ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΩΥΣΙΑΔΗ
Έφυγε από κοντά μας ένας αγνός, ειλικρινής, και άδολος φίλος, ο Γιάννης Στεφανίδης, στα 63 του χρόνια από οξύ καρδιακό επεισόδιο, το Σάββατο, στις 17 Μαρτίου. Κατέληξε στα επείγοντα του νοσοκομείου της Πτολεμαΐδας, όπου μεταφέρθηκε με νοσοκομειακό από τα Κομνηνά, όπου έπαθε και το καρδιακό επεισόδιο. Ο Γιάννης Στεφανίδης ήταν ο τελευταίος κάτοικος του χωριού Περίβλεπτον (Καρακιόζ’) Δράμας, ασχολούμενος με την κτηνοτροφία.
Οι γονείς του ήρθαν πρόσφυγες από το χωριό Καρμούτ, Αργυρούπολης του Πόντου. Κατάγονταν από την πολυπληθή οικογένεια των Στεφανιδαίων, ήταν παντρεμένος και πατέρας τριών αγοριών. Όλη του η ζωή υπήρξε μία διαρκής βιοπάλη. Άοκνος, δημιουργικός και κοινωνικός έζησε με αξιοπρέπεια υπηρετώντας τις ανθρώπινες αξίες και τα ιδανικά προσφέροντας τα πάντα στην οικογένεια, στους φίλους και στους συγγενείς. Ο ποντιακός πολιτισμός με τις ανόθευτες βιωματικές του αξίες υπήρξαν οι καθημερινές του αγωνίες και τα ενδιαφέροντά του. Προσπάθησε σ’ όλη του τη ζωή να τον υπηρετήσει με ευθύνη και συνέπεια.
Ο Γιάννης Στεφανίδης κάθε φορά που του επέτρεπε ο χρόνος και η εργασία του έστηνε ένα λαϊκό γιορτάσι με φίλους και συγγενείς στο γραφικό και παραδεισένιο χωριό του, το πασίγνωστο «Καρακιόζ της Δράμας», πάντα με τους αγαπημένους του λυράρηδες και τραγουδιστές, τους Παναγιώτη Ασλανίδη, Χρήστο Τσενεκίδη και τον ανιψιό του Γιώργο Στεφανίδη, χωρίς να λείπει από το τραπέζι το εκλεκτό αγριογούρουνο. Πέρασαν χρόνια πολλά από τη δεκαετία του εβδομήντα, που νεαροί τότε πηγαίναμε στα ποντιακά στέκια της Θεσσαλονίκης. Παρέα με τον φίλο μας, τον καλόκαρδο, ευγενικό, χαμογελαστό και φιλόξενο Γιάννη, που είχε τις πόρτες πάντα ανοιχτές σε όλους τους φίλους, που τόσο αγαπούσε και τον αγαπούσαν.
Ο Γιάννης πάλεψε παλληκαρήσια με τον άσπλαχνο χάροντα, που ήρθε να κόψει το νήμα της ζωής του ξαφνικά και απροειδοποίητα μακριά από τον τόπο του. Δε λύγησε, δεν φοβήθηκε, αλλά έμεινε όρθιος μέχρι την στιγμή, που ήρθε το νοσοκομειακό. Έστειλε την αγάπη του στα αγαπημένα του πρόσωπα και προπάντων στο μικρό του εγγονάκι, που γεννήθηκε πρόσφατα στην Αυστρία, τον Γιαννάκη Στεφανίδη…! «Θ’ αποθάνω, Τάκη, κι ακόμαν ‘κ’ επέρα ‘ς σην εγκάλια μ’ τον εγγονό μ’, τον Γιαννάκη μ’».
Καλό ταξίδι, φίλε Γιάννη, από τον παράδεισο του ουρανού θα μπορείς ν’ αγκαλιάζεις όλους, όσους αγάπησες και σ’ αγάπησαν, ακόμη κι αυτούς που μπορεί να σε πλήγωσαν μη μπορώντας να συμπορευτούν με τα καλοκάγαθα αισθήματα και την αστείρευτη αγάπη σου για τους φίλους και συγγενείς…!
Άκ’σον την τραγωδία μ’…
Γιάννε, πουλί μ’, τσι ‘κι θα κλαίει, βρουλίεται και χάται,
όντες θ’ ακούει, πως έφυες εχπάστες κ’ εν επήες…
‘Συ έσνε τη χαράς κλαδίν και τη εγάπ’ς τσιτσέκι
αγρέλαφον τη ορμανί και τ’ οσπιτί στουράκι.
Πατρίδας έσνε όμνυσμαν και παρχαρί σκουντούλα,
‘ς σο μωχαπέτ αρχοντικός, χοροντζής, τραγωδιάνος.
Πώς ενεγροίξες κι έφυες, εχπάστες και θα πάς ι,
‘ς ση στράταν, τ’ ανεγνώριμον, και το σκοτεινεμένον΄.
‘Συ έεις μουράτια απλέρωτα κι ονέρτα χαρεμένα.
Τα παλικάρια σ’ τρίστρατα, σκοτούνταν απ’ οπίσ’ ισ’
κι η κάλη σ’, η μαυράχαρος την έλα σ’ αναμένει..!
Εσύ ‘ς σον πόνον ‘κ’ έρχουσνε, ‘ς σο βαϊνασίν ‘κ επόρνες,
για τ’ όλ’τς εσύ ενούνιζες και ν’ όλ’τς επαρηγόρνες..
τον κόσμον ενεδιάκρωσες και τ’ οσπιτί σ’ ορφάντες.
Γιάννε, τσιτσέκ τη παρχαρί και τη κοσμί σκουντούλα,
όθεν κι αν πας χρυσάγγελος θα στέκ’ς και παρλαεύεις
κι όθεν εφτάνε μωχαπέτ κερνάτορας ‘ς σα ψύα,
‘ς σα ψύα, τ’ αναμάρτετα, και τα συγχωρεμένα..!
Να είσαι καλοδρόμετος και καλοκονεμέμος
κι όλια τ’ ευχία τη κοσμί, ‘ς σα άχραντα τα ψύα σ’…!
Η φωτογραφία είναι το καλοκαίρι του 1974 στο Γώγο, στην Σταυρούπολη με τον Γιάννη και τον Στέφανο…