Του δημοσιογράφου Γιώργου Γεωργιάδη προέδρου του σωματείου Δράσης Νίκος Καπετανίδης

20 Ιουλίου 2000

Η Ελλάδα ζει στον πυρετό του Χρηματιστηρίου.

Εμείς ζούσαμε τον δικό μας πυρετό στην Τραπεζούντα του Πόντου σε αποστολή της ΕΡΤ 3 που ενέκρινε ο τότε Γενικός και Πόντιος Διευθυντής Μιχάλης Αλεξανδρίδης που είχε τις ευαισθησίες του.

Τριμελές συνεργείο με τον Δημήτρη Μηνά στην κάμερα και τον επίσης Πόντιο Γιάννη Ψυτίλλη στον ήχο - φώτα.

Οι ημέρες ήταν πολύ δύσκολες γιατί συνέπεσε η αποστολή με την Μαύρη Ημέρα του Αττίλα στην Κύπρο.

Όμως το γκρουπ των προσκυνητών με οδηγό τον Αχιλλέα Βασιλειάδη ήταν προγραμματισμένο σε αυτές τις ημερομηνίες.

Πήγαμε αεροπορικά και εκεί συναντήσαμε το λεωφορείο του φίλου Τάσου Κυριακίδη από το Σχολάρι Θεσσαλονίκης.

Από το γκρουπ έλειπε δυστυχώς ο Παναγιώτης Σελβιαρίδης.

Ήταν ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης και ο Χρήστος Αντωνιάδης μεταξύ άλλων.

Τακτοποίηση κάναμε στο γνωστό Usta που πάντα προτιμώ έκτοτε γιατί είναι στην καρδιά της Ελληνικής πλατείας.

Ήταν το πρώτο μου ταξίδι επιστροφής στην Πατρίδα.

Οι μέρες λίγες, μόνο τρεις.

Έγινε ένα γλέντι υποδοχής στην Δαφνούντα στο μαγαζί του Χουσείν από τους Τούρκους φίλους του Σιαμίδη που συνεργάστηκαν μαζί του και ακούγονται τα ονόματα τους στα τραγούδια.

Την επόμενη μέρα πήγαμε στην Κατήρκαγια το Παρχάριν της Τόνυας που έκανε παγκόσμια γνωστό ο Χρύσανθος με το ομώνυμο τραγούδι του.

Ο Χρήστος Αντωνιάδης είχε πάρει από τον καλύτερο φούρνο της Τραπεζούντας ζεστό ψωμί τοπικό που δεν υπάρχει αλλού, έβαλε μέσα παγωμένο βούτυρο αγελάδας να λιώσει και πήρε επίσης και ένα κασέρι Καρς σκληρό.

Κάποια στιγμή στο Παρχάρ τον είδα να έχει γείρει πάνω σε μια ξερολιθιά σαν ποιμένας και να κόβει το κασέρι με απίστευτη ακρίβεια ως νευροχειρουργός που ήταν και να το μπολιάζει μέσα στο ψωμί που είχε γίνει κατακίτρινο από το λιωμένο βούτυρο.

Κατάλαβε την περιέργεια μου που τον κοιτούσα και μου είπε με αφοπλιστική ευθύτητα:

«Αούρημ αέτς εν να ζεις άμον Πόντιος».

Ήταν μια σκηνή ανθολογίας όπου ένας Σύγχρονος Πόντιος επανασυνδέθηκε τόσο αρμονικά στο περιβάλλον του μετά από 100 χρόνια.

Η Κατήρκαγια είχε γεμίσει με μυστικούς αστυνομικούς και Στρατοχωροφύλακες γιατί είχε έρθει ο αρχηγός των Γκρίζων Λύκων που ήταν και τότε στην κυβέρνηση.

Το γκρουπ έκανε ένα κυκλικό χορό που μπήκαν και γηγενείς Μουσουλμάνοι.

