Του Βλάση Αγτζίδη

Mια πολύ σημαντική συνάντηση αναμένεται να πραγματοποιηθεί την Παρασκευή (28 Νοεμβρίου, 7.00 - 8.30 μ.μ.) στο Σεμινάριο Ιστορίας στην Κηφισιά (Μουσείο Δροσίνη, Διομήδους Κυριακού & Αγ. Θεοδώρων)...

Θα συνομιλήσουμε με τον πρ. πρέσβη Διονύση ΚΑΛΑΜΒΡΕΖΟ για τις μετασοβιετικές κρίσεις, τους Έλληνες του Καυκάσου και την επιχείρηση «Χρυσόμαλλο Δέρας».

Ο Διονύσης Καλαμβρέζος υπηρέτησε στη θέση του προξένου στην ελληνική πρεσβεία της Μόσχας την κρίσιμη περίοδο της σοβιετικής κατάρρευσης, των σκληρών διεθνοτικών συγκρούσεων και της δραματικής θέσης των ομογενών στις παλιές σοβιετικές δημοκρατίες, που επιχειρούσαν από απλές νομαρχίες στο πλαίσιο μιας Αυτοκρατορίας να μετατραπούν σε έθνη - κράτη.

Ήταν επίσης ένας από τους πρωταγωνιστές της επιχείρησης Χρυσόμαλλο Δέρας - δηλαδή της πετυχημένης προσπάθειας απεγκλωβισμού των Ελλήνων από την εμπόλεμη Αμπχαζία.

AGTZIDHS.KALABREZOS.KHFISIA.SEMINARIO.28.11

Μετά τη σοβιετική κατάρρευση

Ένα από τα χαρακτηριστικά φαινόμενα που χαρακτήρισαν το μετασοβιετικό τοπίο ήταν οι σκληρές συγκρούσεις μεταξύ των πρώην σοβιετικών εθνων για τον έλεγχο του γεωγραφικού τους χώρου. Ήταν ένα παράδοξο φαινόμενο της εποχής που διαλύονταν οι πολυεθνικές Αυτοκρατορίες, που η Δύση το έζησε πριν από πολύ καιρό και εμείς με το τραγικό 1922. Η κατάρρευση της πολυεθνικής Σοβιετικής Ένωσης, που εν τέλει θύμιζε μια προνεωτερική κρατική συγκρότηση, άνοιξε τον Ασκό του Αιόλου. Οι 15 παλιές Σοβιετικές Δημοκρατίες, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σοβιετικές Νομαρχίες, έπρεπε να μετατραπούν σε εθνικά κράτη.

Όμως μέσα στα πολυεθνικά τους εδάφη υπάρχουν και άλλες συγκροτήσεις των διαφορετικών εθνικών ομάδων. Έτσι αυτή η πολύπλοκη δομή επέφερε τις σκληρές συγκρούσεις. Σε όλες αυτές τις περιοχές υπήρχαν και ελληνικές κοινότητες που βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα. Μετά το μέτωπο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ (αρμενο - αζερική σύγκρουση) και τη Νότια Οσετία (οσετο - γεωργιανή) είχε αρχίσει ο πόλεμος στην Αμπχαζία.

Η Αμπχαζία βρίσκεται στην ανατολική ακτή του Εύξεινου Πόντου. Έχει έκταση 8.665 τ. χλμ και πληθυσμό περίπου 250.000 προ της έναρξης του πολέμου. Υπολογίζεται ότι το 1926 ζούσαν εκεί 14.045 Έλληνες, που αποτελούσαν το 7,6% του πληθυσμού της, ο οποίος ήταν τότε 201.016. Το 1939 οι Έλληνες ήταν 34.621 (11,1% του πληθυσμού) σε συνολικό πληθυσμό 311.885 κατοίκων. Οι μαζικές εκτοπίσεις του 1949 στην Κεντρική Ασία όσων ομογενών είχαν την ελληνική υπηκοότητα είχαν συρρίκνωσαν το ποσοστό τους στο 2,5% με 3%.

Η σύγκρουση στην Αμπχαζία

Οι Έλληνες της Αμπχαζία ήταν στην πλειονότητά τους παλιννοστήσαντες από την Κεντρική Ασία, όπου είχαν εκτοπιστεί το 1949 την περίοδο των σταλινικών διώξεων.

