ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, δημοσιογράφου, προέδρου του Σωματείου Δράσης «Νίκος Καπετανίδης»:
Σήμερα στο Μεσσιανό Γιαννιτσών 14.00 μ.μ. Ο Ποντιακός Ελληνισμός θα αποχαιρετήσει τον Αχιλλέα Βασιλειάδη. Από χτες με το άγγελμα αυτής της πνιγηρής είδησης, δεκάδες σκέψεις κατέκλυσαν τον νου.
Εμείς που μεγαλώσαμε μέσα στα χέρια του και κάτω από την σκιά του , πώς θα αντικρίζουμε πλέον τα όνειρα και τα οράματα που μας έφεραν στην Πατρογονική γη μας; Διότι ο Αχιλλέας ήταν ένας Φωτοβόλος πολλαπλασιαστής,με την παρουσία του και μόνο σκόρπιζε αισιοδοξία, πειθώ, λάμψη, ευεξία, γέλιο, άλλαζε το γκρίζο τοπίο σε ένα δευτερόλεπτο, έδινε κουράγιο και ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά.
Ο Αχιλλέας ήταν μέσα σε πολλά πράγματα χωρίς να διαφημίζει την κινητικότητα του.
Είχε τον μαγικό τρόπο να προσεγγίσει ανθρώπους με πυγμή και ισχύ και να τους κάνει πιστούς στα οράματα του Πόντου.
Αν υπήρξε ποτέ άνθρωπος που μάλωσε με τον Αχιλλέα τότε δεν θα έπρεπε ο άνθρωπος αυτός να ανήκει στην πολιτισμένη κοινωνία.
Ήταν αδύνατον να μαλώσεις με τον Αχιλλέα.
Χτες συνειδητοποίησα ότι αν από το 1994 στο παλιό Παρακάθ, κρατούσα κάθε βράδυ σημειώσεις και είχα και μια φωτογραφική μηχανή μαζί μου, θα έγραφα τώρα όλη αυτή την Μυσταγωγία με λεπτομέρειες. Δυστυχώς δεν το έκανα. Ίσως γιατί ήταν τόσο εκτυφλωτικές οι στιγμές που ήταν αδύνατον να σκεφτείς να κρατάς σημειώσεις.
Ίσως γιατί όλοι ενδόμυχα πιστέψαμε ότι ο Αχιλλέας είναι αθάνατος.
Το Διαδίκτυο έχει κατακλυστεί με χιλιάδες μηνύματα. Αυτό δεν γίνεται για τον καλλιτέχνη Αχιλλέα μόνο. Αλλά κυρίως τον άνθρωπο Αχιλλέα. Ο λόγος είναι ότι δεν αρνήθηκε σε κανέναν μα σε κανέναν οπουδήποτε να δώσει παρών και να βοηθήσει με ανιδιοτέλεια. Αυτή είναι η μέγιστη αμοιβή του σήμερα. Μετά θάνατον.
Ήταν τραγουδιστής, ηθοποιός, χορευτής, δούλεψε σε γεωτρήσεις, άνοιξε μαγαζιά, χοράρχης, επιμελήθηκε εκπομπές, έκανε τα ταξίδια στον Πόντο ως ξεναγός. Παρουσίασε τα Φεστιβάλ στην Ελλάδα και Γερμανία. Ήταν μια δύναμη επιρροής για τον Ποντιακό Ελληνισμό σε όλα.
Μίλησε με πανίσχυρους επιχειρηματίες σαν παιδί, ταπεινά και ως Αχιλλέας πάντα στην Ποντιακή Διάλεκτο και του φερόταν με αδιανόητο σεβασμό και αγάπη, γινόμενοι και οι ίδιοι μαζί του παιδιά. Υπήρξα μάρτυρας τέτοιων σκηνών. Θα μπορούσε ο Αχιλλέας εν γνώσει του να χρησιμοποιηθεί από τον Ποντιακό χώρο για πολλά και μεγάλα πράγματα σε αυτό. Θα το ήθελε και ο ίδιος και θα πετύχαινε. Υπήρξαν δύο περιστατικά που είδα ο ίδιος με δύο πανίσχυρους οικονομικά Ποντίους.
Ο Αχιλλέας τους είχε γοητεύσει και τους αφαίρεσε κάθε άλλο "κουστούμι" αφήνοντας τους " γυμνούς" μόνο με την Ποντιακή παιδικότητα.
