Αποκαλυπτικά στοιχεία για «τα Μοναστήρια του Πόντου και την Ιεραποστολική Δράση των Μισσιονάριων», στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στον Πόντο, κατέθεσε ο Θεοδόσης Κυριακίδης, θεολόγος, διδάκτωρ του πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, κατά τη διάρκεια της ομιλίας του το βράδυ της Δευτέρας 7 Απριλίου 2018, στο πλαίσιο της πολυθεματικής έκθεσης του Κωνσταντίνου Φωτιάδη «Πόντος. Δικαίωμα και υποχρέωση στη μνήμη», που λειτουργεί στο περίπτερο 2, στις εγκαταστάσεις της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης.
Το ομιλητή παρουσίαση ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και δημιουργός της πολυθεματικής έκθεσης Κωνσταντίνος Φωτιάδης, με τον οποίο έκανε το διδακτορικό του, τονίζοντας τη σημαντική συμβολή που έχει η έρευνα στα αρχεία του Βατικανού.
Ο Θεοδόσης Κυριακίδης
Ο Θεοδόσης Κυριακίδης, αναφερόμενος στα Μοναστήρια του Πόντου, εστίασε την εισήγησή του, στην δράση τους και την πορεία τους στο χρόνο, τα προνόμια που είχαν ως εξαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την δικαιοδοσία που είχαν στα γειτονικά χωριά της Τραπεζούντας, σε οικονομικό πεδίο και στην βοήθεια που προσέφεραν στην εκπαίδευση των κατοίκων της περιοχής.
Στη συνέχεια ο Θεοδόσης Κυριακίδης, τόνισε τη σχέση που είχαν οι ιεραποστολικές δράσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Μικρασία και στον Πόντο και τι αποτελέσματα επέφεραν.
Μερική άποψη του ακροατηρίου της εκδήλωσης
Όπως είπε ο ομιλητής, την πρώτη χιλιετία η ιεραποστολή της Αγίας Έδρας και, ιδίως, από την εποχή του Γρηγορίου του Μεγάλου και έπειτα, εστιάσθηκε στον εκχριστιανισμό των ειδωλολατρικών και αρειανικών φυλών της Ευρώπης. Ο προσανατολισμός της Ρώμης άλλαξε στη δεύτερη χιλιετία, καθώς το Ισλάμ άρχισε σταδιακά να προβάλλει όλο και απειλητικότερο στο προσκήνιο της ιστορίας. Η εξάπλωσή του στη Συρία, την Παλαιστίνη, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία ώθησε στη συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων, προκαλώντας Σταυροφορίες, προκειμένου να ελευθερωθούν οι Άγιοι Τόποι.
Οι Σταυροφορίες υπήρξαν από τα σπουδαιότερα γεγονότα στο μεσαιωνικό κόσμο και η επίδρασή τους στη σχέση μεταξύ των Καθολικών και των Ορθοδόξων υπήρξε καταλυτική. Μια από τις βασικές αιτίες των Σταυροφοριών υπήρξε ο σελτζουκικός κίνδυνος, ο οποίος ύστερα και από τη νίκη τους εναντίον των Βυζαντινών στο Μαντζικέρτ (1071) πρόβαλε ιδιαίτερα απειλητικός. Όταν κατέλαβαν το 1077 την Ιερουσαλήμ και άρχισαν να καταπιέζουν τους χριστιανούς προσκυνητές, η χριστιανική Δύση αποφάσισε να αντιδράσει. Πολύ νωρίς έγινε αντιληπτό ότι, μαζί με το ιδεώδες της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων, οι Σταυροφορίες υποκινήθηκαν και από εκκλησιαστικές, πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες.
