Στη σπουδαιότητα του βιβλίου «Οι Ρίζες μας» που αναφέρεται στην ιστορία των κατοίκων του χωριού Χωρύγι, από τον Πόντο, στον Καύκασο και κατάληξη στο δυναμικό χωριό του Κιλκίς, που συνέγραψαν οι εκπαιδευτικοί Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου και ο πατέρας της Νίκος Κωνσταντινίδης, αναφέρθηκε αναλυτικά ο ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ανανίας Τσιραμπίδης, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου, που έγινε το βράδυ του Σαββάτου 29 Σεπτεμβρίου 2017 στο πολιτιστικό κέντρο Χωρυγίου. 
1ο Κεφάλαιο
Τα μοναστήρια αποτελούσαν διαχρονικά τους προμαχώνες της Ορθοδοξίας. Σ’ αυτά καλλιεργήθηκε συστηματικά η σύνδεση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό, η γνώση με την πίστη, η θεία με την ανθρώπινη σοφία. Το 1913 λειτουργούσαν στον Πόντο 22 Μοναστήρια, 1890 εκκλησίες, 1647 παρεκκλήσια και 1401 σχολεία με 85890 μαθητές και μαθήτριες.
Η ποντιακή γλώσσα έχει Ιωνική προέλευση, αφού διατήρησε την προφορά του η ως ε όπως συμβαίνει με τις λέξεις χαμελός, κεπίν, ζεμία, νύφε κ.ά. Διασώζει όμως και πολλές αρχαίες ελληνικές όπως αξινάριν (από την αξίνη), κερεντή (από το ρήμα κείρω=κουρεύω), ωβόν (ωόν), ωτίν (το ους - του ωτός), αναμένω (περιμένω), λαχτίζω (λακτίζω), ριγώ, κρούω, τάραξον, γράψον, αφ’ς (άφες) κ.ά.
Γίνεται λεπτομερής παρουσίαση του πιο ξακουστού και ενθουσιώδους χορού, του Πυρρίχιου. Παρουσιάζεται συνοπτικά η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και οι χώρες ή πολιτείες που έχουν αναγνωρίσει τη 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης των 353.000 θυμάτων. Γίνεται ξεχωριστή αναφορά στο αντάρτικο και στον τύπο του Πόντου, καθώς και στα δικαστήρια της ανεξαρτησίας της Αμάσειας, όπου καταδικάστηκαν 174 επιφανείς πόντιοι, ο ανθός του ποντιακού ελληνισμού. Από αυτούς κρεμάστηκαν 69 στις 21 Σεπτεμβρίου 1921.
Τούτο το Έθνος, για να κρατηθεί στη ζωή, χρειάστηκε το αίμα του λαού, το μελάνι του σοφού και τη θυσία του μάρτυρα, γράφει ο αγαπητός Νίκος. 
KONTSTANTINIDIS.NIKOS.XORYGI.1
Ο Νίκος Κωνσταντινίδης
Είναι καλύτερα να χάνεις ως λαός το βιος σου, παρά τη γλώσσα σου, σημειώνει η αγαπητή Αρχοντούλα.
KONSTANTINIDOY.ARXONTOYLA.IMG 3644
Η Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου
2ο Κεφάλαιο
Οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων του Χωρυγίου, πριν μεταναστεύσουν στο Κυβερνείο του Καρς, ζούσαν σε χωριά και πόλεις του ηπειρωτικού Πόντου, των Επαρχιών Αργυρούπολης, Κολώνειας και Νικόπολης. Πολλοί από αυτούς εργάζονταν στα μεταλλεία αργύρου, χαλκού, θείου και σε ορισμένα χρυσού, τα κοιτάσματα των οποίων εξαντλήθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε οι εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να μετοικήσουν με τις οικογένειές τους σε άλλες περιοχές. 
Παρουσιάζονται οι οικογένειες που προέρχονταν από τα χωριά Άδυσσα, Δέρενα, Χερροίανα, Ίμερα, Ρεφαγιά, Μέντεμε, Κιούφενε, Τσατάχ, των παραπάνω επαρχιών, οι οποίες μετοίκησαν στον Καύκασο, όπου έζησαν περίπου 40 χρόνια πριν την οριστική εγκατάστασή τους στο Χωρύγι και σε άλλα χωριά της Ελλάδος. Αναφέρονται ιδιαίτερα οι παρακάτω επικεφαλής αυτών των οικογενειών:
BIBLIO.KONSTANTINIDOU.RIZES 001
Χρυσουλίδης Γρηγόρης
Ήταν άριστος τεχνίτης της πέτρας. Έκτισε εκκλησίες, σχολεία, τοξωτές γέφυρες και πολλές κατοικίες. Ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιούσε (όπως και οι άλλοι οικοδόμοι) το κουρασάνι, γνωστό κονίαμα της αρχαιότητας με εξαιρετικές υδραυλικές και μηχανικές ιδιότητες. Φτιαχνόταν από ασβέστη, άμμο, νερό και άχυρο για ενίσχυση.
Χρυσουλίδης Δημήτρης
Ήταν καθηγητής φιλολογίας στο Φροντιστήριο Τραπεζούντος, των Χρυσουλιδαίων του Χωρυγίου πρόγονος. Όλοι κατάγονταν από την Ίμερα.
Ιασονίδης Αναστάσιος (Αναστάς αγάς)
Ήταν από το σόι των Τσοκαλικάντων. Το 1915, κατά το πογκρόμ εναντίον των Αρμενίων, δέχθηκε την παράκληση μάνας Αρμένισσας και πήρε τον 3χρονο γιο της τον Νικόλα, για να τον σώσει. «Ο Νικόλας μου είναι μικρός και δεν μπορεί να μας ακολουθήσει. Ο μεγάλος μου τα καταφέρνει και το βρέφος το κρατώ στην αγκαλιά. Σε παρακαλώ καλέ μου Έλληνα, στο όνομα του κοινού Θεού μας σώσε το παιδί μου, σε ικετεύω». Ο Αναστάς αγάς έγινε ποτάμι αγάπης με την οικογένειά του για το μικρό Νικόλα. Φως και πατρική στοργή στο δρόμο της ζωής του. Η Αρμένισα μάνα δεν επέστρεψε ποτέ ούτε τα άλλα δύο αδέρφια. Όμως ο μικρός Νικόλας έγινε κλωνάρι της οικογένειας του Αναστάς αγά. Έφτασε κι αυτός στο Χωρύγι, όπου δημιούργησε τη δική του οικογένεια.
