Του Γιάννη Αποστολίδη, πρώην προέδρου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης

Το σωστό είναι να αξιολογούμε τον άνθρωπο, άτομο και σύνολο, με βάση πρώτα τις αρετές του, μετά τα προσόντα του και τρίτον τα αποκτήματά του. Εμείς αντιστρέψαμε την κλίμακα και λέμε, Ο Νίκος; Λευτά! δεν ξέρει τι έχει. Δεν λέμε πρώτα, Ο Νίκος; Καλός άνθρωπος, φιλότιμος και γενναίος (αρετές), και μετά να πούμε για τα πτυχία του (προσόντα), τρίτον για τη σοβαρή περιουσία του (αποκτήματα). Και το χειρότερο, διαστρέφουμε συχνά τις αξίες ή τις απαξιώνουμε. Είσαι γενναίος, πρόμαχος στις επάλξεις, σωστός Κυναίγειρος; Είσαι κορόϊδο... Πέραση έχει η λούφα και παραλλαγή.

Μέσα σε τέτοια ηθική και πνευματική πτώση, βρίσκουν έδαφος να βλαστήσουν εξαλλαγμένες κοινωνικές αξίες. Και ανάμεσα σε αυτές, στην εποχή μας, ο εθνικισμός.

Εδώ δεν θα επιχειρήσω ανάλυση του φαινομένου. Αλλά καθώς έρχεται το Θείο Δράμα και η Ανάσταση, χρήσιμο είναι να κάνουμε κάποιες σκέψεις για μια μορφή εθνικισμού, αυτήν που κάνοντας νεολογισμό θα ονομάζαμε θρησκευτικό εθνικισμό. Δηλαδή το να θεωρεί κάποιο έθνος τον εαυτό του «περιούσιο λαό». Αυτό συνέβη ιδίως με τον ιουδαϊκό λαό. Η απάντηση του Χριστού ήταν η εντολή προς τους μαθητές Του, «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, χωρίς διάκριση σε περιούσιους και παρίες. «Περιουσία» του θεού και συνεπώς περιούσιοι είμαστε όλοι μας και όλοι μπορούμε να έχουμε «περιουσία» την άμετρη δύναμη και αγαθότητά Του. Πανάξιος ο εβραϊκός λαός, από αυτόν προήλθε ο «ελάσσον οίνος» του προφητικού λόγου αλλά ο ίδιος ο Λόγος, ο «καλός οίνος» ο Χριστός, «ετηρήθη έως άρτι» για όλον τον κόσμο. Εν Χριστώ, «Ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην, βάρβαρος, Σκύθης».

Δυστυχώς και ο ελληνικός εθνικισμός θεωρεί τον ελληνικό λαό περιούσιο, με θείο προορισμό, με δικό του θεό, τον «Θεό της Ελλάδος». Σα να μην αρκούν δηλαδή για να δοξάσουν το έθνος μας ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η διάδοσή του στα πέρατα της γης με τον Αλέξανδρο, η πρωτοπορία μας στην επιστήμη, τη φιλοσοφία, τις τέχνες, στην ίδια τη δημοκρατία, σα να μην έφτανε το χιλιόχρονο Βυζάντιο και μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς η πρώτη εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων με την Επανάσταση του 1821 και ακόμη το γεγονός ότι δικές μας ήταν οι πρώτες νίκες κατά των δύο ολοκληρωτισμών, του φασισμού και κομμουνισμού, στα βουνά της Πίνδου, στον άξονα Καλπάκι - Γράμμος, σα να μην αρκούσαν λοιπόν όλα αυτά για τη δόξα της Ελλάδας, έχουμε και εκείνους που από θρησκευτικό εθνικισμό υποστηρίζουν ότι ο ίδιος ο Χριστός... κολακεύτηκε όταν οι μαθητές Του Ανδρέας και Φίλιππος Τού είπαν ότι κάποιοι Έλληνες θέλουν να Τον δούνε. Την ενθουσιώδη ικανοποίηση του Χριστού, δείχνει, λένε οι εθνικιστές, το γεγονός ότι με την αναγγελία της επιθυμίας των Ελλήνων να Τον δουν, Αυτός είπε, «Ελήληθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου» (Ιβ 20.4), δηλαδή, «Ήρθε η ώρα να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου». Δυστυχώς όμως, προς απογοήτευση των εθνικιστών μας, αυτό δεν ήτανε κάν απάντηση του Χριστού προς τους Ανδρέα και Φίλιππο, δεν δείχνει κανέναν απολύτως ενθουσιασμό Του που η ελληνική δόξα θα δόξαζε, τάχα, και τον ίδιο, αλλά αντιθέτως δείχνει ότι Αυτός αδιαφόρησε πλήρως για την παρουσία των Ελλήνων, δεν την έδωσε απολύτως καμιά σημασία, ούτε καν την σχολίασε. Το Ελήληθεν η ώρα κ.λπ., αναφέρεται στο πλησίασμα της ώρας που ο Υιός του ανθρώπου, ο Χριστός, θα δοξαζόταν με τη νίψη των ποδιών των μαθητών Του και φυσικά με τον σταυρικό θάνατο και την Ανάστασή Του. Όντως, όταν αμέσως ύστερα ένιψε τα πόδια των μαθητών Του, είπε «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιν ιγ31), και αυτή η δόξα (ο Χριστός θεωρούσε μέτρο δόξας τον βαθμό ταπείνωσης) κορυφώθηκε με τον σταυρικό θάνατο, δηλαδή την απόλυτη ταπείνωση, βραβείο όμως της οποίας υπήρξε η Ανάσταση.