Ένας δίμετρος ξανθός με καταγάλανα μάτια λοχαγός στρατοχωροφύλακας βλέποντας την κάμερα μας να γράφει μας ρώτησε από πού είμαστε.

Σε σπαστά Αγγλικά. Είπε διάφορες χώρες του έλεγα «γιοκ».

Μου λέει τέλος πάντων από πού είστε;

Γιουνάν του είπα.

Μόλις άκουσε Γιουνάν έδωσε εντολή στο ένοπλο τμήμα του να κάνει πίσω και να μας αφήσει να κάνουμε την δουλειά μας ανεμπόδιστα.

Ποιός ξέρει τι Ιστορία είχε στο σόι του αυτός ο γίγαντας λοχαγός με τα κατάξανθα μαλλιά και γαλάζια μάτια.

Στην Παναγία Σουμελά επειδή η κάμερα μας ήταν και φαινόταν επαγγελματική δεν μας άφησαν να κάνουμε γύρισμα μέσα αλλά μόνο απέξω.

Κάναμε ωραίο γύρισμα στο Σαράχο στην λίμνη που τότε ακόμα ήταν ένα μικρό Ποντιακό γραφικό χωριουδάκι με κατοίκους που ζούσαν από τα ψάρια και τα πρώτα μαγαζιά όλα και όλα δύο ήταν.

Τα νεαρά παιδιά τους ήταν σερβιτόροι.

Όλα μιλούσαν άψογα Ποντιακά και οι παραγγελίες δινόταν μόνο στην γλώσσα μας.

Γεγονός που επέφερε πολλά χαρτζιλίκια από το γκρουπ καθώς είχαν συγκινηθεί από την αγνότητα των παιδιών και την προθυμία τους να εξυπηρετήσουν κάποιους που φαινόταν τουρίστες αλλά τελικά δεν ήταν τουρίστες και μιλούσαν και την γλώσσα του παππού και της γιαγιάς στο σπίτι.

(Μετά από 15 χρόνια γνώρισα το ένα σερβιτοράκι και με αναγνώρισε και αυτό, είχε πλέον ένα δικό του πανέμορφο καφέ με παιδότοπο).

Στο ξύλινο γεφυράκι δίπλα στις πέστροφες ο Χρήστος Αντωνιάδης μίλησε στην κάμερα σε μια μοναδική εξομολόγηση του για τα συναισθήματα του στον Πόντο και τραγούδησε κι όλα.

Με τον Αχιλλέα και τον Σιαμίδη.

Την τελευταία μέρα πήγαμε στην Ματσούκα στου Πάντσου το μαγαζί (είχε γιαγιά Ελληνίδα που έμεινε εκεί εξ ου και το προσωνύμιο Πάντσος).

Εκεί γνώρισα πρώτη φορά τον Σαλίχ από την Λιβερά που τον είχα δει σε παλαιότερα βίντεο άλλων εκδρομών.

Η πρώτη υποδοχή έγινε στην Παναγία Σουμελά που μας τραγούδησε.

Στο μαγαζί τον βάλαμε μικρόφωνο να μιλήσει.

Μαζί με τον Αχιλλέα και τον Ιεροκλή που πήραν τον δικό μου ρόλο.

Ο Σαλίχ εξιστόρησε την μαρτυρία του.

Αυτό που μας συγκλόνισε ήταν η περιγραφή των πρώτων ωρών από την Έξοδο των δικών μας κατά την εποχή της Γενοκτονίας.

Μέχρι και οι γάτες και τα σκυλιά είπε τα είχαν καταλάβει όλα και έκαναν σαν τρελά και θα έτρωγαν αυτούς που θα έμεναν εκεί.

Ούρλιαζαν και χυμούσαν δάγκωσαν και με τα νύχια ήθελαν να επιτεθούν από τον πόνο του χωρισμού.

Ο Σαλίχ ήταν μάρτυρας των πορειών θανάτου των Ελλήνων Χριστιανών που ερχόταν από τον Νότο.

