Η Πόπη Τσακμακίδου – Κωτίδου, μια γνήσια Σανταία, λαογράφος, σε ηλικία 93 ετών, η οποία έγραψε το μοναδικό βιβλίο «Οι γυναίκες της Σάντας του Πόντου», με πλούσια καταγραφή της λαογραφίας έφυγε από κοντά μας την Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020.

Η εξόδιος ακολουθία της Πόπης Τσακμακίδου – Κωτίδου, θα γίνει στη γενέτειρά της, από τη Νέα Σάντα του Κιλκίς και συγκεκριμένα από τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020.

Δημοσιεύουμε το κείμενο του επίσης Σανταίου, Δημήτρη Πιπερίδη, ο οποίος με τον δικό του γλαφυρό την αποχαιρέτησε από την προσωπική του σελίδα στο fb.

Στην Πόπη Τσακμακίδου - Κωτίδου...

Μέχρι τα τριάντα μου αγνοούσα την ύπαρξή της. Μόνο ένα «η Παρθενίτσα τ’ εμέτερον» που ξεστόμιζε αραιά και που η αδερφή του πατέρα μου συνοδεύοντας παμπάλαιες διηγήσεις, μου υπενθύμιζε ότι κάπου μακριά, βρισκόταν μια μικρή Παρθένα, με την οποία είχαμε κάποιον απροσδιόριστο συγγενικό δεσμό.

Κάποτε και με αφορμή μια συνέντευξη που μου έδωσε με θέμα το καταπληκτικό βιβλίο της «Οι γυναίκες τη Σάντας του Πόντου», τη γνώρισα κι από κοντά (μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε προηγηθεί λίγο καιρό πριν, μάλλον δε μετράει, αφού από αυτή, πέραν των εξαιρετικά καυστικών επιθέτων με τα οποία με στόλισε γιατί άργησα να την ανακαλύψω, το μόνο που έμαθα ήταν ότι ήταν δεύτερη εξαδέλφη τη γιαγιάς μου). Μην τα πολυλογούμε, σύντομα την κάλεσα για φαγητό στο σπίτι στο χωριό, όπου ήρθε φανερά συγκινημένη, αφού η τελευταία φορά που είχε περάσει το κατώφλι μας ήταν εβδομήντα χρόνια πριν, στη γέννηση του πατέρα μου!

Η τύχη τα έφερε και λίγους μήνες μετά, νιόπαντρος, αγόρασα ένα διαμέρισμα δύο μόλις τετράγωνα από το δικό της. Και γίναμε αυτοκόλλητοι! Για χρόνια ήταν ένα από τα πιο δικά μου πρόσωπα στη Θεσσαλονίκη. Την επισκεπτόμουν σχεδόν καθημερινά. Καμάρωνα για τη θεία μου την Πόπη, την «Παρθενίτσα» των οικογενειακών διηγήσεων. Όχι μόνο για το σημαντικό λαογραφικό και συγγραφικό της έργο. Ούτε για την μοναδική συλλογή της από παραδοσιακές ποδιές ολόκληρες της Ελλάδας, για την οποία την τίμησε, και δικαίως, ο Δήμος Θεσσαλονίκης.

Καμάρωνα κυρίως για τη δύναμη της θέλησής της, που την έκανε εν έτει 1941 να είναι η πρώτη κοπέλα από το χωριό μας που τόλμησε να πάει όχι μόνο στο Γυμνάσιο (πράγμα σχεδόν αδιανόητο ακόμη και για τα αγόρια του χωριού) αλλά και στο Πανεπιστήμιο και να είναι μία από τις πρώτες γυναίκες που αποφοίτησαν από τη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης.

Καμάρωνα για το θάρρος της να είναι η πρώτη κοπέλα που εν μέσω της γερμανικής Κατοχής είχε το σθένος να εμφανίζεται στους χώρους του Πανεπιστημίου πιασμένη χεράκι-χεράκι με τον καλό της, το θείο Λάμπη, που τη λάτρεψε και στάθηκε δίπλα της μέχρι το τέλος πιστός φύλακας-άγγελος. Καμάρωνα για τα παιδιά της Γωγώ και τον Κωνσταντίνο, όχι τόσο γιατί ήταν εξαιρετικοί επιστήμονες και πολιτικά στελέχη με ήθος και κύρος στην τοπική κοινωνία, αλλά κυρίως γιατί ήταν καλά παιδιά και καλοί φίλοι.

