Με μεγάλη συμμετοχή εκπαιδευτικών ξεκίνησαν την Τρίτη 1 Μαρτίου 2016 οι διαλέξεις προς τους δασκάλους και καθηγητές των σχολείων της Θεσσαλονίκης, που έχει γίνει πλέον θεσμός της πόλης, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά και διοργανώνονται απ’ τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Ποντίων Εκπαιδευτικών, την Εύξεινο Λέσχη και το Δήμο Θεσσαλονίκης.
Οι χαιρετισμοί
Στην αρχή της εκδήλωσης τους συμμετέχοντες εκπαιδευτικούς καλωσόρισε ο αντιπρόεδρος του πανελληνίου συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών Κώστας Ανθόπουλος, ο οποίος τόνισε πως ο σύνδεσμος στόχο έχει να παρουσιάσει μέσα από εξειδικευμένες εισηγήσεις αξιόλογων επιστημόνων, την ιστορία του ελληνισμού εκτός συνόρων, που δεν υπάρχει στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, ούτως ώστε οι εκπαιδευτικοί να γνωρίσουν τον πλούτο της ιστορίας που κρύβει αυτός ο ελληνισμός.
Όπως τόνισε ο Κώστας Ανθόπουλος, ο πανελλήνιος σύνδεσμος Ποντίων Εκπαιδευτικών στόχο έχει να ενημερώσεις τόσο τους εκπαιδευτικούς, όσο και το ευρύτερο κοινό, για την σημαντική συμβολή των Ελλήνων εκτός συνόρων για την πλούσια δράση που είχε ο ελληνισμός εκτός των σημερινών συνόρων της Ελλάδας.
Ο εκπρόσωπος του δήμου Θεσσαλονίκης, με τη συνεργασία του οποίου γίνονται αυτές οι διαλέξεις, ο Αναστάσιος Τελίδης, εντεταλμένος σύμβουλος, επισήμανε πως όλο αυτό το πρόγραμμα γίνεται σε εθελοντική βάση, από τους εισηγητές και τόνισε πως η ιστορία του παρευξείνιου ελληνισμού είναι στην Ελλάδα εντελώς άγνωστη μέσα από την επίσημη ιστορία.
Ο πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης Γιάννης Αποστολίδης, με τη συνεργασία της οποίας πραγματοποιούνται αυτά τα σεμινάρια, τόνισε πως το ιστορικό σωματείο που ίδρυσαν οι πρόσφυγες του 1922 όταν ήρθαν στην πόλη, είναι πάντοτε κοντά σε όλες τις δράσεις που γίνονται για τον ελληνισμό του Ευξείνου Πόντου και τόνισε πως στις 18 Μαρτίου θα γίνει η πρώτη παρουσίαση του αρχείου του Πόντου, που είναι στην κατοχή της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου.
Ο αντιπρόεδρος τους συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών Στάθης Πελαγίδης, τόνισε πως τα σεμινάρια είναι υψηλού επιπέδου γιατί διδάσκουν καθηγητές από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο και από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, για θέματα που στα σχολικά εγχειρίδια είναι είτε πολύ επιγραμματικά και φτωχά, είτε δεν υπάρχουν καθόλου. Το 2014 στα σεμινάρια που κάναμε ασχοληθήκαμε με τον ποντιακό ελληνισμό, το 2015 με την Μικρά Ασία και το 2016 ασχολούμαστε με τον παρευξείνιο ελληνισμό και την Βόρεια Ήπειρο.
Στην πανηγυρική έναρξη των σεμιναρίων το παρών έδωσαν ο πρώην αντιδήμαρχος του δήμου Θεσσαλονίκης Αντώνης Καρούμπης, χάρις στη συμβολή του οποίου ξεκίνησαν τότε τα πρώτα σεμινάρια ιστορίας, όπως και ο τέως πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης Κώστας Αποστολίδης.
Ο Αντώνης Παυλίδης
Κατά την πανηγυρική αυτή έναρξη των διαλέξεων, που έχουν φέτος ως αντικείμενο τον παρευξείνιο ελληνισμό, και τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, ομιλητής ήταν ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αντώνης Παυλίδης, που εισηγήθηκε το θέμα: «Μετακινήσεις των Ελλήνων του Πόντου στον Καύκασο και τη Ν. Ρωσία κατά την Οθωμανική περίοδο: Ιστορικό και Πολιτικό πλαίσιο».