Ιασονίδης Αναστασίου Δημοσθένης (1883-1966)
Γιος του Αναστάς αγά και παππούς του αγαπητού Νίκου. Όπως γράφει ήταν ο μισός του εαυτός και κάτι παραπάνω, ο πρώτος παιδαγωγός και δάσκαλός του. Ο Δημοσθένης λοιπόν ήταν βαθιά φιλοσοφημένος άνθρωπος και με λαμπρές σπουδές στο φροντιστήριο της Αργυρούπολης. Ήταν γενναιόδωρος και ακριβοδίκαιος. Είχε ευρύτητα σκέψης και αντίληψης. Όπως παραδέχεται ο Νίκος πολλά από τα στοιχεία αυτού του βιβλίου στηρίζονται στα απομνημονεύματα και σημειώσεις του παππού του. Στα νιάτα του ασχολήθηκε με το εμπόριο χαλιών τα οποία έφερνε από την Περσία ο ίδιος. Τα πουλούσαν στη Νικόπολη όπου η οικογένειά του είχε μαγαζιά. Το 1911 για να αποφύγει την αναγκαστική επιστράτευση διέφυγε στο Φαχρέλ του Αρδαχάν, κοντά στο θείο του Θεόδωρο Θεοδωρίδη. Το 1921 από το Βατούμ με το πλοίο Θέμις, μαζί με τους κατοίκους του Ντόρτκιλισε έφτασε στην Καλαμαριά, όπου πέρασε τα λοιμοκαθαρτήρια και παρέμεινε σε ξύλινο παράπηγμα με την οικογένειά του για 6 μήνες. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Χωρύγι, όπου φρόντισε λίγο αργότερα να έρθουν και οι υπόλοιποι συγγενείς του από τη Λάρισα. Από τον Καύκασο έφερε 3 ζευγάρια βόδια, 4 αγελάδες και μερικά περσικά χαλιά. Γονείς του ήταν ο Αναστάσιος και η Ελένη Ιασονίδη. Γυναίκα του η Χαρίκλεια και παιδιά του ο Παναγιώτης, η Πολυξένη και η Αρχόντισσα, μητέρα του Νίκου και γιαγιά της Αρχοντούλας. Ψυχοπαίδι του το μικρό Αρμενάκι, ο Νικόλας.
Ιασονίδης Ιάσονας
Παππούς του Δημοσθένη, που ήταν παππούς του συγγραφέα Νίκου. Πρώτος στη σκοποβολή, απέκτησε την εύνοια του Μπέη Ζαγούρογλου στα κτήματα του οποίου δούλευε στο Κεμάχ του Ερζιγκιάν. Πήρε μέρος στην καταστολή της επανάστασης της Κρήτης, αλλά τους αιχμαλώτους Κρήτες που έφεραν εδώ στην Τουρκία κατάφερε να απελευθερώσει με κίνδυνο της ζωής του.
Λαμπριανίδης Γιώργος
Γεννήθηκε στη Ρεφαγιά της Κολώνειας το 1902 και πέθανε στο Χωρύγι το 1968. Εργατικός, φιλοπρόοδος, χωρατατζής, με εξαιρετικό εμπορικό δαιμόνιο. Από Δευτέρα έως Παρασκευή πουλούσε τα εμπορεύματά του στα τσιφλίκια της περιοχής. Στις συναλλαγές με τους πελάτες του διάβαζε τα πρόσωπά τους και προσάρμοζε τις κουβέντες του. Ήξερε ότι στις περισσότερες γυναίκες τα παινέματα είναι αποδοτικά. Είχε μάθει καλά να ξεχωρίζει τις κοκέτες, τις γκρινιάρες, τις πονηρές, τις τσιγκούνες και τις παράξενες.
Ξιφιλίνος Ιωάννης
Ήταν απόγονος της μεγάλης Βυζαντινής οικογένειας των Ξιφιλίνων, η οποία ανέδειξε και δύο πατριάρχες τον Ιωάννη τον Η΄ και τον Γεώργιο τον Β΄. Ο Ιωάννης γεννήθηκε το 1869 στην κώμη των Ξιφιράντων της Μεσοχαλδίας και πέθανε το 1926 στη Βέροια. Το 1886 τελείωσε το Φροντιστήριο Αργυρούπολης και το 1993 χειροτονήθηκε ιερέας. Το 1902 τοποθετήθηκε στο Σιντισκόμ και το 1918 στο Χάσκιοϊ του Αρδαχάν. Με τη σύντροφο της ζωής του Μαρία απέκτησε 15 παιδιά. Από αυτά έζησαν 11, εφτά αγόρια και 4 κορίτσια. Ο γιος του Μιλτιάδης (1893-1930) ήταν πατέρας του συγχωριανού δάσκαλου Κωνσταντίνου Ξιφιλίνου, δάσκαλος κι αυτός στο Σιντισκόμ και έφεδρος αξιωματικός στο Ρωσικό στρατό. Ο αδερφός του Μιλτιάδη ο Δημοσθένης (1901-1996) ήταν τοπογράφος υπομηχανικός και πρώτος πρόεδρος στη Λέσχη Καυκασίων Καλαμαριάς το 1925. Εργάστηκε στην υπηρεσία αποκατάστασης προσφύγων στην επαρχία Κιλκίς την περίοδο 1928-1935. Το 1932 συμμετείχε στην τοπογραφική ομάδα που έκανε τη διανομή γης στον οικισμό Χωρυγίου και το 1952 συνέταξε το τοπογραφικό σχέδιο των 500 στρεμμάτων που παραχώρησε η κοινότητα Καστανιάς για την ανέγερση της Ιεράς Μονής Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο. Ο Γεώργιος Ξιφιλίνος (1911-1941), άλλος αδερφός, σκοτώθηκε στην Αλβανία στον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Ο ιερέας Ιωάννης Ξιφιλίνος πρωτοεγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Σεβαστό Κιλκίς. Ήρθε όμως σε ρήξη με τον τότε Μητροπολίτη Κιλκίς και μετατέθηκε στη Μητρόπολη Βέροιας στην ενορία της Αγίας Παρασκευής του χωριού Πατρίδα.
Τιμώντας τη μεγάλη οικογένεια των Ξιφιλίνων ο Δήμος Καλαμαριάς έδωσε το όνομά της σε έναν από τους δρόμους του.