Εκείνο όμως που θα μου λείψει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι το χιούμορ της. Αυτό ήταν άλλωστε που την έκανε μέχρι το τέλος μοναδική. Ξέρεις τι είναι να τηλεφωνείς στην εννενηντάχρονη θεία σου για να τη ρωτήσεις αν μπορείς να περάσεις να τη δεις και να σου απαντά ειρωνικά: «κι αρ’ θα εποίναμε sex με το Λάμπην, αλλά κι πειράζ’…. Εφτάμε αύριον!».

Πέρα από το προσωπικό στοιχείο, νομίζω ότι με την αναχώρηση της Πόπης Τσακμακίδου-Κωτίδου, κλείνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Ποντιακής λαογραφίας. Γιατί αυτό που τη χαρακτήριζε ως λαογράφο, σε αντίθεση με τους μεταγενέστερους, ήταν ότι δεν έγραφε για πράγματα που άκουσε ή διάβασε, αλλά για πράγματα που έζησε. Όσο μπορούσα, την παρότρυνα να μη σταματήσει να γράφει. Την πίεσα να γράψει τα «Σαντέτ’κα Ιστορίας», μια συλλογή από διηγήσεις της μάνας της για μεγάλα κοινωνικά σκάνδαλα, ανεκπλήρωτους έρωτες κλπ, που συγκλόνισαν την κοινωνία της Σάντας του Πόντου στις αρχές του 20ου αιώνα. Έγραψε δύο ή τρεις ιστορίες πραγματικά διαμάντια και μετά βαρέθηκε. Ήθελε να καταπιαστεί με άλλα. Δεν την πίεσα.

Άλλωστε, τον τελευταίο καιρό είχα αρχίσει συνειδητά να απομακρύνομαι. Είχαμε δεθεί υπερβολικά για να μπορώ να αντέξω έναν ακόμη επώδυνο αποχωρισμό. Μετά από ένα πρώτο επεισόδιο, που στάθηκε η αρχή μιας μακράς περιπέτειας υγείας που την ταλαιπώρησε, αραίωσα τις επισκέψεις μου. Και αυτή με την ευφυΐα και τη διαύγεια που τη χαρακτήριζε μέχρι τέλους, σταμάτησε να με ζητά. Μόνον που και που, όταν ανησυχούσε για την υγεία μου, αντί να ανησυχώ εγώ για τη δική της, μου τηλεφωνούσε για να ακούσω από την άλλη πλευρά της γραμμής να σφυρίζει μέσα από τα δόντια με τη χαρακτηριστική αθυροστομία της «βρε πούστη…. Έχεις και μια θεία!».

Αύριο Παρασκευή στις 14:00 αποχαιρετούμε από τον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Νέας Σάντας Κιλκίς μια μεγάλη κυρία των ποντιακών γραμμάτων. Εγώ προσωπικά θα είμαι σε μια άκρη για να αποχαιρετήσω ένα δικό μου κομμάτι. Την Παρθενίτσα μου. Που την πρόδιδα όποτε ήθελα, χωρίς να φοβάμαι για τις συνέπειες, γιατί έτσι είναι η αγάπη. Και που για πρώτη φορά μου την έφερε κανονικά και με πρόδωσε εκείνη…

Μόνο για ένα νιώθω τύψεις. Όταν πέθανε ο μεγάλος λαογράφος μας Σίμος Λιανίδης, η Πόπη, που μέχρι τότε δεν έκλαιγε στις κηδείες, πήγε στην κηδεία του αποφασισμένη να τον μοιρολογήσει, όπως κάνανε οι γυναίκες της Σάντας στην πατρίδα τους. Γιατί «έτσι του έπρεπε», όπως μου είπε. Τώρα φεύγει και η ίδια αυτή, χωρίς καμία γυναίκα από αυτές για τις οποίες τόσα έγραψε, να είναι εκεί για να τη μοιρολογήσει, όπως της πρέπει. Πολύ απλά, γιατί δεν έχει μείνει καμία. Ήταν η τελευταία…