Ο Αχιλλέας είχε πολλούς φίλους στην Τέχνη τα ΜΜΕ την πολιτική,την Επιστήμη,το Επιχειρείν,τον Αθλητισμό.
Όλοι τον αγαπούσαν γιατί συμβόλιζε ένα Φωτεινό Φάρο γνώσης, ήθους, αισθητικής, χαράς και αισιοδοξίας μέσα σε ένα περιβάλλον χαλαρότητας και καλής παρέας. Δημιουργούσε το καλό κλίμα. Έδενε διαφορετικούς ανθρώπους μεταξύ τους και ήταν ο συνδετικός τους κρίκος. Ήταν οξύνους, ευρυμαθής και αντιλαμβανόταν πλήρως τις αλλαγές γύρω του. Θα μπορούσε να είναι το μεγάλο όπλο της Ποντιακής Οικογένειας. Από σεμνότητα δεν το απαίτησε και ποτέ δεν το ζήτησε. Το ήθελε όμως.
Ο εκπατρισμός μας από τα προγονικά χώματα του Πόντου, μας αφαίρεσε την δυνατότητα της αναπαραγωγής στον τόπο μας για να διατηρήσουμε τα ίδια γενετικά, γλωσσικά, πολιτιστικά χαρακτηριστικά τόσων αιώνων. Ήταν σαφές από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης μας εδώ, ότι σε κάποια χρόνια με την απώλεια την βιολογική των πρώτων γενεών θα χάναμε αυτή την αλυσίδα.
Με την απρόσμενη και πρόωρη αποχώρηση του Αχιλλέα υπέστημεν μια πολύ βίαιη προσγείωση. Η σφαλιάρα είναι Ομηρική. Είναι πολύ σκληρή και επώδυνη. Μπαίνει και χωράει σε ένα φέρετρο αυτό το χαμόγελο αισιοδοξίας; Μπορεί να θαφτεί ο αρχηγός των αποστολών στον Πόντο; Είναι δυνατόν να σιγήσει η φωνή της Μαυροθάλασσας.
Της Πατρίδας έχασα. Του Εντώκα τον Ανέφορον. Του Αργώς ευρέθες εμπροστά μ'.
Του Πυριχίου με τον Καλούση. Του Βέβαια με την Στοφορίνα. Του Χαβιτσάνον.
Του συνοδού του Γωγοπούλ. Της φωνής των Φεστιβάλ στις Γερμανίες. Του υποδοχέα -μύστη των Αχράντων μυστηρίων στο Παρακάθ. Του αφηγητή των καλύτερων ανέκδοτων και ιστοριών της Πατρίδας;
Όπως είπαν σωστά οι Δημητροί όντως: Τέλος εποχής. Τυχεροί που την ζήσαμε. Άτυχοι που θα την δούμε να κλείνει. Ο Πόντος δεν θέλει να πεθάνει. Να μην τον αφήσουμε να πεθάνει στα χέρια μας.
Χάσαμε έναν μεγάλο οδηγό μας στην πορεία προς τον Ποντιακό επανακαθορισμό. Μην χάσουμε την πυξίδα. 3000 χρόνια είναι πάρα πολλά για να τα δώσουμε όλα μια κλωτσιά. Ο Πόντος αξίζει να ζήσει. Αχιλλέα όλη η Τραπεζούντα σε ψάχνει σήμερα.
«Βασιλιάς σε αυτόν τον κόσμο, βασιλιάς και στον άλλο κόσμο».
Δεν τον βάπτισαν τυχαία Αχιλλέα. Η γιαγιά Αγάπη και ο παππούς ήθελαν Αρχαιοπρεπή ονόματα στα νεώτερα μέλη. Ήταν Βασιλιάς από κούνια όπως πρόσταζε και το επώνυμο. Βασιλιάς τις Κιμισχανάς. Της Μυθικής Αργυρούπολης.
Ήταν ένα μικρό παιδί ξανθό και όμορφο,σκανταλιάρικο που παίδευε την Σωτήρα και τον Φίλλπον. Οι αφοπλιστικές του απαντήσεις στην νηπιακή του ηλικία συζητούνταν μήνες στο χωριό του την Αργυρούπολη Δράμας. Ήταν ζωηρός στο σχολείο και στα αθλήματα. Ψηλός, ευθυτενής, γόης, δάμαζε συναισθήματα και σκέψεις.
Ήταν πάντα με ένα πλούσιο χαμόγελο στα χείλη έτοιμος να δώσει την παράσταση στην παρέα σκορπίζοντας το φως και την σκωπτική μανιέρα της γιαγιάς Αγάπης σε κάθε συμμετέχοντα.