Είναι πραγματική βλασφημία το να λέμε ότι ο Χριστός κολακεύτηκε, ενθουσιάστηκε με την επιθυμία κάποιων Ελλήνων να Τον συναντήσουν, ενώ Αυτός συνέκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε για τη σωτηρία όλου του κόσμου.

Άλλωστε ο Χριστός είχε απόλυτη αταραξία, τέλεια απάθεια, δεν είχε ενθουσιασμούς και άλλες συναισθηματικές εκδηλώσεις παρά μόνον όποτε και όσο χρειαζόταν για να επιβεβαιωθεί και η ανθρώπινη φύση του ως Θεάνθρωπος, π.χ. όταν θυμωμένος εκδίωκε με το φραγγέλιο τους εμπόρους από το Ναό του Σολωμόντα.

Έχει σημασία να σκεφτούμε ότι, ο Χριστός, η χαρά του κόσμου, ουδέποτε στην επίγεια ζωή Του γέλασε (να σημειωθεί δε ότι και κάποιοι Έλληνες φιλόσοφοι ουδέποτε γέλασαν, ο δε Ηράκλειτος επονομάστηκε «ο αεί κλαίων», διότι διαρκώς θρηνούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων, λέγοντας «τα πάντα ρει», δηλαδή όλα φεύγουν και τίποτα δεν μένει...) και έκλαψε, ο Χριστός, μόνο τέσσερες φορές, τη μια μάλιστα κοντά στο περιστατικό της παρουσίας των Ελλήνων που προαναφέραμε, οπότε Εκείνος, αδιαφορώντας για αυτήν την παρουσία, είπε «νυν η ψυχή μου τετάρακται και τί είπω; Πάτερ, σώσον με εκ της ώρας ταύτης» (Ιν 1β 27) και αυτή η ταραχή κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «κλαύσιμον δηλοί» και παράκληση προς τον Πατέρα να Τον απαλλάξει «εκ της ώρας ταύτης» της επικείμενης επώδυνης και επωνείδιστης σταύρωσης, οπότε πράγματι κατά την ανθρώπινη φύση Του λειτουργώντας, ήθελε να αποφύγει τον θάνατο, όπως ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος αναφέρει «δεήσεις και ικετηρίας προς τον δυνάμενον αυτόν σώσαι (δηλαδή τον Πατέρα Του) εκ του θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσενέγκας» (Εβρ. Ε7).

Λοιπόν, οι Έλληνες δεν είμαστε κάποιο εκλεκτό έθνος, δεν είμαστε περιούσιος λαός, ένας λαός που ο ίδιος ο θεός κολακεύεται, τάχα, να τον έχει με το μέρος Του. Συνηθισμένος λαός είμαστε και συνηθισμένοι άνθρωποι. Αλλά όπως ανάμεσα στους συνηθισμένους ανθρώπους διακρίνονται κάποιοι σε αξιοσύνη, έτσι κι εμείς δικαιούμαστε να είμαστε περήφανοι για τη μεγάλη, την ασύγκριτη προσφορά μας στον πολιτισμό. Αλλά μέχρις εκεί. Ο Χριστός δεν έχει «δικούς του» ούτε ανθρώπους ούτε έθνη. Φιλία και προνομιακή σχέση με τον Θεό δεν νοείται. Αντιθέτως, όστις θέλει οπίσω Του ελθείν, ας ετοιμασθεί να σηκώσει σταυρό. Και μετά τον σταυρό, μετά την αγόγγιστη άρση του σαν τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, ακολουθεί όχι η θεϊκή εύνοια αλλά η πλήρης θέωση, η ενσωμάτωση στο σώμα του Κυρίου μας.

Παίρνω αφορμή από τις παραπάνω σκέψεις μου για να πω και κάτι συναφές. Υπάρχει πράγματι η τάση να θεωρούμε και εμείς οι πόντιοι τον λαό μας κάτι ξεχωριστό, μοναδικό. Υπάρχει σε πολλούς από εμάς μια αίσθηση ότι κι εμείς είμαστε εκλεκτοί, κάτι σαν περιούσιος λαός, «πόντιος κ έναν ομμάτ» και ίσως δικαιούμαστε κάποια προνόμια... Δεν είναι έτσι. Εκείνο που συμβαίνει, είναι ότι είμαστε το πιο πολύπαθο κομμάτι του ελληνικού έθνους, που ξεριζώθηκε αιματόβρεκτο από την πανάρχαια πατρίδα του, τον Πόντο. Και μας χρωστούν πράγματι, το έθνος μας αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα, όχι κάποια προνόμια αλλά λίγο βάλσαμο στις χαίνουσες ακόμη ιστορικές πληγές μας, μας χρωστούν τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Αλλά ποιος νοιάζεται...