Ο εισηγητής, μπροστά σ’ ένα πυκνό ακροατήριο, που το αποτελούσαν κυρίως εκπαιδευτικοί σχολείων της Θεσσαλονίκης αλλά και στελέχη του οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού, κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον των ακροατών με τον ουσιαστικό και περιεκτικό του λόγο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το γεγονός ότι, όπως τόνισε στο τέλος κι ο Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Στάθης Πελαγίδης, σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί κρατούσαν σημειώσεις, ενώ στο τέλος, πολλοί απ’ αυτούς είχαν ολιγόλεπτες συζητήσεις με τον ομιλητή. Την άκρως ενδιαφέρουσα αυτή διάλεξη παρουσιάζουμε συνοπτικά:
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 - με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης – και καθ’ όλη τη διάρκειά της, ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων, κυρίως ποντιακής καταγωγής, εγκατέλειψε τις χώρες αυτές –όπου από πολλούς αιώνες είχε εγκατασταθεί -και έφτασε στην Ελλάδα, με την οποία τον συνέδεαν πανάρχαιοι πολιτιστικοί δεσμοί. Η έλευση ενός πληθυσμιακού μεγέθους της τάξης των 150.000 ανθρώπων στη χώρα και η συσσώρευσή του κυρίως στις παρυφές των μεγάλων ελληνικών πόλεων, ήταν μια οδυνηρή εμπειρία γι’ αυτό, ενώ η είσοδος των 30.000 περίπου μαθητών της ομάδας αυτής στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προκάλεσε τριγμούς, που αντιμετωπίστηκαν με ευκαιριακά μέτρα αντισταθμιστικής εκπαίδευσης.
Οι αρχικές εγκαταστάσεις Ελλήνων στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου, σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, πραγματοποιήθηκαν κατά την αρχαιότητα και κυρίως κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό. Η παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα αντανακλάται στην ελληνική μυθολογία. Μερικοί από τους γοητευτικότερους ελληνικούς μύθους (του Προμηθέα, της αργοναυτικής εκστρατείας, της Μήδειας και του χρυσόμαλλου δέρατος, κλπ) συνδέονται με την πανάρχαια παρουσία των Ελλήνων εκεί.
Πρώτη ελληνική αποικία (της Μιλήτου) στη νότια ακτή του Ευξείνου ήταν η Σινώπη, η οποία στη συνέχεια προχώρησε στην ίδρυση μιας σειράς νέων αποικιών. Τον 6ο αιώνα μόνο η Μίλητος είχε στις ακτές του Ευξείνου, 75 συνολικά αποικίες.
Oι Έλληνες λοιπόν πρωτοεμφανίστηκαν στη περιοχή κατά την αρχαιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ένα γεγονός, που το διηγήθηκε ο πρώην Δήμαρχος της Μόσχας (την εποχή της περεστρόικα) Γαβριήλ Ποπώφ, που στην ερώτηση συναδέλφου του Πανεπιστημιακού, σχετικά με το χρόνο έλευσης των Ελλήνων στην περιοχή, είπε: « Εμείς, ήρθαμε 5 αιώνες πριν έλθετε εσείς οι Ρώσοι στον Εύξεινο Πόντο».
Η νεοελληνική διασπορά αρχίζει το 1453 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς. Τότε ένας αριθμός Ελλήνων διανοουμένων προτίμησε ως νέα πατρίδα του όχι τη Δύση, αλλά τη Ρωσία, την οποία υπηρέτησε με σεβασμό, ενώ παράλληλα συνέβαλε στην ανάπτυξη του ρωσικού πολιτισμού με τα έργα του. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των Ελλήνων αφομοιώθηκε κατά τέτοιο τρόπο από τη ρωσική κοινωνία, ώστε μόνο τα επώνυμά τους παραπέμπουν μέχρι σήμερα στην καταγωγή τους. Εδώ δεν θα πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική η άποψη του πρώην δημάρχου της Μόσχας Γαβριήλ Ποπώφ ότι «στις φλέβες κάθε τρίτου Ρώσου ρέει ελληνικό αίμα».
Η Άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς 8 χρόνια μετά την Κωνσταντινούπολη (1461), σε συνδυασμό με μια περίοδο βίαιων εξισλαμισμών που εγκαινιάζει, ανοίγει το δρόμο της εξόδου των Ελλήνων Ποντίων προς τη γειτονική και ομόδοξη Ρωσία όχι μόνο της άρχουσας τάξης της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, αλλά και μεγάλων λαϊκών πληθυσμιακών μαζών.