Ξανθόπουλος Μιχάλης (1911-2003)
Η πορεία των μελών της οικογένειας ξεκίνησε από τη Ρεφαγιά με την εκτόπισή της το 1917 στη Σεβάστεια, αφού κατάσχεσαν όλα τα γελάδια και τα πρόβατά τους. Μετά από 15 μέρες νέα μετακίνηση στο χωριό Εκίλ Αχμέτ, όπου έζησαν αρκετά καλά. Το 1919 νέα μετακίνηση στην Αζιζιέ, όπου έμειναν 6-7 μήνες. Εδώ από την πείνα και τις κακουχίες πέθανε η γιαγιά, η μητέρα, ο πατέρας και η αδερφή του Μιχάλη. «Μόνος κι έρημος εγώ στην Αζιζιέ, το 1919, δεν είχα χέρι να πιαστώ και ώμο να ακουμπήσω. Την περίοδο εκείνη μας περιμάζεψε μια Αμερικάνικη Επιτροπή και μας πήγε στην Καισάρεια, όπου μείναμε περίπου 3 χρόνια. Το Δεκέμβριο του 1922 πήγαμε στο Ικόνιο, από εκεί στο λιμάνι της Μερσίνας και από εκεί με πλοίο στον Πειραιά, όπου περάσαμε καραντίνα. Στη συνέχεια στην Αιδηψό, όπου έμεινα μαζί με άλλους πρόσφυγες 4-5 μήνες. Στη συνέχεια πήγα στη Ζάροβα (Νικόπολη) του Λαγκαδά, όπου είχαν εγκατασταθεί τα αδέρφια του πατέρα μου. Εδώ έμεινα ένα χρόνο. Το 1924 ήρθα στο Χωρύγι, στην αδερφή του πατέρα μου που ήταν παντρεμένη εδώ». 
Ο Μιχάλης από μικρός γεύτηκε την πίκρα, την πείνα, την δυστυχία. Πριν από το χάδι, βίωσε το δάκρυ, πριν από το γέλιο έζησε το φόβο. 
«Αν θέλεις να δεις τον ουρανό από κοντά, μη φοβηθείς το ύψος. Κι αν θέλεις να προχωρήσεις μπροστά, μη φοβηθείς το άγνωστο. Ο Μιχάλης κατάφερε και τα δύο», σημειώνουν οι συγγραφείς.
3ο Κεφάλαιο
Με πόνο στην ψυχή, αφήνοντας πίσω προγονικούς τάφους και σπίτια, με χέρια άδεια, πήραν το δρόμο για τον Καύκασο από τα παραπάνω χωριά οι πρόγονοι των Χωρυγιωτών μαζί με τους άλλους Έλληνες με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου το 1878. Ένα ατέλειωτο καραβάνι από βοϊδάμαξες, κρατώντας τις εικόνες των αγίων, βάδιζαν αδιάκοπα δίπλα στα αφροκύλιστα ποτάμια. Η προσδοκία ότι εκεί που θα φτάσουν θα ζουν καλύτερα, δυνάμωνε τη θέλησή τους.
Εγκαταστάθηκαν στα χωριά της Γκιόλας, σε ένα οροπέδιο με πολλά νερά και πλούσια βλάστηση, σε υψόμετρο περίπου 1800 m. Καταμεσής ρέει ο Κούρος ποταμός. Ο χειμώνας βαρύς με θερμοκρασίες μέχρι -30ο C, το χιόνι μέχρι 2 m και η διάρκειά του 4 έως 6 μήνες.
Οι κάτοικοι της Γκιόλας ήταν κτηνοτρόφοι κυρίως βοοειδών και προβάτων. Μερικοί ήταν υλοτόμοι ή οικοδόμοι, άλλοι έγιναν δάσκαλοι και ιερείς. Αρκετοί υπηρέτησαν στο Ρωσικό στρατό, ορισμένοι ως αξιωματικοί. Μιλούσαν την ποντιακή ως μητρική, την ρωσική που τους επιβλήθηκε, αλλά και την τουρκική για λόγους επικοινωνίας, συναλλαγής και συνύπαρξης με τους Τούρκους της περιοχής.
Στο Κυβερνείο του Καρς κατοικούσαν σε ξεχωριστά χωριά Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι και Τούρκοι. Τα χωριά της Γκιόλας αποτελούσαν υποδιοίκηση της Διοίκησης Αρδαχάν, του Κυβερνείου Καρς. Οι συγγραφείς περιγράφουν συνοπτικά τα 13 χωριά της Γκιόλας με τις χιλιομετρικές αποστάσεις από το Αρδαχάν, τον αριθμό των κατοίκων τους το 2007 και τις περιοχές εγκατάστασης αυτών στην Ελλάδα μετά το 1920.
Αρδαχάν
Βρίσκεται 100 km βόρεια του Καρς σε υψόμετρο 1820 m και το 2001 είχε πληθυσμό 16.000 κατοίκους. Δεν παρουσιάζει καμία ιδιαίτερη ομορφιά. Δύο υπερυψωμένα στρατιωτικά φυλάκια δέσποζαν τότε σε κεντρικά σημεία, ενώ η παλιά πόλη βρίσκεται περιτειχισμένη στο ανατολικό τμήμα της σημερινής. Στο κέντρο υπάρχει το μεγάλο τζαμί, όπου το 2001 μας υποδέχτηκε φιλικά ο ιμάμης, καθώς και πολλές μικρές Κούρδες και μικροί λούστροι. Στα παιδιά προσφέραμε διάφορα κεράσματα. Από το Αρδαχάν προέρχονται μερικοί πρόγονοι των Χωρυγιωτών. 
Φαχρέλ (Καρτάλπιναρ)
Πήραμε από την πλατεία του Αρδαχάν ως ξεναγό τον 69χρονο Τούρκο Αλή Τουρσούν που έκανε 20 χρόνια φυλακή, γιατί σκότωσε Κούρδο για αντεκδίκηση. Μετά από διαδρομή 5 km προς τα βόρεια σε χωμάτινο δρόμο και αφού προσπεράσαμε τρία εγκαταλειμμένα τανκς του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, φτάσαμε στη μεγάλη πλατεία του μικρού χωριού Φαχρέλ, από όπου προέρχονται οι κάτοικοι του Ηλιόλουστου και μερικοί του Χωρυγίου. Μας υποδέχθηκε πλήθος αγελάδων και χηνών και ελάχιστοι κάτοικοι με λίγα παιδιά τα οποία έτρεξαν πάνω μας. Οι Κούρδοι ή Αζέροι κάτοικοι, κυρίως ηλικιωμένοι, ήταν φιλικοί και δέχτηκαν να φωτογραφηθούν μαζί μας όπως και ο συμπαθητικός ιμάμης τους.