Στο τέλος ονομάτισε τον υπεύθυνο.

Μουσταφά Κεμάλ.

Αυτή την φράση δεν την έβαλα στο υλικό που έπαιξε στη ΕΡΤ.

Είχε παιδιά εγγόνια δισέγγονα.

Όλοι όμως στο τραπέζι κεραυνοβοληθήκαμε.

Ο Αχιλλέας με κοίταξε στα μάτια σαν να μου έλεγε «τι κάνουμε τώρα;».

Αφού τελείωσε η συνέντευξη άρχισε ο χορός δίπλα ακριβώς στον Πυξίτη.

Ο Σαλίχ σηκώθηκε και χόρεψε παρά τα 100 χρόνια στην πλάτη του.

Έδωσε και μια ευχή ο Θεός να δίνει χρόνια να ανταμώνουμε.

Ο Αχιλλέας ήταν το αγαπημένο παιδί του Σαλίχ.

Τον αγαπούσε σαν παιδί του και τον περίμενε κάθε χρόνο με ανυπομονησία.

Μας είπε τόσο ωραία τραγούδια ο παππούς αυτός με τόση ομορφιά στην προσωδία και γλώσσα.

Είχε ένα απόλυτα Αριστοφανικό χιούμορ.

Οι ντόπιοι τον θεωρούσαν Έλληνα.

Όταν ερχόταν κάποιο γκρουπ στην Ματσούκα του έλεγαν «Εσύ Ρωμαίος είσαι δέβα με τ' ατουνούς».

Σε μια ώρα αράδιασε 100 στίχους της Παναγίας Σουμελά.

Ήταν Υμνητής Της.

Δεν άκουσα ποτέ κανέναν να υμνεί την Σουμελά με τόση κατάνυξη και σεβασμό με την συνοδεία της Λύρας.

Σε βαθμό που να λυγίζει και να κλαίει.

Αυτό το ταξίδι μου άλλαξε την ζωή και την χάλασε κι όλα.

Πριν πάω έλεγα ότι είμαι Πόντιος.

Αφού πήγα, κατάλαβα πόσο βαρύ φορτίο κουβαλά αυτή η φράση και δεν είναι καθόλου εύκολο να λες ότι είσαι Πόντιος.

Και όσα έγιναν μετά από αυτό το γκρουπ στα επόμενα 25 μου ταξίδια επιστροφής έμελλε να αλλάξουν για πάντα την οπτική μου για την Ελλάδα την ζωή μου και την πολιτική.

Ο Αχιλλέας ήταν ο άνθρωπος που μπορώ να τον παρομοιάζω σαν τον αιώνιο Σαλίχ.

Σαν τον αιώνιο Αριστοφάνη.

Σαν τον αιώνιο Πόντιο που με την αύρα και το φως του ανοίγει τα ταφία, τα οσπίτα, τα εγκκλεσίας, τα μαναστήρα, τα κεπία, τα ορμία, τα ορμάνια, τα ποτάμα, τα πόρτας και παράθυρα, τα στράτας και τα μαχαλάδες που τσοκεύνε τ' αραπάδες, το Κουλάτ και τα Καμμένα.

Τη Σπέλεα σον Ανέφορον.

Του Κουσπιδή.

Την Σκόπεα και την Τσιμεράν.

Το Σίχτορμη και τον Αε- Φωκάν.

Τη δείσαν και τα πεγαδομμάτεα.

Τα Πλάτανα ασού εβρόντεσεν.

Την Τόνια, τα Σούρμενα και την Γεμουράν.

Την Ώτσενα και το Ασπαλό, Αρχάγγελο, Καλλίστη.

Περιστερεώτα, Βαζελών και Παναΐα.

Αγιά Σοφά και Λαρχανή.

Σα ελάτα και σα οξέας.

Αιωνία η μνήμη σου Αχιλλέα και όλων των μυημένων στα Ποντιακά Μυστήρια.