Επόμενο κύμα εξόδου των Ελλήνων προς τον Καύκασο και κυρίως προς της Γεωργία, έχουμε κατά το 1490. Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των προσφύγων, πιθανολογούμε όμως ότι ήταν μεγάλος γιατί η γεωργιανή εκκλησία αναγκάστηκε να συγκροτήσει ελληνική επισκοπή για τις λατρευτικές ανάγκες των Ελλήνων με έδρα το Αχταλά, όπου διορίζονταν Έλληνες επίσκοποι.
Κατά τους 16ο, 17ο αιώνα έχουμε συνέχιση των μετακινήσεων, που δεν είναι όμως ιδιαίτερα μαζικές, γεγονός που προκύπτει από τις ελάχιστες πηγές που διαθέτουμε γι’ αυτές στην ιστοριογραφία της εποχής. Την περίοδο αυτή πραγματοποιείται η πρώτη ουσιαστικά οργανωμένη μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων από τις περιοχές Χαλδίας (νότια της Τραπεζούντας, στην περιοχή Αργυρούπολης) και του Ερζερούμ. Οι κώδικες των ιερών μονών του Πόντου μας πληροφορούν ότι ένας αριθμός σημαντικών πνευματικών ταγών (Πατριάρχες, ηγούμενοι μονών του Πόντου, κ. ά.) συχνά επισκεπτόταν αυτή την περίοδο την περιοχή, γεγονός που δείχνει ότι υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση Ελλήνων, οι οποίοι ευημερούσαν.
Το 1762 πραγματοποιήθηκε μαζική μετανάστευση 800 οικογενειών Ελλήνων Ποντίων μεταλλουργών από την περιοχή της Αργυρούπολης στην επαρχία Αχταλά της Γεωργίας, μετά από πρόσκληση του Γεωργιανού βασιλιά Ηρακλή του 2ου. Κατά το 1795 στο χωριό Αλαβερτί κατοικούσαν ήδη 500 οικογένειες Ελλήνων μεταλλουργών. Εδώ η μετανάστευση έγινε όχι για πολιτικούς, αλλά για οικονομικούς λόγους, για την εξόρυξη μετάλλων από ειδικούς σ’ αυτό το έργο, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί ειδικά προνόμια.
Σημαντικό ρεύμα φυγής των Ελλήνων προς τη Γεωργία έχουμε καθ’ όλο το 17ο και 18ο αιώνα, παρά τα προβλήματα που συνεπάγονταν οι συχνές και άγριες επιθέσεις σ’ αυτούς Μουσουλμάνων της περιοχής.
Η ένωση της Γεωργίας με τη Ρωσία το 1801, σε συνδυασμό με την τσαρική πολιτική της αντιπαράθεσης με την οθωμανική αυτοκρατορία, δημιούργησαν προϋποθέσεις νέων εγκαταστάσεων Ελλήνων στη Γεωργία, γεγονός που επιδίωξαν οι τσάροι, με στόχο να εμπλουτίσουν την περιοχή αυτή των ρωσικών συνόρων με χριστιανικούς πληθυσμούς, εχθρικά διακείμενους έναντι των Οθωμανών, εκεί όπου μέχρι τότε κατοικούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί. Η εγκατάσταση δε από τις οθωμανικές αρχές αυτών των μουσουλμάνων της Ρωσίας στις περιοχές του ανατολικού Πόντου, και το αίσθημα έντονης ανασφάλειας που δημιούργησε στους Έλληνες, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το ρεύμα μετοικεσιών μεταξύ 1800-1814.
Οι περιοχές των νοτιοανατολικών ρωσικών στεπών (Ανάππα, Γελεντζίκ, Κρασνοντάρ, Σταυρούπολη, κλπ) άρχισε να εμπλουτίζεται με ελληνικούς πληθυσμούς από τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, περιλαμβάνοντας Έλληνες του Πόντου αλλά και άλλων μικρασιατικών περιοχών, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν γεωργοί και ένα μέρος τους έμποροι και βιοτέχνες.
Η έκρηξη της ελληνικής επανάστασης του 1821 αποτέλεσε ένα ακόμη παράγοντα εξόδου προς τον Καύκασο και τη νότια Ρωσία για αυτονόητους λόγους.
O ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-29, με την προέλαση του ρωσικού στρατού προς το Ερζερούμ και την Αργυρούπολη και τον ενθουσιασμό που προκάλεσε στους τοπικούς ελληνικούς πληθυσμούς αλλά και τη συμφωνία ειρήνης που ακολούθησε με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την περιοχή, ανάγκασε ένα μεγάλο αριθμό Ελλήνων (περί τις 42.000) ν’ ακολουθήσει τον αποχωρούντα ρωσικό στρατό, για το φόβο αντιποίνων, επειδή εκδήλωσε τα αντιτουρκικά του αισθήματα. Η ρωσική κυβέρνηση με απόφασή της, μετά από εισήγηση του στρατηγού Πασκέβιτς, τους εγκατέστησε στην περιοχή της Τσάλκας, όπου ίδρυσαν 27 αμιγή ελληνικά χωριά.
Οι ρωσικές αρχές επεξεργαζόμενες μια πολιτική μόνιμης εγκατάστασης των ελληνικών αυτών πληθυσμιακών μαζών στην περιοχή, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσουν ως τείχος απέναντι από τα οθωμανικά σύνορα, τους χορήγησαν ειδικά προνόμια, όπως πχ τίτλους ευγενείας ή και το αποκλειστικό προνόμιο των Ελλήνων μεταξύ όλων των εθνοτήτων της ρωσικής αυτοκρατορίας να υπηρετούν στην προσωπική λεγεώνα του τσάρου. Κατά την ίδια περίοδο ένας σημαντικός αριθμός μεταλλουργών της ποντιακής επαρχίας Χαλδίας (2.000 οικογένειες), μετά την παρακμή των μεταλλείων, μετανάστευσε επίσης στη Γεωργία, την Αρμενία και το νότιο Καύκασο.
Ο Κριμαϊκός πόλεμος του 1853-1856 και η ρωσική νίκη, η ψήφιση του σουλτανικού διατάγματος Χάττι Χουμαγιούν το 1856 που χορηγούσε κάποιας μορφής ανεξιθρησκία, γεγονός που επέτρεψε στις ποντιακές ομάδες των Κρυπτοχριαστιανών να αποκαλύψουν την πραγματική τους ταυτότητα με συνέπεια να γίνουν αποδέκτες έντονων πιέσεων και διώξεων, σε συνδυασμό με τη δίωξη των μουσουλμανικών πληθυσμών του Καυκάσου από τους Ρώσους και την εγκατάστασή τους εκ μέρους των Οθωμανών στα οθωμανοκρατούμενα εδάφη του Πόντου, αποτέλεσαν βασικά αίτια νέων μετοικήσεων στον Καύκασο. Με εντολή του τσάρου Νικολάου Α΄ εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που εγκατέλειψαν οι Κιρκάσιοι μουσουλμάνοι. Μεταξύ 1868-1878 δημιουργήθηκαν πολλά αμιγή ελληνικά χωριά στην περιοχή του Κουμπάν της νότιας Ρωσίας, που διατήρησαν για πολλές δεκαετίες, μέχρι και σήμερα, τη γλώσσα και τις ελληνικές παραδόσεις.
Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-1878 αποτέλεσε την αιτία της μεγαλύτερης μετανάστευσης Ελλήνων, της τάξης των 100.000, από τις περιοχές της ποντιακής ενδοχώρας και κυρίως της Χαλδίας, Νικόπολης, Τοκάτης, αλλά και Ερζερούμ, Σεβάστειας, Ερζιγκιάν. Κι εδώ ακολούθησαν τον αποχωρούντα ρωσικό στρατό, εγκαθιστάμενοι στη συνέχεια στη νεοαποκτηθείσα από τους Ρώσους περιοχή του Καρς νότια του Καυκάσου, αλλά και στις περιοχές της Γεωργίας, Αρμενίας και στην υπόλοιπη νότια Ρωσία.
Η συνεχής ενίσχυση των ελληνικών χωριών αλλά και των αστικών κέντρων της περιοχής με νέους πληθυσμούς συμπατριωτών τους, ισχυροποίησε τη θέση των Ελλήνων στην περιοχή του Καυκάσου και της νότιας Ρωσίας, περιθωριοποιώντας τις άλλες εθνότητες που μέχρι τότε κατοικούσαν εκεί. Το εμπόριο των σιτηρών πέρασε στα χέρια των Ελλήνων, ενώ η πόλη Ροστόβ επί του ποταμού Ντον έγινε το κέντρο του εμπορίου σιτηρών όλης της Ρωσίας, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε το Ταϊγάνιο, η δεύτερη σε σημασία για το εμπόριο των σιτηρών πόλη, που ελέγχονταν από τις ελληνικές εταιρείες. Η νέα αστική ελληνική τάξη που δημιουργήθηκε στις ρωσικές πόλεις, εκτός από την κυριαρχία της στο εμπόριο, έπαιξε σημαντικό ρόλο και στην Τ.Α.. Ο Γ. Σαραντηνάκης για σειρά ετών διετέλεσε πρόεδρος της τοπικής αυτοδιοίκησης της περιοχής του Ντον και ταυτόχρονα πρόεδρος των ευγενών όλης της περιοχής, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται και η περίπτωση του Γρ.Μαρασλή που εκλεγόταν δήμαρχος της Οδησσού για πέντε τετραετίες.