Η γιαγιά Αγάπη ήταν ο δεύτερος του εαυτός. Μια ζωντανή υπόμνηση της παρουσίας της στην γη.
Στον Οίκο Ακρίτα Φοιτητή στην Θεσσαλονίκη ως φοιτητής ήταν ο αρχηγός της παρέας χωρίς να έχει βλοσυρά χαρακτηριστικά αρχηγού. Ήταν απλά ο Αχιλλέας.
Που σαν ασπίδα του απρόσιτου αλλά τόσο ανθρώπινου Μεγάλου Κιαγχίδη έλυνε τα προβλήματα όλων με ένα τρόπο μαγικό γιατί απλά ήταν ο Αχιλλέας.
«Ααπητά και αξέχαστε Γιάννε Ορφανίδη η αποφράς ημέρα που ο Χάροντας επαιρέ σε από κοντά μας, νέπαι πάτ’ και τέρεν πώς έγραψεν» έλεγε ο Κιαγχίδης στον ευρισκόμενο σε στάση προσοχής, άπνοο, Αχιλλέα που τον ηχογραφούσε τον λόγο του στα παλιά μαγνητόφωνα της δεκαετίας του 1970.
Μετά ήρθε ο Ερμής δύσκολος και αυτός πολύ δάσκαλος του θεάτρου αλλά μεγάλος στην Τέχνη. Μόνο ο Αχιλλέας μπορούσε να τον χειριστεί απλά γιατί ήταν ο Αχιλλέας.
Ο Γ. Κ. Φωτιάδης τα θεατρικά έργα με τον Χαβιτσάνον που ο Αχιλλέας έπαιξε τον ρόλο της ζωής του, ο Σύλλογος Ποντίων Φοιτητών που ήταν το πραγματικό του σπίτι με τους αδελφικούς φίλους του που έγιναν και κουμπάροι του ο Αδάμ, ο Παναγιώτης Σελβιαρίδης, ο Χρήστος Αντωνιάδης με τον Κώστα Σιαμίδη και τον Κουρτίδη μέχρι να γίνει η επανάσταση:
Το Παρακάθ. Στην αερογέφυρα Σταυρούπολης άλλαξε η μοίρα του Ποντιακού Ελληνισμού μετά από 70 χρόνια. Σε εκείνο το μικρό 150 θέσεων όμορφο μαγαζί που ήταν το Ποντιακό Πανεπιστήμιο στην είσοδο σε περίμενε ένας κύριος με γραβάτα κουστούμι με ένα τεράστιο χαμόγελο και μια αγκαλιά και έναν καλό λόγο πάντα.
Ο Αχιλλέας.
Κάποτε ήρθαν από την Αργυρούπολη Δράμας να τον δουν μια παρέα μεγάλων σε ηλικία. Στην επιστροφή ένας ηλικιωμένος ρώτησε τι ακριβώς έκανε ο Αχιλλέας στο μαγαζί. Η απάντηση όσων είχαν πάει ήταν: "Κι ξέρω στέκ' ση πόρταν κιαν και φιλεί τον κόσμον".
Έτσι έμπαινες στο Παρακάθ. Στην γωνία δεξιά ήταν δύο τραπέζια. Ένα του νονού του Παρακάθ του Χρήστου Αντωνιάδη και το άλλο του Τάσου Κυριακίδη του Εκδότη Κιμισχαναλή που δέσποζε με την παρουσία του στον χώρο σαν παλιός δανδής πάντα δοτικός και με συναισθήματα απόλαυσης για αυτό που ζούσε. Εμείς στο περίφημο μπαρ με τον Κουρτίδη τον Τάσο τον Ξενίδη τον αείμνηστο και τον Γιώργο Συμεωνίδη να λύνουμε εξισώσεις της Ελληνικής Γραμματείας.
Ο αμίλητος Σιαμίδης έδινε κάθε βράδυ ασύλληπτα ρεσιτάλ με την Λύρα μέχρι εξοντώσεως.
Στο Παρακάθ αναστήθηκε το Ποντιακό τραγούδι της παρέας όπως ήταν στον Πόντο ακριβώς αλλά με μια μεγάλη λεπτομέρεια. 70 χρόνια μετά την έλευση μας στην Ελλάδα ενώνονταν οι πλούσιοι και μορφωμένοι της φυλής με τους φτωχούς και βασικής εκπαίδευσης. Όλοι γινόταν ΕΝΑ. Αυτό δεν έχει γίνει ποτέ πουθενά.
