Μήνυμα προς την Τουρκία, αλλά και προς την πΓΔΜ, έστειλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος κατά τη διάρκεια του επίσημου δείπνου που παρέθεσε προς τιμήν του προέδρου της Βουλγαρίας Rumen Radev την Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017, ο οποίος πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, ενώ επανέλαβε ότι η Βουλγαρία αποτελεί στρατηγικό εταίρο της Ελλάδας.

Όπως είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, «η Ελλάδα και η Βουλγαρία διαμορφώνουν ένα σημαντικό πλαίσιο ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή, έχοντας αφήσει προ πολλού κατά μέρος  ιστορικές διαφορές και οικοδομήσει μια σχέση βασισμένη στην εμπιστοσύνη και την στενή συνεργασία, που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα σχέσεων καλής γειτονίας για όλες τις χώρες της περιοχής. Και θα μπορούσε, πράγματι, το παράδειγμα των δικών μας εξαίρετων διμερών σχέσεων να αποτελέσει υπόδειγμα καλής γειτονίας στα Βαλκάνια, διότι η Ελλάδα έχει θέσει όλα τα κρίσιμα εθνικά της θέματα εντός του ευρωπαϊκού και ευρύτερου διεθνούς πλαισίου. Πρόκειται περί σταθερής και αμετάβλητης στρατηγικής επιλογής, η οποία καθιστά απολύτως διαυγείς τις θέσεις της Χώρας μου, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό για την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των εκάστοτε διαβουλευομένων μερών.

Ειδικότερα: Ως προς το Κυπριακό –το οποίο βεβαίως αποτελεί διεθνές και, κυρίως, ευρωπαϊκό ζήτημα- επιδιώκουμε, το συντομότερο δυνατό, τη δίκαιη και βιώσιμη λύση του. Όμως, η Κυπριακή Δημοκρατία, ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του σκληρού πυρήνα της, της Ευρωζώνης, δεν είναι νοητή με περιορισμένη κυριαρχία, την οποία θα προκαλούσαν στρατεύματα κατοχής και αναχρονιστικές εγγυήσεις τρίτων.  Τούτο είναι αντίθετο προς κάθε έννοια Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου. Επιπλέον δε θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο έως και καταστροφικό προηγούμενο ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της κυριαρχίας κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ως προς τις σχέσεις μας με την Τουρκία και τα  Ελληνικά σύνορα, με έμφαση σ’ εκείνα του Αιγαίου, η Συνθήκη της Λωζάνης πρέπει, σύμφωνα με τον πυρήνα του Διεθνούς Δικαίου, να γίνεται απ’ όλους πλήρως σεβαστή. Κάθε αμφισβήτησή της, άμεση ή έμμεση, είναι αδιανόητη και αυτονοήτως απορριπτέα. Πολλώ μάλλον όταν οδηγεί σε αμφισβήτηση των συνόρων  όχι μόνον της Ελλάδας αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού τα εξωτερικά μας σύνορα είναι και ευρωπαϊκά σύνορα. Αυτό πρέπει να το κατανοήσει η Τουρκία, δοθέντος ότι η φιλία και η καλή γειτονία, τις οποίες εμείς σταθερά επιδιώκουμε, αλλά και η ευρωπαϊκή της προοπτική εξαρτώνται, αυτονοήτως, και από τον πλήρη σεβασμό του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο σύνολό τους.

Τέλος, ως προς την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, θέλω να τονίσω ότι κάθε μορφής προκλητική παραχάραξη της ιστορίας, που αποπνέει μάλιστα και αλυτρωτισμό, συνιστά παραβίαση της αρχής της καλής γειτονίας και βεβαίως ουδόλως ευνοεί την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αυτής. Με βάση τα προαναφερθέντα καθίσταται απολύτως σαφές ότι η Ελλάδα προσδιορίζει την στάση των γειτονικών μας χωρών -και αναμένει να πράττουν κι αυτές το ίδιο- υπό το πρίσμα του σεβασμού, πρώτον, του Διεθνούς Δικαίου στο σύνολό του, δεύτερον, του ευρωπαϊκού κεκτημένου και, τρίτον, της Ιστορίας. Υπ’ αυτή την τριπλή προϋπόθεση είναι έτοιμη και πρόθυμη να υποστηρίξει τόσο την ευρωπαϊκή προοπτική τους, όσο και την προσπάθειά τους για ένταξη στο ΝΑΤΟ.