Χανάκ 
Βρίσκεται 26 km βόρεια του Αρδαχάν και απέχει 55 km από τη συνοριακή πόλη της σημερινής Γεωργίας Ακχαλτζίκχε. Το 2001 είχε 4.600 κατοίκους. Από αυτό το χωριό (τότε ήταν τρία μικρότερα) προέρχονται οι κάτοικοι του Ακρίτα. Όπως σε όλα τα χωριά της περιοχής έτσι κι εδώ οι παρόντες κάτοικοι ήταν κυρίως ηλικιωμένοι και μικρά παιδιά. Οι υπόλοιποι έλλειπαν στις αγροτικές ασχολίες ή στα παρχάρια. Στον κάτω «μαχαλά» μας δέχθηκε μέσα στο πέτρινο σπίτι του ένας ηλικιωμένος. Περάσαμε και στα τέσσερα δωμάτια που ήταν δροσερά, αλλά πολύ ακατάστατα. Στο πρώτο δωμάτιο είχε το σιδεράδικό του. Στα επόμενα δύο τα υπνοδωμάτια με τζάκια και ξύλινα κρεβάτια αριστερά και δεξιά καρφωμένα στο πάτωμα. Πάνω τους ήταν διπλωμένες ψάθες. Στο τέταρτο δωμάτιο υπήρχαν ένα μεγάλο και ένα μικρό ξύλινο αμπάρι για τις σοδειές. Με ενδιάμεση πόρτα πήγαινες στο μαντρί που ήταν άδειο. Όλα τα ζώα του χωριού έλλειπαν στα παρχάρια. Το ταβάνι όλων των δωματίων ήταν από ξύλινες σανίδες που υποστηρίζονταν από χοντρούς κορμούς. Η στέγη ήταν επίπεδη, αποτελούμενη περίπου από 30 cm χώμα (γουμ) με ηφαιστειακή σύσταση. Με το κιλιντίρ είχε λειανθεί για να είναι στεγανή. Πάνω από κάθε στέγη κατοικίας συνήθως ήταν στοιβαγμένα σε θημωνιές τα χόρτα για ξήρανση και στη συνέχεια αποθήκευση, για τροφή των ζώων το χειμώνα. Φωτογραφηθήκαμε μέσα και έξω. Οι γυναίκες μας πήγαν σε γειτονικό σπίτι, όπου τις προσκάλεσαν ευγενικά για τσάι. Στην αυλή είχαν απλωμένα τα πολύχρωμα γιοργάνια (παπλώματα) και ένα όμορφο χαλί (μοναδικό είδος πολυτελείας που είδαμε σ’ αυτά τα χωριά). 
Χωριά της Γκιόλας
Στον μεγάλο κάμπο των 13 ελληνικών χωριών της Γκιόλας είχε τελειώσει το θέρος του σταριού, γινόταν το θέρος του χόρτου, ενώ πολλά κοπάδια από αγελάδες και πρόβατα έβοσκαν ανέμελα στις όχθες του ποταμού που διασχίζει αυτή την πεδιάδα. Μικρά τρακτέρ με καρότσες και αλογόκαρα με ρόδες αυτοκινήτου μετέφεραν σάλματα ή θερισμένο χόρτο στα σπίτια σχηματίζοντας θημωνιές πάνω στις στέγες ή στις αυλές. Οι χήνες άφθονες και εδώ. Απουσίαζαν οι κότες, οι μπαξέδες με λαχανικά, τα οπωροφόρα δέντρα. Υπήρχαν πολλά θαμνοειδή αγριόχορτα στις αυλές, στους κοινόχρηστους χώρους και δίπλα από τους δρόμους. Ασφαλώς οι κλιματικές συνθήκες διαμόρφωσαν αυτήν την πανίδα και χλωρίδα σε αυτές τις απέραντες στέπες. Για πέντε – έξι μήνες το χρόνο, χιόνι που φτάνει τα δύο μέτρα σκεπάζει τα πάντα, ενώ θερμοκρασίες κάτω από το μηδέν διαρκούν για πολλές μέρες ίσως και μήνες. Έτσι, μένουν αποκλεισμένοι μέσα και κοιτάζουν να προφυλαχθούν οι ίδιοι και τα ζώα τους. Τα γύρω κοντινά βουνά έχουν ομαλό ανάγλυφο και είναι τελείως γυμνά από δενδρώδη βλάστηση. Ασφαλώς τα δάση έχουν υλοτομηθεί για ξυλεία ή θέρμανση στο παρελθόν.
Δεν είδαμε κάποια γλάστρα ούτε ένα μικρό κήπο με λουλούδια στις άφρακτες ή με πέτρες περιφραγμένες αυλές όλων αυτών των χωριών. Ίσως γιατί αποκλειστικό μέλημα όλων των κατοίκων που ζουν εδώ ως εξόριστοι ή εκτοπισμένοι είναι απλώς η επιβίωσή τους. Απεναντίας, όλες οι αυλές ήταν γεμάτες από στοίβες κουσκουριών για να ξεραθούν κάτω από τον ήλιο και να είναι έτοιμα για το χειμώνα στο τζάκι. Ο απόπατος βρισκόταν έξω στην αυλή. Το μαντρί επίσης πέτρινο, κολλητά με το σπίτι και με εσωτερική πόρτα επικοινωνίας. 
Οι κυριότερες ασχολίες ήταν η κτηνοτροφία, η γεωργία και η υλοτομία. Τα πρόβατα ήταν μεγαλόσωμα με μακριά και φαρδιά ουρά και είχαν γάλα με πολύ λίπος. Το μαλλί το έγνεθαν και έπλεκαν κάλτσες ή μπλούζες ή γέμιζαν τα γιοργάνια. Το κρέας το καβούρντιζαν για να διατηρείται το χειμώνα. 
Κοινά χαρακτηριστικά των χωριών της Γκιόλας, αλλά και όλου του Κυβερνείου Καρς, ήταν οι σωροί από κουσκούρια, οι στοιβαγμένες για ξήρανση θημωνιές με χόρτα σε όλες τις αυλές ή στέγες των σπιτιών, καθώς και η δορυφορική κεραία σε κάθε σπίτι για την τηλεόραση, το μοναδικό μέσο διασκέδασης σε αυτά μέρη.
Όλα αυτά τα αμιγή ελληνικά χωριά (75 σε αριθμό) άδειασαν την περίοδο 1919-20 και κατοικήθηκαν πάλι μετά το 1934 από Κούρδους ή Αζέρους ή άλλες τουρκικές φυλές.
Ταξιδεύοντας από το Αρδαχάν νότια και 30 km πριν την Γκιόλα (Μερτινίκ) αφήσαμε το δημόσιο και στρίψαμε δεξιά μπαίνοντας σε αγροτικό χωματόδρομο. Περάσαμε την πρώτη γέφυρα ενός παραπόπαμου του Κούρου που τον αφήσαμε αριστερά μας να διασχίζει με τη μαιανδρική κοίτη του την καταπράσινη και εντελώς επίπεδη πεδιάδα (οροπέδιο στην πραγματικότητα) των χωριών των προγόνων μας. Πουθενά όμως δεν υπήρχε έστω ένα δέντρο, μια αγραπιδιά για να ξαποστάζουν όπως συμβαίνει στο ελληνικό ύπαιθρο σήμερα. Το πρώτο χωριό δεξιά μας ήταν το Ταχτάκιραν (ελληνικό), στη συνέχεια το Ουρούτ (αρμένικο), όπου οι Τούρκοι το 1915 έκαψαν σε δύο αχυρώνες 500 αρμένηδες και το Ζεμζελέκ (ελληνικό). Από εδώ διακρινόταν το Κογκ (Κουζούπιναρ) στις πλαγιές του απέναντι βουνού. Η απόσταση από το Ζεμζελέκ είναι περίπου 2 km, ενώ από το δημόσιο που αφήσαμε περίπου 7 km. 