Μερική άποψη του ακροατηρίου της εκδήλωσης
Οι Σταυροφορίες, που πρόβαλαν ως βασική στοχοθεσία τους την απώθηση του μουσουλμανικού κινδύνου και την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, προετοίμασαν παράλληλα με την αποσυνθετική τους δραστηριότητα την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι διεκδικήσεις του παπικού θρόνου είχαν τραγικές συνέπειες στην ενότητα του χριστιανικού κόσμου αλλά και στο εσωτερικό της Δυτικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, οι Σταυροφορίες δεν πέτυχαν μόνο τη συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης ενάντια στο μουσουλμανικό κίνδυνο, αλλά με την Δ΄ Σταυροφορία, που κατέληξε στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204, υπέταξαν παράλληλα τους χριστιανούς της Ανατολής στην παπική εξουσία. Παράλληλα, η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης σήμαινε και την διεύρυνση της αντιπαλότητας και το ουσιαστικό σχίσμα μεταξύ των δυο Εκκλησιών.
Σύμφωνα με τον Θεοδόση Κυριακίδη, ο 19ος αιώνας και οι αρχές του 20ου αποτελούν την εποχή κατά την οποία αναπτύσσεται η πιο ενσυνείδητη ιεραποστολική κουλτούρα. Ήταν δε, τόσος ο ενθουσιασμός που είχε επικρατήσει μεταξύ των ιεραποστόλων που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ευαγγελίσουν ολόκληρο τον κόσμο κατά τη διάρκεια μιας γενιάς.
Συγκεκριμένα το έτος 1845 οι καπουκίνοι ιεραπόστολοι που δρουν στην Γεωργία εξορίζονται από το τσαρικό καθεστώς και υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν τη Ρωσία. Ο σταθμός της μετεγκατάστασής τους είναι η Τραπεζούντα, τόσο εξαιτίας της σπουδαιότητας της πόλης και της σημαντικής της θέσης, όσο και εξαιτίας της εγγύτητάς της στην Γεωργία, όπου ήλπιζαν ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφαν. Η περίοδος βέβαια που οι ιεραπόστολοι φτάνουν στην Τραπεζούντα είναι εξαιρετικά ευνοϊκή καθώς συμπίπτει με μια μακρά μεταρρυθμιστική περίοδο στην Αυτοκρατορία που δημιουργεί ευνοϊκότερες σε σχέση με το παρελθόν συνθήκες δραστηριοποίησης τους στην οθωμανική επικράτεια. Πράγματι οι προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις από τον Σελίμ Γ΄ (1789-1807) και τον Μαχμούτ Β΄ (1808-1839) υπήρξαν καταλυτικός πρόδρομος του μεταρρυθμιστικού προσανατολισμού του Τανζιμάτ.
Ο Μιχάλης Καλιοντζίδης στη λύρα, ο Βασίλης Φωτιάδης στο τραγούδι και ο Κλεάνθης Σιαμλίδης στο νταούλι
Η ιεραποστολική δραστηριότητα στην Ανατολή και ιδιαίτερα κατά τον «μακρύ» 19ο αιώνα υπήρξε παραδοσιακά πεδίο ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, οι οποίες επωφελούνταν από την παρουσία χριστιανών στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου ν’ ασκούν κατάλληλες πιέσεις που εναρμονίζονταν με την ευρύτερη πολιτική τους στοχοθεσία σχετικά με το Ανατολικό Ζήτημα.
Όπως είπε ο Θεοδόσης Κυριακίδης, οι ιεραποστολές στη Μικρασία είχαν έντονο κοινωνικό έργο, αλλά δεν κατάφεραν τον αρχικό τους στόχο να προσελκύσουν μουσουλμάνους στον χριστιανισμό, ενώ μετά τη γενοκτονία, τις διώξεις και τις δολοφονίες καθολικών ακόμη και στις αρχές του 21ου αιώνα, οι καθολικές ιεραποστολές έχουν συρρικνωθεί στο χώρο της σημερινής Τουρκίας.
Ο Βασίλης Φωτιάδης στο τραγούδι, ο Γεώργιος Μωυσιάδης στη λύρα και ο Κλεάνθης Σιαμλίδης στο νταούλι
Μετά το τέλος της εισήγησης του Θεοδόση Κυριακίδη, ακολούθησε καλλιτεχνικό πρόγραμμα από τους Μιχάλη Καλιοντζίδη στη λύρα και στο τραγούδι, Βασίλειο Φωτιάδη στο τραγούδι, Γεώργιο Μωυσιάδη στη λύρα και στο τραγούδι, και Κλεάνθη Σιαμλίδη στο νταούλι.