Μετά το 20ο Συνέδριο του 1956 και την αποσταλινοποίηση που ακολούθησε, πολλοί εκτοπισμένοι στην Κεντρική Ασία επέστρεψαν στις εστίες τους. Με την απογραφή του 1989 καταγράφηκαν 14.664 ομογενείς στην περιοχή.

Ο πόλεμος στην περιοχή μεταξύ Αμπχαζίων και των συμμάχων τους από τη μια και των Γεωργιανών από την άλλη είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι του 1992. Η Αμπχαζία είχε καθεστώς Αυτόνομης Δημοκρατίας, ενταγμένης στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γεωργίας. Οι Γεωργιανοί διεκδίκησαν την πλήρη ενσωμάτωση της Αμπχαζίας στο έθνος – κράτος τους, ενώ οι Αμπχάζιοι θέλησαν να δημιουργήσουν το δικό τους.

Η σύγκρουση των Γεωργιανών με τους Αμπχάζιους χρονολογείται από το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα. Η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε στην αρχή του καλοκαιριού του 1992, όταν στάλθηκε γεωργιανός στρατός στο Σοχούμι. Οι Ελληνες της περιοχής βρέθηκαν στο μέσο των μαχών. Διακήρυξαν την ουδετερότητά τους, παρότι συναισθηματικά υποστήριζαν τους Αμπχάζιους. Οι Αμπχάζιοι, παρότι ήταν μόνο το 17% του συνολικού πληθυσμού της Αμπχαζίας, κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τις περισσότερες εθνικές ομάδες της περιοχής, συγκροτώντας έτσι ένα ευρύ αντιγεωργιανό μέτωπο. Υποστηρίχθηκαν επίσης από την Ομοσπονδία των Ορεινών Λαών του Καυκάσου, που είχε στόχο την επαναφορά του status quo που υπήρχε πριν την κατάληψη της περιοχής από τους Ρώσους το 19ο αιώνα.

SOXOYM.GYNAIKES.ELLHNIDES.1991

Το τι συνέβαινε τότε στο Σοχούμι με την έναρξη του πολέμου περιγράφεται αποκαλυπτικά από ένα έγγραφο που έστειλε τότε στην ελληνική κυβέρνηση ο Ελληνικός Σύλλογος της πόλης Σότσι, όπου είχαν καταφύγει πολλοί Ελληνες πρόσφυγες. Μεταξύ άλλων στην έκκληση έγραφε:

«Σήμερα στη Γεωργία μαίνεται φοβερός πόλεμος, χύνεται το αίμα των Ελλήνων ομοεθνών μας, χάνονται γέροι, γυναίκες και παιδιά. 1.000 Ελληνες -πρόσφυγες από την Αμπχαζία- εγκαταλείπουν το βιος πολλών γενεών, τα νοικοκυριά και τα σπίτια τους χωρίς μέσα διαβίωσης για να σώσουν τη ζωή τους. Κατευθύνθηκαν στο Βατούμι για να μεταβούν αργότερα στην Ελλάδα μέσω της γειτονικής Τουρκίας. Είναι δύσκολο να περιγραφούν τα πάθη των. Σε μια στιγμή έχασαν τα πάντα, πολλούς συγγενείς και μόλις πρόλαβαν να φύγουν από τα σπίτια τους και να σώσουν τη ζωή τους. Αλλά το πιο δύσκολο ακόμα είναι να βλέπεις να κλαίνε οι μητέρες, παππούδες, γιαγιάδες. Η γενοκτονία των Ποντίων Ελλήνων συνεχίζεται, τους σκοτώνουν, τους κλέβουν, τους βιάζουν…».

Η έξοδος των Ελλήνων

SOXOYM.PROSFYGES.LIMANI.1991

Οι περισσότεροι από τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής έφυγαν από την Αμπχαζία και κατέφυγαν στη Νότια Ρωσία. Από εκεί αρκετοί ήρθαν με δικά τους μέσα στην Ελλάδα. Στην εμπόλεμη Αμπχαζία παρέμειναν περίπου 2.000 άτομα, τα οποία εγκλωβίστηκαν με την έναρξη των σκληρών μαχών και την πολιορκία της πόλης του Σοχούμι. Γι’ αυτούς τους εγκλωβισμένους πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση που έφερε το όνομα Χρυσόμαλλο Δέρας εις ανάμνηση του μυθικού ταξιδιού του Ιάσονα.