Τελευταίο μεγάλο κύμα φυγής σημειώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με την έκρηξη του 1ου Παγκοσμίου πολέμου μέχρι το 1923 με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι διώξεις, οι σφαγές και γενικά η συστηματική Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου μεταξύ των ετών 1914-1923, δημιούργησαν προϋποθέσεις μαζικής εξόδου των Ελλήνων προς τις περιοχές της νότιας Ρωσίας. Στις αρχές του 1918, οι Μπολσεβίκοι υποχωρούντες από την Τραπεζούντα, την οποία είχαν καταλάβει τα ρωσικά στρατεύματα το 1916, ακολουθήθηκαν από ένα τελευταίο μεγάλο κύμα εξόδου 85.000 περίπου Ελλήνων της περιοχής. Παράλληλα οι Μπολσεβίκοι παραχωρώντας στους Τούρκους την περιοχή του Καρς και Αρνταχάν του Καυκάσου, δημιούργησαν νέα ομαδική έξοδο των Ελλήνων των περιοχών αυτών βορειότερα, προς τα ενδότερα του Καυκάσου και τη νότια Ρωσία.
Μεταξύ των ετών 1890 – 1912, περισσότερα από 30 ελληνικά Προξενεία και Υποπροξενεία ιδρύθηκαν στην περιοχή για να στηρίξουν τον ελληνισμό αυτό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ελληνικών αυτών Προξενείων και των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας, ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων της Ρωσίας το 1918 ξεπερνούσε τις 700.000, ενώ μόνο το 1917 στα σχολεία που ιδρύθηκαν και συντηρούνταν από τις ελληνικές κοινότητες φοιτούσαν 50.000 περίπου μαθητές και μαθήτριες. Οι διάφοροι ιδεολογικοί φορείς των Ελλήνων της Ρωσίας (εκπαιδευτικά ιδρύματα, κοινότητες, φιλεκπαιδευτικοί και φιλανθρωπικοί σύλλογοι κ.ά.) βοήθησαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη και διατήρηση των ελληνικών ιδεολογικών στοιχείων καθώς και στον προσανατολισμό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης κι όχι της Μόσχας. Βεβαίως όπως φάνηκε κατά τις επόμενες σοβιετικές δεκαετίες και κυρίως κατά τη σταλινική περίοδο, ο ελληνισμός της περιοχής πλήρωσε ακριβά αυτή την επιμονή του στις εθνικές του ιδιαιτερότητες με συνεχείς διώξεις και εξορίες προς τις παγωμένες στέπες της κεντρικής Ασίας.
Πρόκειται για ένα ακμαίο και δυναμικό ελληνισμό, που αγνοήθηκε από την επίσημη ελληνική πολιτεία για πολλές δεκαετίες, μέχρι την κατάρρευση της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οπότε οι απόγονοι των Ελλήνων αυτών που συνοπτικά παρουσιάζουμε με τη μελέτη μας αυτή, εμφανίστηκαν στις παρυφές των ελληνικών μεγαλουπόλεων ως πρόσφυγες για μια ακόμη φορά, ελπίζοντας τώρα ότι θα είναι η τελευταία, στην Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα τους, τη χώρα με την οποία τους συνδέουν ισχυροί και παμπάλαιοι δεσμοί.
Για μια ακόμη φορά όμως η Ελλάδα δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Χωρίς μια αξιόπιστη και αποτελεσματική πολιτική υποδοχής, ένταξης και αφομοίωσης αυτού του νέου ελληνικού δυναμικού, σημαντικό μέρος του οποίου είχε υψηλό επίπεδο μόρφωσης και κατάρτισης, έγινε αιτία να χαθεί μια ακόμη ευκαιρία, ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν εκρηκτικά κοινωνικά προβλήματα.
Το επόμενο μάθημα με τον Κώστα Φωτιάδη
Την Τρίτη 8 Μαρτίου ο καθηγητής νεότερης ιστορίας του πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Κώστας Φωτιάδης, θα μιλήσει για τις «σταλινικές διώξεις».