότι η Παρθένα δεν «πρόδωσε» τον Πόντο αγαπώντας τον Ρετσέπ, αντίθετα, ο έρωτάς της την έκανε να κρατήσει τον Πόντο μέσα της πιο ζωντανό από οποιονδήποτε άλλον. Σε μια εποχή που το μίσος, ο πόλεμος και ο θρησκευτικός φανατισμός θέριζαν, οι δυο τους έζησαν κάτι που ήταν απαγορευμένο. Το γεγονός ότι αυτό το συναίσθημα επιβίωσε μέσα της για δεκαετίες, παρά τον ξεριζωμό και τις κακουχίες στην Ελλάδα, αποδεικνύει ότι η ανθρώπινη ψυχή δεν γνωρίζει σύνορα.
Το Ροδάφνον που ζητά η Παρθένα δεν είναι μόνο σύμβολο της πατρίδας, αλλά και ο συνδετικός κρίκος με τον έρωτά της. Είναι το «αντίδωρο» μιας ζωής που δεν έζησε. Με το να τον κλάψει δημόσια στα μνήματα, η Παρθένα νομιμοποιεί το συναίσθημά του. Είναι μια πράξη γενναιότητας. Σπάει τη σιωπή και παραδέχεται ότι η παρουσία αυτού του ανθρώπου ήταν καθοριστική για τη ζωή της, αδιαφορώντας πλέον για τα σχόλια του χωριού. Ο θρήνος της είναι η μοναδική ανταμοιβή που έλαβε ο Ρετσέπ για τη διά βίου αφοσίωσή του. Το κλάμα της δεν είναι μόνο λύπη για έναν θάνατο, είναι μια βαθιά υπόκλιση στην υπομονή και την ανιδιοτέλεια του Ρετσέπ. Η συμπεριφορά της κρίνεται ως δίκαιη και ηθικά επιβεβλημένη. Αν η Παρθένα παρέμενε σιωπηλή, η θυσία του Ρετσέπ θα έμοιαζε μετέωρη. Με τον θρήνο της, τον εγγράφει στην προσωπική της ιστορία. Η Παρθένα κλαίει έναν Τούρκο, έναν ξένο, έναν άνθρωπο που κοινωνικά δεν θα έπρεπε να έχει θέση στην καρδιά της. Στα μνήματα, η Παρθένα καταργεί τις εθνικές και θρησκευτικές διαφορές. Εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει Έλληνας και Τούρκος, παρά μόνο η απώλεια ενός ανθρώπου που αγάπησε με έναν τρόπο σχεδόν υπερφυσικό. Η στάση της είναι λυτρωτική. Δείχνει ότι η ανθρωπιά και η συγκίνηση είναι πιο ισχυρές από τα στερεότυπα. Κλαίγοντας τον Ρετσέπ, η Παρθένα κλαίει και για τη δική της ζωή, για τα χρόνια που πέρασαν και για τον έρωτα που, αν και δεν βιώθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο, υπήρχε πάντα εκεί ως μια σκιά προστασίας. Είναι μια στιγμή αυτογνωσίας. Η Παρθένα αποδέχεται ότι η δική της ταυτότητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σιωπηλή παρουσία του Ρετσέπ. Η συμπεριφορά της είναι το αντίβαρο στη σιωπή του Ρετσέπ. Είναι η στιγμή που το ροδάφ’νον από στιφό γίνεται γλυκό, καθώς η αγάπη βρίσκει επιτέλους τη φωνή της, έστω και μέσα από το μοιρολόι.
Στο μνήμα, ο Κώστας Διαμαντίδης, ο δημιουργός της μυθοπλαστικής αυτής ιστορίας, έγραψε μαζί με το όνομα του Ρετσέπ και τον ύμνο της βιωμένης τους αγάπης:
Η ΕΓΑΠ’ ΑΨΙΜΟΝ ΕΝ.
ΓΙΑ ΕΜΠΑΙΝΤΣ ΑΠΕΣ’ ΚΑΙ ΚΑΙΕΣΑΙ,
ΓΙΑ ΣΤΕΚ΄Σ ΑΠΟ ΜΑΚΡΑ ΚΑΙ ΡΙΓΑΣ.
Η αγάπη είναι δυνατή φωτιά.
Ή μπαίνεις μέσα και καίγεσαι,
ή στέκεσαι από μακριά και κρυώνεις / παγώνεις.
Η αγάπη παρουσιάζεται ως δύναμη ολική, που απαιτεί έκθεση και ρίσκο. Δεν υπάρχει ασφαλής απόσταση. Ή θα δεχτείς το κάψιμο, τον πόνο, την απώλεια και την αυτοθυσία, ή θα επιλέξεις την αποξένωση, το ψύχος της απουσίας. Στην εικόνα αυτή, το κάψιμο δεν είναι τιμωρία· είναι συνέπεια του να ζεις αληθινά. Όποιος μπαίνει στη φωτιά της αγάπης αποδέχεται ότι θα πληγωθεί, αλλά και ότι θα βιώσει το πλήρες εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Αυτό ταιριάζει βαθιά με την ποντιακή κοσμοαντίληψη, όπου η ζωή δεν ωραιοποιείται, αλλά βιώνεται με σκληρότητα και αξιοπρέπεια. Στα ποντιακά, τέτοιες εικόνες δεν είναι σχήματα λόγου, είναι συμπύκνωση ζωής. Η φωτιά και το κρύο είναι στοιχειακές εμπειρίες ενός λαού που έζησε ξεριζωμό, απώλεια, επιβίωση. Γι’ αυτό η φράση δεν ακούγεται ρητορική, αλλά αληθινή, ειπωμένη σαν γνωμικό που πέρασε από γενιά σε γενιά.
Είναι πιστεύω, απόλυτα κατανοητός ο θαυμασμός των αναγνωστών για τους δύο βασικούς ήρωες του ιστορικού μυθιστορήματος, γιατί με τον τρόπο τους, υπερέβησαν τον εαυτό τους. Ο Ρετσέπ δίδαξε τι σημαίνει να αγαπάς χωρίς να κατέχεις. Σε έναν κόσμο που συχνά ταυτίζει τον έρωτα με την ιδιοκτησία, η δική του στάση, το να είναι ο μυστικός φύλακας από απόσταση, είναι μια πράξη πνευματικού ηρωισμού. Ο ρόλος του ως μυστικού φύλακα τον μετατρέπει σε φορέα μνήμης. Σε ένα έργο όπου το ιστορικό και εθνικό υπόβαθρο είναι έντονο, η πράξη του Ρετσέπ υπερβαίνει τα σύνορα. Η αγάπη του λειτουργεί ως αντίλογος στον εθνικισμό και στη βία της Ιστορίας, προτείνοντας μια ανθρώπινη, υπόγεια συμφιλίωση. Από την άλλη η Παρθένα, με τον θρήνο της στο τέλος, έδειξε το μεγαλείο της αναγνώρισης.
Χρειάζεται τρομερό ψυχικό σθένος για να σπάσει μια γυναίκα της εποχής της τη σιωπή και να τιμήσει δημόσια έναν ξένο, παραδεχόμενη ουσιαστικά ότι η ζωή της φωτίστηκε από τη δική του αφοσίωση. Είναι μια ιστορία που μας θυμίζει πως, ακόμα και στις πιο σκληρές ή απλές κοινωνίες, η ευγένεια της ψυχής μπορεί να ανθίσει σαν το ροδάφ’νον ανάμεσα στις πέτρες.
*Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ, είναι Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
hellenicponticmrc.gr
Τηλέφωνο 6977629094