Έτσι, το πρωί της 15ης Αυγούστου του 1993 το πλοίο Viscountess της εταιρείας Marlines έφτασε στο λιμάνι του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες περίμεναν ήδη στην προβλήτα. Ηταν η τέταρτη κατά σειρά προσφυγιά που βίωνε ο πληθυσμός αυτός μέσα σε εβδομήντα χρόνια. Υπολογίζεται ότι οι Ελληνες νεκροί σε όλη την Αμπχαζία ξεπερνούσαν τους 50 με εκτιμήσεις να ανεβάζουν τον αριθμό σε 200.

Η επιχείρηση

Ο συντονισμός της επιχείρησης ανατέθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών στο ΕΙΥΑΠΟΕ που τότε είχε ως πρόεδρο τον μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου Γιώργο Ιακώβου. Στην επιχείρηση έλαβε μέρος και το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, το οποίο οργάνωσε την στρατιωτική πλευρά της επιχείρησης.

Τις διαπραγματεύσεις με τους εμπολέμους στην περιοχή τις ανέλαβε η ελληνική Πρεσβεία στη Μόσχα. Κλιμάκιο με επικεφαλής τον τότε πρόξενο Διονύση Καλαμβρέζο μετέβη στην περιοχή τόσο για να μεσολαβήσει μεταξύ των δύο εμπόλεμων για ολιγοήμερη ανακωχή και για να ενημερώσει τους ομογενείς για την επικείμενη επιχείρηση απεγκλωβισμού τους.

Το πλοίο έφτασε στην κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς πόλη του Σοχούμι το πρωί της 15ης Αυγούστου 1993. Η επιβίβαση έγινε με απόλυτη ηρεμία και τάξη. Οι πρόσφυγες περνούσαν ένα διπλό συνοριακό έλεγχο. Πρώτα από τις γεωργιανές δυνάμεις και στη συνέχεια από τους Ρώσους, οι οποίοι με τη συμφωνία μετατροπής της ΕΣΣΔ σε Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) είχαν αναλάβει τη φρούρηση των πάλαι ποτέ εξωτερικών σοβιετικών συνόρων.

Τελικά επιβιβάστηκαν στο πλοίο 1.013 ομογενείς από τους 1.484 που είχαν ταυτοποιηθεί από το κλιμάκιο της Πρεσβείας.

Την επομένη 16 Αυγούστου το πλοίο έφτασε στην Αλεξανδρούπολη. Η επιχείρηση περατώθηκε με μεγάλη επιτυχία. Όπως γράφει ο Σπύρος Μ. Θεοδωράκης στο περιοδικό «Εφοπλιστής», τ. 244, επρόκειτο για τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

«Ήταν μια σύγχρονη ναυτική εκστρατεία που στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη μέχρι τότε προσπάθεια ευρωπαϊκού κράτους για την εκκένωση εμπόλεμης ζώνης». 

Επίλογος

Παρότι ο κύριος όγκος των Ελλήνων της Αμπχαζίας έφυγε από την περιοχή, στα σπίτια του παρέμεινε ένας αριθμός ομογενών. Τον Σεπτέμβριο του ’93, τα αμπχαζιανά στρατεύματα κατέλαβαν το Σοχούμι.

Τoν Ιανουάριο του 1994, επισκέφθηκε την περιοχή της Αμπχαζίας ο γενικός γραμματέας της οργάνωσης Διεθνής Ομοσπονδία για την Προάσπιση των Εθνικών, Θρησκευτικών, Γλωσσικών και άλλων Μειονοτήτων, ο οποίος έτυχε να είναι Ελληνας. Σε έγγραφό του προς την ελληνική κυβέρνηση, περιέγραψε την απελπιστική κατάσταση των Ελλήνων που συνάντησε και ζήτησε, ματαίως, τη συνδρομή της Ελλάδας.

Η επιστολή του γ.γ. Μενέλαου Γ. Τζέλιου τέλειωνε με τα εξής λόγια:

«Κύριε Υπουργέ, τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδος στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στην βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας».