Στη συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με θέμα «Διεθνής Αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου: Στόχοι και προοπτικές», μίλησε ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Σπύρος Χαλβατζής, κατά τη διάρκεια των εργασιών του 8ου παγκόσμιου συνεδρίου ποντιακού ελληνισμού, που διοργανώνεται από την Διεθνή Συνομοσπονδία Ποντίων Ελλήνων (ΔΙΣΥΠΕ), στο δημαρχείο Πυλαίας – Χορτιάτη, στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης.
Στην παρέμβαση του ο Σπύρος Χαλβατζής που μίλησε εκ μέρους του ΚΚΕ ανέφερε: «Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι. Χαιρετίζουμε το 8ο Συνέδριό σας εκ μέρους του ΚΚΕ κι’ ευχόμαστε από την αρχή καλή επιτυχία στις εργασίες σας. Επιτυχία, όχι μόνον εδώ, αλλά και μετά απ’ αυτό για την προώθηση των στόχων σας. Για να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Για να αξιοποιήσετε όλα τα εργαλεία και τις δυνατότητες που έχετε για να κάνει βήματα στη ζωή η απόφαση του Συνεδρίου σας. Από την αρχή σημειώνουμε ότι, απαιτείται πολιτική βούληση της κυβέρνησης και της βουλής μακροπρόθεσμα και όχι στιγμιαία, με κάποιες γενικές και αόριστες τοποθετήσεις και δηλώσεις που συνήθως γίνονται στα συνέδριά σας από τις εκάστοτε κυβερνήσεις.
Κύριοι σύνεδροι. Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι, ένα τόσο μεγάλο και πολυσχιδές θέμα, δεν μπορεί να αναπτυχθεί ικανοποιητικά στα πλαίσια μιας ολιγόλεπτης παρέμβασης. Ωστόσο, επιθυμούμε η συμβολή μας στο Συνέδριό σας να είναι όσο το δυνατόν πιο ουσιαστική και εποικοδομητική. Καταρχάς, θα ήταν χρήσιμο να σταθούμε επιγραμματικά σε ορισμένα ζητήματα, που ενώ ως αιτίες και ως συνθήκες συνέβαλλαν -και δυστυχώς, συνεχίζουν να συμβάλλουν- καθοριστικά στην εξόντωση ολόκληρων εθνών και λαών, ωστόσο, τείνουν να υποτιμώνται ή να διαγράφονται εντελώς από οποιαδήποτε ιστορική προσέγγιση του θέματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζεται η συζήτηση σε μονοσήμαντες επεξηγήσεις, ανάγοντας τα πάντα σε φυλετικά ή θρησκευτικά κριτήρια, μη εξετάζοντας τις βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές διεργασίες που επέφεραν τη σφαγή των λαών της Ανατολής, πριν από 100 περίπου χρόνια.
Στους παράγοντες αυτούς, σίγουρα ανήκουν, τα σημειώνω εδώ κωδικοποιημένα:
Πρώτον, η άνοδος του Τουρκικού αστικού εθνικισμού και η επιδίωξη συγκρότησης ενός έθνους κράτους, στο οποίο η ανερχόμενη τουρκική αστική τάξη θα μπορούσε να αναπαραχθεί ως κυρίαρχη δύναμη. Στα πλαίσια αυτά το ισχυρό ελληνικό κεφάλαιο, όπως και το Αρμενικό, αποτελούσε σημαντικό εμπόδιο γι’ αυτούς.
(Χαρακτηριστική ως προς αυτό, είναι, για παράδειγμα, η ακόλουθη δήλωση που διατυπώθηκε στη διάρκεια σύσκεψης παραγόντων του κόμματος των Νεοτούρκων το 1915: “Αν η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου, μέχρι και του τελευταίου, είναι αναγκαία για την εθνική μας πολιτική, πολύ περισσότερο είναι αναγκαία για την εδραίωση της εθνικής μας οικονομίας”).
