Τις δράσεις της εν μέσω της πανδημίας του Κορωναϊού, προς τα μέλη και τους φίλους της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, ανέφερε με ανακοίνωσή της, την οποία εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου υπογράφουν ο πρόεδρος Γιώργος Λυσαρίδης και η γενική γραμματέας Ανατολή Μεντεσίδου.

Στην ανακοίνωση, αναφέρεται: «Η τρέχουσα συγκυρία, με τα συνεχιζόμενα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας, δεν επέτρεψε στο Σωματείο μας, όπως και σε ολόκληρο τον οργανωμένο ποντιακό χώρο, να οργανώσει δημόσιες εκδηλώσεις «φόρου τιμής και μνήμης» στους προγόνους μας, θύματα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το οθωμανικό κράτος.

Όμως, η σύγχρονη τεχνολογία έδωσε τη δυνατότητα να μετάσχουμε νοερά, όλοι οι απανταχού της γης ποντιακής καταγωγής, σε ένα οικουμενικό διαδικτυακό «συλλείτουργο» και να διατρανώσουμε την επιμονή μας για πλήρη αναγνώριση της Γενοκτονίας από τη διεθνή κοινότητα. Η Εύξεινος Λέσχη απευθύνθηκε σε όλους εσάς, με ανακοινώσεις και με διαδοχικές, επί μία εβδομάδα, αναρτήσεις στο διαδίκτυο / facebook επιλεγμένων εγγράφων και επιστολών από το υψίστης εθνικής σημασίας «Πολιτικό Αρχείο του Πόντου» που κατέχει το Σωματείο μας.

Καθώς κλείνει ο φετινός κύκλος της επετείου μνήμης της Γενοκτονίας, ας ανανεώσουμε την υπόσχεση να συνεχίσουμε με ενότητα, πείσμα και προσήλωση, τον αγώνα για την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας και τη δικαίωση των ψυχών, τόσο των άταφων νεκρών μας, όσο και εκείνων που ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές εστίες και ακολούθησαν τον οδυνηρό δρόμο της προσφυγιάς. Αυτών, που επέζησαν από την αποτρόπαια γενοκτονία και που όταν έφτιαξαν τα καινούργια σπιτικά τους στην Ελλάδα, μετά από μύριες ταλαιπωρίες, και έγιναν πατεράδες και μανάδες, παπούδες και γιαγιάδες, πέτρωσε η καρδιά τους και δεν μπόρεσε η νοσταλγία να νικήσει τον βαθύ πόνο που στάλαξε η προσφυγιά στις ψυχές τους. Κι’ όταν τα παιδιά και τα εγγόνια τους, γόνοι της δεύτερης και τρίτης γενιάς, γαλουχημένα κι’ αυτά στα νάματα της ποντιακής ιδέας, τους πρότειναν ένα ταξίδι-προσκύνημα στον γενέθλιο τόπο, δεν άντεχαν το ξαναζωντάνεμα της ολέθριας εμπειρίας, όπως μαρτυρεί ο ακόλουθος ποιητικός διάλογος:

Πατέρα, ας παίρω σε και παμ’

σον τόπον π’ εγεννέθες.

Να ελέπ’ ς τ’ οσπίτι σ΄, το κεπί σ’

και το χωρίον όλεν.

Να πάμε σα παρχάρια’σουν

και σα πεγαδομάτια.

Να λέεις με π’ έπαιζες μικρός

και που τρανός εγάπ’ νες.

Πουλόπο μ’, δέβα μοναχός

κι εμέναν ξάϊ μη λέεις α’.

Η κάρδια μ’ άλλο κι κρατεί

τ’ εμόν να ελέπω ξένον.

Η εκκλησία μ’ έν αλών,

αχούριν το σχολείο μ’,

έρ’ μα τ’ οσπίτια ελέπ’ ατα,

σα βρούλας φουντωμένα.

Μονάχον σα ταφία ’μουν

φυτρών’ νε μανουσάκια,

ατού να πας αντίς εμέν

ν’ αφτήντ’ς έναν κερόπον.

Στους παραπάνω στίχους περιγράφεται η αβάσταχτη οδύνη του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Η ίδια οδύνη που αποτυπώνεται στον παρακάτω ζωγραφικό πίνακα, με τίτλο «Η βοή των τάφων», τον τελευταίο που φιλοτέχνησε με τον χρωστήρα της η αείμνηστη Άννα Φαχαντίδου, διακεκριμένη επιστήμονας, με πολύ μεγάλη προσφορά στα γράμματα, στις τέχνες και, εν γένει, στην κοινωνία της πόλης μας και εκλεκτό μέλος της ποντιακής οικογένειας.

Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου, ώ πάτριος Ποντία γή», καταλήγει η ανακοίνωση.