Ντόρτκιλισε (Ουγκούρτασι μετά το 1928)
Συνεχίζοντας ευθεία φτάνεις στο Ντόρτκιλισε το οποίο επισκέφτηκαν οι τρεις εκδρομείς από το Χωρύγι. Απέχει περίπου 40 km από το Αρδαχάν. Η ελληνική εκκλησία εκεί σώζεται, αλλά έχει μετατραπεί σε τζαμί. Κολλητά σε αυτήν κτίστηκε το σπίτι του ιμάμη. Τα σπίτια είναι πέτρινα (από ανδεσίτη, ηφαιστειακό σκληρό πέτρωμα που αφθονεί στην περιοχή) και ασοβάτιστα. Τοίχοι φαρδιοί και στέγη επίπεδη φτιαγμένη από ηφαιστειακή στάχτη πάχους περίπου 30 cm για μόνωση από την υγρασία. Αυτά τα σπίτια που σήμερα κατοικούνται από Κούρδους, παραμένουν στην ίδια κατάσταση όπως τα άφησαν οι δικοί μας, όταν έφυγαν. Διέθεταν χαγιάτι, δωμάτιο για φιλοξενούμενους, τζάκι, αποθήκη, φούρνο και στάβλο. 
Δυτικά του χωριού υπάρχει ένας λόφος περιτοιχισμένος από φαρδύ πέτρινο τείχος που το ονόμαζαν «γαλά» (κάστρο) όπως συμβαίνει και στο σημερινό Χωρύγι, στα βόρεια του οποίου βρίσκεται το Ρωμαϊκό κάστρο Ταυρίανα. Η λέξη «γαλά» είναι παραφθορά της Τουρκικής «καλέ» που σημαίνει κάστρο.
Οι κάτοικοι του Ντόρτκιλισε, Βαργκενές και Ταχτάκιραν λέγονταν κατά το Θεόφιλο Αγαθονικίδη «Πισσάντ» επειδή στα μέρη τους υπήρχαν πευκοδάση από τα οποία έβγαζαν και πουλούσαν την πίσσα (ρετσίνι), από όπου προέρχεται και το όνομα.
Οι άνδρες συνήθως φορούσαν τη σάπκα (δερμάτινος σκούφος) ή το «παπάχ», όταν έκανε πολύ κρύο. Οι γυναίκες συνήθως φορούσαν τη φοτά (είδος ποδιάς). Άνδρες και γυναίκες χρησιμοποιούσαν το καμίς φτιαγμένο από ύφασμα κάνναβης. Παπούτσια ήταν τα ποστάλα, τα σαπόκια και τα τσαρούχια. Την παραμονή των φώτων μερικοί άνδρες σε σημείο του ποταμού Κούρου μεταξύ των 3 χωριών Ντόρτκιλισε, Ζεμζελέκ και Κογκ έσπαζαν το πάγο (που το πάχος του έφτανε το μισό μέτρο) σε σχήμα κυκλικό, για την κατάδυση του Σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων. 
Αγαθονικίδης παπα-Παναγιώτης (1865-1919)
Γεννήθηκε στην Άδυσσα της Αργυρούπολης. Το 1884 τοποθετήθηκε ως δάσκαλος στο Ντόρτκιλισε και δύο χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Γεώργιο του χωριού. Έγραψε εγχειρίδιο με λέξεις και φράσεις στα ελληνικά και ρωσικά. Κρατούσε ληξιαρχικά δεδομένα, συμπλήρωνε αιτήσεις, συνέτασσε αναφορές. Στις 18.2.1918 έσωσε το Ντόρτκιλισε από τις επιθέσεις Κούρδων και Τούρκων καταφέρνοντας, μετά από ολονύκτιο ταξίδι με το άλογό του στο Αρδαχάν, να φέρει για βοήθεια ένα λόχο Γεωργιανών στρατιωτών και αρκετά πολεμοφόδια.
«Όταν επισκέφθηκα το Ντόρτκιλισε το 2001 έμαθα που βρισκόταν ο τάφος του παπα-Πανάτε, που ήταν προπάππος μου, γονάτισα και προσκύνησα. Πήρα μια χούφτα χώμα και το έφερα στο Χωρύγι», διηγείται ο αγαπητός Νίκος.
Αγαθονικίδης Παναγιώτη Θεόφιλος (1893-1996)
Δάσκαλος και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν γιος του παπα-Πανάτε και αδελφός της γιαγιάς του Νίκου, Χαρίκλειας. Ήταν πτυχιούχος του Ορθόδοξου Πνευματικού Σεμιναρίου της Τιφλίδας (1916) και είχε συμμαθητή τον Στάλιν. Εργάστηκε ως δάσκαλος στο Ντόρτκιλισε αλλά και στο Σιντισκόμ μαζί με την επίσης δασκάλα σύζυγό του Άννα. Τον Σεπτέμβριο του 1919 εργαζόμενος στην Τιφλίδα, πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα του παπα-Πανάτε και του αδερφού του Ανδρέα. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει έγκαιρα στο χωριό, γιατί το τρένο του αποκλείστηκε στην Αλεξανδρούπολη (μετέπειτα Λενινακάν). Την περίοδο αυτή Κούρδοι και Τούρκοι πολιορκούσαν το χωριό. Τα γεγονότα αυτών των μαχών που κράτησαν 13 μήνες και ήταν νικηφόρα υπέρ των Ελλήνων, αναφέρει στο θεατρικό έργο του «Ας σο κεφτάς να φογάσαι». Με το πλοίο Ελευθερία ήρθε με την οικογένειά του από το Βατούμ στην Καλαμαριά το 1921. Συγγενείς του εγκαταστάθηκαν στο Χωρύγι, ενώ ο ίδιος στη Νότια Αριδαίας, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος μέχρι τη συνταξιοδότησή του. Το 1972 η Εύξεινος Λέσχη Θεσ/νίκης του απένειμε το 1ο βραβείο για το θεατρικό έργο του «Ας σο κεφτάς να φογάσαι». Ήταν για πολλά χρόνια συνεργάτης του περιοδικού «Ποντιακή Εστία». Πέθανε το 1996 σε ηλικία 103 ετών και τάφηκε στο Χωρύγι.