Δεύτερον, είναι η διείσδυση του γερμανικού ιμπεριαλισμού στις αγορές της Ανατολής και η ταύτιση του χριστιανικού στοιχείου με τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα των ανταγωνιστών του (δηλαδή της Αγγλίας και της Γαλλίας). Οι αναφορές του Αμερικανού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Henry Morgenthau ή του επικεφαλής της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Liman von Sanders είναι αποκαλυπτικές.
Έτσι, λοιπόν, ο βίαιος και βάρβαρος ξεριζωμός των Ελλήνων του Πόντου αλλά και άλλων μειονοτήτων από τις περιοχές του Εύξεινου Πόντου πριν από έναν αιώνα δεν ερμηνεύεται ολοκληρωμένα, αν δεν ενταχθεί στο ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιό της, αν δεν φωτιστεί το ιστορικό υπόβαθρο εκείνης της περιόδου.
Ο ποντιακός Ελληνισμός τότε βρέθηκε στη δίνη και έζησε στο πετσί του τις συνέπειες της διαμόρφωσης, της ανάπτυξης των εθνικών αστικών κρατών, όπως των νότιων Σλάβων στη Βαλκανική και πιο ειδικά των Αρμενίων, των Αράβων, των Τούρκων, κυρίως στην Εγγύς Ανατολή. Όλα αυτά, μάλιστα, μέσα σε συνθήκες χρόνιας αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που εξελισσόταν τότε βεβαίως και κάτω από τη διαρκή και άμεση επέμβαση των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών της Ευρώπης.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό - γεωγραφικό πλαίσιο και πιο συγκεκριμένα στη βίαιη διαδικασία διαμόρφωσης έθνους-κράτους από την τουρκική αστική τάξη, υπήρξαν άμεσες, καταστροφικές συνέπειες και σχεδιασμένοι διωγμοί των εθνικών μειονοτήτων, ανάμεσά τους φυσικά και της ελληνικής ποντιακής μειονότητας, αλλά και των άλλων πληθυσμών της Θράκης και της Μικράς Ασίας.
Οι συνέπειες, όμως, δεν ήταν ίδιες για όλους. Τους διωγμούς και τα βάσανα τα υπέστησαν κατά κύριο λόγο οι λαϊκοί άνθρωποι, η φτωχολογιά, καθώς αυτοί χρησιμοποιήθηκαν ερήμην τους για άλλους σκοπούς.
Οι Έλληνες του Πόντου δεν είχαν απέναντί τους γενικά και αφηρημένα τους Τούρκους, αλλά πριν απ’ όλους την τούρκικη αστική τάξη, που με το γενικευμένο αιματοκύλισμα επιδίωκε να εκτοπίσει το ανταγωνιστικό, για αυτή, ελληνικό κεφάλαιο.
Απέναντί τους, όμως, είχαν -και ας μη φαινόταν τότε και τόσο καθαρά- και την ελληνική αστική τάξη, που χρησιμοποίησε αδίστακτα τους ελληνικούς και άλλους πληθυσμούς στον Πόντο ως αντιπερισπασμό και ως μέσο πίεσης για τα δικά της ανταγωνιστικά συμφέροντα, εγκαταλείποντάς τους, κυριολεκτικά, την τελευταία κρίσιμη στιγμή στην τύχη τους.
Αυτοί οι ανταγωνισμοί των αστικών τάξεων, της ελληνικής και της τούρκικης, συνεχίζονται και σήμερα, σε νέο φυσικά πλαίσιο. Εντείνονται μάλιστα και συμπλέκονται και με τους ευρύτερους ανταγωνισμούς των μεγάλων σημερινών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, τροφοδοτώντας την τούρκικη επιθετικότητα με την κάλυψη του ΝΑΤΟ, αλλά και την προσπάθεια της ελληνικής αστικής τάξης για την περιβόητη γεωστρατηγική της αναβάθμιση στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Για το τελευταίο, κατά τη γνώμη μας, απαιτείται η επαγρύπνηση του ελληνικού λαού αλλά και των γειτονικών λαών.
Το τότε αποτέλεσμα των πολιτικών και των ανταγωνισμών αυτών των αστικών τάξεων και των δύο χωρών είναι γνωστό. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν και περίπου ενάμισι εκατομμύριο ψυχές πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Οι Πόντιοι που επαναπατρίστηκαν, τελικά, εγκαταστάθηκαν από τις ελληνικές αρχές κυρίως σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας, που σε πολλές περιοχές αποδείχθηκαν οικονομικά ακατάλληλες για τη συντήρησή τους, μιας και τα κριτήρια της εγκατάστασής τους δεν ήταν ανθρωπιστικά, αλλά πολιτικά. Οι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο μεταχειρίστηκαν οι αστικές κυβερνήσεις τότε τους πρόσφυγες άφησαν πίσω τους χρόνια προβλήματα, πολλά από τα οποία συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας.
Η προσφυγική αποκατάσταση υπήρξε μια μακρόχρονη τμηματική διαδικασία, η οποία για πολλούς πρόσφυγες θα διαρκούσε ακόμα και μια δεκαετία μετά την άφιξή τους στην Ελλάδα. Σε αυτό συνέβαλλαν και οι συνεχείς μετακινήσεις των προσφύγων, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, για να βρουν κατάλληλο τόπο για την εγκατάστασή τους.
Η οικονομική κατάσταση των προσφύγων και οι συνθήκες διαβίωσής τους υπήρξαν άθλιες, ενώ οι επιθέσεις ενάντιά τους δεν υπήρξαν μόνον φραστικές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις έλαβαν ακόμα και τη μορφή της φυσικής βίας από τους λεγόμενους πατριώτες και εθνικόφρονες της εποχής εκείνης. Για αυτό και είναι ιστορική αναίδεια και πρόκληση ο ίδιος ιδεολογικός πολιτικός χώρος σήμερα να προσπαθεί ψηφοθηρώντας να καπηλευτεί τα γνήσια αισθήματα του ποντιακού Ελληνισμού.
Το ΚΚΕ, οι κομμουνιστές έδωσαν και τότε μια τιτάνια μάχη, καταγγέλλοντας τις ψεύτικες διαχωριστικές γραμμές που ήθελε να επιβάλει ο αστικός κόσμος μεταξύ των προσφύγων και των ντόπιων εργαζομένων, στη λογική βεβαίως του «διαίρει και βασίλευε».
Ο ποντιακός Ελληνισμός, λοιπόν, έζησε στο πετσί του την προσφυγιά και έμαθε τι θα πει να μετακινείσαι σε εμπόλεμες ζώνες, τι θα πει εξαθλίωση, αρρώστιες, ρατσισμός.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας όλα αυτά τα χρόνια στήριζε και στηρίζει κάθε δίκαιη διεκδίκηση του οργανωμένου ποντιακού κινήματος, όπως και όλες τις διεκδικήσεις του λαού κόντρα στις επιλογές όλων των Κυβερνήσεων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στεκόμαστε στο πλευρό των χιλιάδων ομογενών που ύστερα από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την καπιταλιστική παλινόρθωση εγκαταστάθηκαν στην πατρίδα μας και συνεχίζουν μετά από τόσα χρόνια να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα αποκατάστασης.
Θεωρούμε ότι πρέπει να αναδειχθεί και να στηριχθεί πολύμορφα από το ελληνικό κράτος η πολιτιστική και πνευματική κληρονομιά και δραστηριότητα των Ποντίων όλων των γενεών. Η αξιοποίηση της ιστορικής μνήμης από τον λαό οφείλει να οδηγεί στην αποκάλυψη της εθνικιστικής ρητορικής, στην εξουδετέρωση του δηλητήριου του εθνικιστικού μίσους.
Τέλος, δηλώνουμε για άλλη μία φορά ότι, παραμένουμε σταθερά στο πλευρό των ποντιακών οργανώσεων και συλλόγων και στηρίζουμε παντού τις προσπάθειες που κάνουν και που το Συνέδριό σας προωθεί, για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Θα περιμένουμε τα αποτελέσματα των εργασιών σας, ευχόμενοι καλή επιτυχία», κατέληξε ο Σπύρος Χαλβατζής.