Κυριακίδης Κυριάκος
Κάποιες φορές η πραγματικότητα είναι φανταστικότερη της φαντασίας. Ο Κυριάκος κατατάχθηκε στο ρωσικό στρατό στη βόρειο Σιβηρία. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο πολέμησε στο πλευρό των Ρώσων στην κεντρική Ευρώπη. Αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε σ’ ένα κτήμα στην Αυστρία, όπου δούλευε ως έγκλειστος και είχε κάτω από την επίβλεψή του το μικρό αγόρι της οικογένειας. Με τη λήξη του πολέμου αφέθηκε ελεύθερος και με πλοίο από τη Βενετία έφτασε στο Βατούμ. Όταν μετά από πολυήμερη πεζοπορία έφτασε στο Ντόρτκιλισε το βρήκε έρημο, πληροφορούμενος ότι όλοι οι Έλληνες εγκατέλειψαν αυτά τα μέρη. Δεν λιποψύχησε, ήρθε στην Ελλάδα και μέσω του ΕΕΣ βρήκε τους δικούς του στο Χωρύγι. Όταν μετά από 20 χρόνια ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη Νέα Καβάλα Κιλκίς στρατοπέδευσε ένα τάγμα Αυστριακών, οι οποίοι ζήτησαν ως διερμηνέα έναν ντόπιο που να μιλά γερμανικά. Πήγαν στο Χωρύγι και τον πήραν. Στην ερώτηση του αυστριακού αξιωματικού που έμαθε τα γερμανικά, απάντησε κατά την αιχμαλωσία του στην Αυστρία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν στη συνέχεια ανέφερε το μέρος που έμεινε και το όνομα της οικογένειας όπου δούλευε, ο αξιωματικός συνέχισε με περιέργεια: Είχε η οικογένεια παιδιά; «Ναι ένα αγόρι, που όταν έφυγα ήταν περίπου 8 ετών. Παίζαμε με τις ώρες στο κτήμα τους». Θυμάσαι το όνομά του; Στο άκουσμα του ονόματος Φρανς, το πρόσωπό του φωτίστηκε. Ξέρεις ποιον έχει μπροστά σου τώρα; Εκείνο το μικρό αγόρι. Ζήτησέ μου ότι θέλεις και θα το κάνω, είπε στον Κυριάκο συγκινημένος ο αξιωματικός. «Να μη συμβεί κανένα κακό στο χωριό μου». Ο λοχαγός κράτησε την υπόσχεσή του, το Χωρύγι δεν πειράχτηκε.
4ο Κεφάλαιο
Σύμφωνα με τον Γρηγόρη Τηλικίδη, πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου των Ελλήνων του Αντικαυκάσου και επιθεωρητή των σχολείων της ελληνικής μειονότητας του Καυκάσου, από το λιμάνι του Βατούμ στην Καλαμαριά κατά τα έτη 1920-21 μεταφέρθηκαν συνολικά 52878 πρόσφυγες, από τους οποίους 20000 έχασαν τη ζωή τους εδώ από διάφορες ασθένειες, καθώς και 7737 ζώα.
Η τεράστια επιβλητική καμπάνα του Μητροπολιτικού Ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος του Καρς, δώρο του Τσάρου της Ρωσίας Νικολάου του Β’ ζύγιζε 2808 οκάδες (περίπου 3,6 τόνους). Φωτισμένοι κληρικοί και επιφανείς Έλληνες της πόλης την κατέβασαν, την μετέφεραν στο Βατούμ, τη φόρτωσαν σε πλοίο και τη μετέφεραν στην Καλαμαριά. Κατά τη φόρτωση έπεσε το γλωσσίδι της στη θάλασσα και χάθηκε. Το 1929 μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς στο Κιλκίς και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στον αύλειο χώρο της Μητρόπολης, όπου έγινε ιερό προσκύνημα των Καρσλήδων του Κιλκίς. Στις 23.11.1930 μεταφέρθηκε στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στο λόφο της πόλης και στη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου πάλι στη Μητρόπολη. Το 1958 με εντολή του τότε Μητροπολίτη Σμυρνιώτη στάλθηκε για λιώσιμο σε χυτήριο της Θεσ/νίκης και κατασκευάστηκαν 7 μικρότερες καμπάνες που αποτελούν το σημερινό κωδωνοστάσιο της Μητρόπολης. Δυστυχώς, εξαιτίας αυτής της επιπόλαιας απόφασης το ιερό αυτό κειμήλιο έπαψε να υπάρχει στην πρωτότυπη μορφή του. 
Κατά τον Ισαάκ Λαυρεντίδη οι Πόντιοι του Καυκάσου διαφύλαξαν ακέραιη την Ελληνική συνείδηση και υψηλό το αίσθημα της φιλοπατρίας. Ήταν φίλεργοι, φιλότιμοι, φιλόξενοι, αλληλέγγυοι, ειλικρινείς και γενναίοι ως πολεμιστές. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η συγκέντρωση και αποστολή στην ελληνική κυβέρνηση εκατοντάδων χιλιάδων χρυσών ρουβλιών και τόνων από διάφορα μάλλινα είδη για τις ανάγκες των στρατευμένων παιδιών της πατρίδος την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων 1912-13.
5ο Κεφάλαιο
Στις 2.9.1920 οι κάτοικοι των χωριών της Γκιόλας Ντόρτκιλισε, Τουρκιασέν και Κογκ αναχώρησαν για το Βατούμ. Αφού έμειναν για ένα και πλέον μήνα σε σκηνές κοντά στα ελληνικά χωριά Πεπερέκ και Τοροσκόφ του Αρδαχάν, ακολούθησαν με χιονοθύελλα το δρόμο με υψόμετρο 2650 m στο βουνό Γιαλαούτσαμ προς το Αρτβίν και έφτασαν στο λιμάνι. Τέλη Οκτωβρίου του 1920 ξεκίνησαν τα υπόλοιπα χωριά της Γκιόλας, τα χωριά της Διοίκησης της Όλτης και τα χωριά του Αρδαχάν Μπαγδάτ, Χάσκιοϊ, Σιντισκόμ και Κιουλαπέρτ και έφτασαν στο Βατούμ αρχές Δεκεμβρίου. Αμέσως μετά ο αξιωματικός του τσαρικού στρατού Ιβάν Καλτσίδης έπεισε τους κατοίκους των χωριών Χανάκ και Φαχρέλ, να αναχωρήσουν κι αυτοί. Έμειναν πίσω οι κάτοικοι των χωριών Πεπερέκ και Τοροσκόφ πιστεύοντας στην ομαλή συμβίωση με τους μουσουλμάνους. Όμως στις 10.2.1921 στρατεύματα άτακτων Τούρκων τους επιτέθηκαν, έσφαξαν δεκάδες και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τα χωριά. Αυτοί που γλύτωσαν πανικόβλητοι και τρομοκρατημένοι κατέφυγαν στο Βατούμ.
Η πορεία των Ποντίων Καυκασίων από τις περιοχές της Γκιόλας και Αρδαχάν μέχρι το Καράμπουρνου της Καλαμαριάς διήρκεσε συνολικά 4 μήνες, μέχρι τις πρώτες μέρες του 1921. Ξεριζωμένοι και κυνηγημένοι οι πρόσφυγες του Καυκάσου στο δρόμο προς την Ελλάδα έχασαν προσφιλή πρόσωπα, έκλαψαν με θρήνους, έθαψαν όνειρα. «Ας πάμε σην Ελλάδα και ας αποθάνουμ’ εκές». «Ουδέν γλύκιον πατρίδος» λέει ο μεγάλος ποιητής μας Όμηρος. Ο πόθος της επιστροφής στην πατρίδα, χαρακτηρίζει διαχρονικά τον Έλληνα. «Αυτό τον πόθο ακολούθησαν οι πρόγονοί μας, όταν έμειναν παντέρημοι και ανεπιθύμητοι στον Καύκασο, ανάμεσα σε εχθρούς έτοιμους να τους κατασπαράξουν», γράφουν οι αγαπητοί μας συγγραφείς Αρχοντούλα και Νίκος Κωνσταντινίδης.
Η γιαγιά του Νίκου Χαρίκλεια έχασε το 3 μηνών βρέφος της πάνω στο πλοίο, ενώ στην Καλαμαριά πέθαναν η κόρη της Μαρία 13 ετών, καθώς και ο προπάππος του συγγραφέα Αναστάσιος Ιασονίδης. 
6ο Κεφάλαιο
Εχθρική στάση απέναντι στους Καυκάσιους αρχικά και στους υπόλοιπους πρόσφυγες μετά είχαν εκτός των αντιβενιζελικών, πολλοί Οθωμανοί οι οποίοι συνέχισαν να ζουν στη Μακεδονία, αλλά και ντόπιοι, μέρος των κτημάτων των οποίων διαμοιράστηκαν σ’ αυτούς. Εφημερίδες της εποχής καταγράφων δεκάδες περιστατικών με προστριβές μεταξύ τους. Συνήθως οι παθόντες Καυκάσιοι δεν τύχαιναν καμίας υποστήριξης από την πολιτεία. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο βιασμός νεαρής Καυκάσιας από μουσουλμάνο κάτοικο του Κιλκίς. Το περιστατικό καταγγέλθηκε, αλλά δεν έγινε καμία επιβολή ποινής στον δράστη (Μακεδονία 11.4.1921). Στο Ακμάτζιαλι (Λάκκωμα) Θεσ/νίκης 6 Καυκάσιοι που πήγαν σε γειτονική τοποθεσία να κόψουν ξύλα, δέχθηκαν επίθεση από 60 οπλισμένους Οθωμανούς. Τραυματίστηκαν 4, οι 2 σοβαρά, αλλά κανείς από τους Οθωμανούς δεν συνελήφθη. Σε άλλο χωριό του Λαγκαδά οι Οθωμανοί δεν επέτρεψαν την εγκατάσταση 20 οικογενειών Καυκασίων επειδή περίμεναν την επιστροφή των δικών τους που έφυγαν το 1913 στην Τουρκία. Άλλο γεγονός ήταν η βίαιη έξωση 200 οικογενειών από τον οικισμό της Επισκοπής Ημαθίας για να τους πάρουν τα χωράφια και η παραμονή τους για 2 μήνες μέσα σε βαγόνια.
Οι Καυκάσιοι πρόσφυγες δεν λύγισαν, δεν απογοητεύτηκαν. Ξεχέρσωσαν και καλλιέργησαν τη γη. Όταν δεν είχαν ζώα μπήκαν οι ίδιοι στο ζυγό. 
Πολύ σημαντικό θεωρείται το έργο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ). Δημιουργήθηκε το Δεκέμβριο του 1923 και σε 7 χρόνια το έργο που επιτέλεσε ήταν εξαιρετικά μεγάλο. Εγκατάσταση, περίθαλψη και εκπαίδευση των προσφύγων τα βασικά της μελήματα. Κατασκεύασε χιλιάδες προσφυγικές κατοικίες και ίδρυσε πολλά προσφυγικά νοσοκομεία και πολυϊατρεία σε όλη τη Μακεδονία. Δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής επιβεβαιώνουν τη σταδιακή εγκατάσταση των προσφύγων με την ιδιαίτερη μέριμνα της ΕΑΠ, χωρίς βέβαια να λείπουν και οι προστριβές με τους ντόπιους. Στις 20.2.1924 σε ομιλία του στη Βουλή ο Ιωάννης Πασαλίδης δηλώνει: Έπρεπε η Ελληνική Κυβέρνηση αμέσως να απαλλοτριώσει όλα τα τσιφλίκια χωρίς αποζημίωση, να τα εθνικοποιήσει (χειροκροτήματα) και να μοιράσει τη γη δωρεάν στους ακτήμονες, αυτόχθονες και πρόσφυγες.
7ο Κεφάλαιο
Το 1921 έγινε απαλλοτρίωση του τσιφλικιού του Ρουμάνου Τσουτσουρέλη και κατανομή γεωργικών κλήρων στους πρόσφυγες κατοίκους του Χωρυγίου. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Κιρέτζ το οποίο στα τουρκικά σημαίνει ασβέστης και σχετίζεται με το λατομείο ασβεστόλιθου που υπήρχε επί τουρκοκρατίας στα ΝΔ του χωριού. Στα Βουλγάρικα ονομαζόταν Κρέτσοβο (παράφραση του Κιρέτζ) και κατοικούνταν από 500-600 Βούλγαρους πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις δηλώσεις εγκατάστασης των προσφύγων, στις εκτιμητικές επιτροπές, καθώς και στα σχολικά αρχεία της περιόδου 1924-26 το Χωρύγι αναφέρεται ως Άγιος Γεώργιος από τον ομώνυμο Ιερό Ναό του χωριού, αντίστοιχο του ίδιου Ναού του Ντόρτκιλισε. Το 1926 αλλάζει σε Χορήγι που στην Τσακώνικη διάλεκτο σημαίνει ασβεστόπετρα. Το 1940 η γραφή αλλάζει σε Χωρύγι για άγνωστους λόγους. Από το 1997 αποτελεί διαμέρισμα του Δήμου Κιλκίς. Σημαντικό ρόλο στην επιλογή του Χωρυγίου για την εγκατάσταση των περισσότερων προσφύγων από το Ντόρτκιλισε έπαιξε το ξηρό κλίμα και τα απογευματινά βοριαδάκια, σε αντίθεση με την Καλαμαριά, όπου εξαιτίας της ζέστης και της υγρασίας η ελονοσία θέριζε. Αρκετές οικογένειες του Ντόρτκιλισε διάλεξαν για μόνιμη εγκατάσταση τον Νέο Πρόδρομο Ημαθίας, αλλά και το Παλιό Γυναικόκαστρο Κιλκίς.
Στο ονομαστικό ευρετήριο της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων που παρουσιάζουν οι συγγραφείς αναφέρονται όλες οι οικογένειες τόσο του Ντόρτκιλισε όσο και άλλων χωριών ή πόλεων του Καυκάσου οι οποίες εγκαταστάθηκαν στο Χωρύγι.
Η προβολή κινηματογραφικών ταινιών, ο ερχομός του ραδιόφωνου και της τηλεόρασης, και η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, έκαναν τη ζωή πιο ευχάριστη, αλλά αποδυνάμωσαν τις σχέσεις μεταξύ των κατοίκων. Σήμερα, οι άνθρωποι δεν αλληλοβοηθούνται, αλλά αμείβονται για ότι κάνουν. Παλιότερα, όταν ένα σπίτι κατασκευαζόταν πήγαιναν φίλοι και συγγενείς για να βοηθήσουν. Ήταν έθιμο φερμένο από την πατρίδα, που σήμερα δεν υπάρχει. Το ακύρωσε κι αυτό η σύγχρονη ζωή. Ακόμη και οι λέξεις έχασαν το νόημά τους. Φόρεσαν το ένδυμα μιας νέας εποχής, σημειώνουν πολύ εύστοχα οι συγγραφείς.
Λεπτομερώς αναφέρονται τα ήθη και έθιμα, καθώς και τα γιατροσόφια που έφεραν από τον Καύκασο, πολλά από τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Επίσης αναφέρονται τα παιδικά παιχνίδια, οι ζαβολιές και οι αταξίες.
Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στους δασκάλους Χρήστο Παπαδόπουλο και Αλέξιο Χρυσουλίδη και περιγράφονται οι περιπέτειές τους με εξορίες και εκτοπίσεις, εξαιτίας των αριστερών φρονημάτων τους. 
Από αποσπάσματα πρακτικών σχολείων επέλεξα να σας αναφέρω το ιδιαίτερα σημαντικό της 7.3.1930 του συλλόγου διδασκόντων του Γυμνασίου Κιλκίς: «Αποβάλλονται από όλα τα γυμνάσια της χώρας οι …. (6 μαθητές), γιατί σε συνεργασία με κομουνιστικά στοιχεία εξέδωσαν αναρχική εφημερίδα με τίτλο «Αγώνας» με την αρθρογραφία της οποίας βριζόταν το υπάρχον καθεστώς, καθώς και ο Σύλλογος διδασκόντων αποκαλούμενος «τομάρια πουλημένα στην μπουρζουαζία» και με άλλες ακατονόμαστες φράσεις. Πήραν από τη Θεσσαλονίκη και σκόρπισαν στο Κιλκίς και στα γύρω χωριά του προκηρύξεις αναρχικού περιεχομένου». Τους παραπάνω υποστήριζαν και υπέθαλπαν οι Γεώργιος Λαμψίδης και Νικόλαος Μιχαηλίδης που ένα χρόνο πριν αποβλήθηκαν επίσης από όλα τα γυμνάσια για τους ίδιους λόγους. Με την ίδια απόφαση αποβλήθηκαν για 45 ημέρες άλλοι 11 μαθητές.
Οι εκκλησίες του χωριού, ο πολιτιστικός σύλλογος, η ποδοσφαιρική ομάδα, το έπος του 40, η αντίσταση, ο εμφύλιος, οι Σαρακατσαναίοι, οι ξενιτεμένοι, αποτελούν τις τελευταίες ενότητες αυτού του ιστορικού βιβλίου. Τέλος, γίνεται ιδιαίτερη παρουσίαση ατόμων με πολύ μεγάλη προσφορά όπως η Χαρίκλεια Θεοδωρίδου (γιαγιά του Νίκου), για 50 χρόνια πρακτική μαία, η οποία ξεγέννησε όλα τα παιδιά του χωριού χωρίς να δεχθεί κάποια αμοιβή. Ο Νικόλας Χρυσουλίδης με το ψευδώνυμο Ριζοσπάστης κάθε Κυριακή μοίραζε στο χωριό την εφημερίδα του ΚΚΕ. Ο Τηλέμαχος Παπαδόπουλος ο κράχτης των γάμων, με στεντόρεια φωνή χαρακτήριζε κάθε προσκεκλημένο κατά τη σατσού. Το κεφάλαιο αυτό κλείνει με την παρουσίαση ορισμένων ευτράπελων που συνέβησαν μεταξύ των κατοίκων.
8ο Κεφάλαιο
Παρουσιάζονται επιλεκτικά 24 σημαντικές μορφές από την τρισχιλιετή ιστορία του Πόντου.
Επίλογος 
Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή μου σημειώνω επιλογικά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού του πονήματος:
 Εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια.
 Απόδοση στη νεοελληνική των ποντιακών φράσεων και λέξεων.
 Ενημέρωση πλήρης του αναγνώστη από τη συνοπτική παρουσίαση των γενικών πληροφοριών σχετικών με την ιστορία του Πόντου.
 Η ενσωμάτωση χαρτών βοηθά τον αναγνώστη στον γεωγραφικό προσανατολισμό του.
 Η παρουσίαση πινάκων συμπληρώνει ουσιαστικά την περιγραφή των γεγονότων.
 Η παρουσίαση ορισμένων πρακτικών συνεδριάσεων, τόσο των εκτιμητικών όσο και των σχολικών επιτροπών, επιβεβαιώνει την αγωνία των προσφύγων να ριζώσουν ομαλά και μόνιμα στους νέους τόπους εγκατάστασης.
 Παρουσιάζεται το θρησκευτικό συναίσθημα των προγόνων μας σε όλες τις εκφάνσεις του, με τα ήθη και έθιμα που έφεραν από τις αλησμόνητες πατρίδες.
 Οι συγγραφείς παρουσιάζουν την αριστερή ιδεολογία σχεδόν όλων των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στο Χωρύγι, χωρίς όμως να χρησιμοποιούν ακραίες φράσεις ή μηνύματα.
«Όταν ήμουν παιδί άκουγα συχνά ότι είμαστε Καυκάσιοι. Δεν ήξερα ότι Πόντιοι και Καυκάσιοι είναι ίδιος λαός. Ότι στο Καρς έζησαν οι πρόγονοί μας μόνον 40 χρόνια. Όλα τα προηγούμενα ζούσαν στον Πόντο. Γι’ αυτό όφειλα να βρω τις ιστορικές πατρίδες τους. Να ψάξω τα χωριά και τις πόλεις πριν φύγουν για το Καύκασο. Να πραγματοποιήσω ένα οδοιπορικό στα μέρη εκείνα με οδηγό τις ιστορικές πηγές, τις συνεντεύξεις και τις αφηγήσεις».
Ναι αγαπητέ Νίκο και αγαπητή Αρχοντούλα πρέπει να νοιώθετε ευτυχείς που πετύχατε απόλυτα αυτό τον στόχο. Εμείς σας ευχαριστούμε γι’ αυτό το συγγραφικό μεγάλο δώρο. Θερμά συγχαρητήρια.
Αυτό το πόνημα δεν πρέπει να λείψει από το σπίτι οποιουδήποτε Έλληνα προσφυγικής καταγωγής και όχι μόνον.