Και η συγκολλητική ουσία ήταν ο Αχιλλέας.
Στο Παρακάθ χόρεψαν Σέρα χωρίς πρόβα ένας Πόντιος της Αυστραλίας δεύτερης γενιάς με έναν Τούρκο Πόντιο που δεν είχαν έρθει ποτέ στην Ελλάδα πριν και οι δύο.
Ήρθαν μεγάλες προσωπικότητες της Ελληνικής Τέχνης και προσκύνησαν.
Όταν το μαγαζί το πήρε ο δρόμος για να γίνει διαπλάτυνση είχε μείνει ένα κομμάτι της εξωτερικής μαρμάρωσης σαν φύλλο μόνο λίγα εκατοστά.
Όταν το είδα αισθάνθηκα σαν να είδα ένα κομμάτι της συλλογικής ψυχής μας που δεν ήθελε να πεθάνει.
Είχα την τύχη να συνεργαστώ για το δίσκο Μαυροθάλασσα να κάνω με τον Αχιλλέα και τους άλλους φίλους τηλεοπτικά αφιερώματα στην ΕΡΤ 3 για τον Πόντο και το Παρακάθ αλλά και στην Κωνσταντινούπολη.
Κάναμε θεατρικές παραστάσεις συναυλίες εκπομπές πάντα ο Αχιλλέας ήταν της προσφοράς. Ήθελε πάντα απλόχερα να δίνει.
Στον Πόντο ζήσαμε μαζί μοναδικές στιγμές. Όλη η Τραπεζούντα λάτρευε τον δικό της Αχιλλέα και αυτός την θεωρούσε πατρίδα του μαζί με την Αργυρούπολη. Η απέλαση του τον πλήγωσε βαθιά. Ο τρόπος που μετέφερε με ασφάλεια τους ταξιδιώτες ήταν εκπληκτικός. Με τα ανέκδοτα τις ιστορίες το τραγούδι. Εκείνο το πρώτο μαγικό ταξίδι με τον Χρύσανθο.
Στα Φεστιβάλ της Γερμανίας ο παρουσιαστής ο εμπνευστής ο υποστηρικτής με τον κοινό αδελφικό μας φίλο τον δάσκαλο τον Χρήστο Παπαδόπουλο. Θυμάμαι ένα ξημέρωμα στο Βούπερταλ είχε δώσει ένα τέτοιο απίστευτο ρεσιτάλ με τα ανέκδοτα στα όρθια στην ρεσεψιόν που μέχρι και ο Χρήστος ο Γαλανίδης αυτός ο μεγάλος ευπατρίδης που ήταν πάντα μετρημένος είχε πλήρως απορρυθμιστεί από τα γέλια.
Ή στην Φραγκφούρτη σε ένα ξενοδοχείο με 30 ορόφους στο μουχαπέτ μετά το Φεστιβάλ μέχρι το πρωί αφού μείναμε λίγοι ο Αχιλλέας σταμάτησε κάποια στιγμή και κάλεσε έναν Μαύρο Αμερικανό πιανίστα που έπαιζε μοναχικά στο ισόγειο και του είπε: «Εσύ μαναχός παίζς; Έλα κάθκα αδά με τ' εμάς».
Ο καημένος ο Αμερικανός προσπαθούσε να καταλάβει σε ποιά γλώσσα τα άκουγε αυτά.
Τα τελευταία χρόνια ο Αχιλλέας είχε σοβαρά θέματα υγείας τα οποία διεκτραγωδούσε με χιούμορ.
Ήταν σαφές ότι θα τραγουδούσε μέχρι την τελευταία στιγμή όπως και έγινε.
Με την απόδραση στα Ουράνια πλατώματα του Αχιλλέα κλείνει ένας πολύ μεγάλος κύκλος Ελλήνων του Πόντου που δυστυχώς δεν μπορεί να αναπληρωθεί.
Ήταν ένας και μοναδικός. Γιατί ήταν τα πάντα. Ήταν ο Αχιλλέας. Ήταν ταπεινός και ποτέ υπερφίαλος. Έδωσε πολλά πήρε ελάχιστα. Προσωπικά είμαι συγκλονισμένος. Ευτυχώς πρόλαβα να του δώσω αντίδωρο δύο εκδηλώσεις για την προσφορά του επί 50 έτη. Μια στην Αργυρούπολη Δράμας και μια στον τόπο που ζούσε στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης με την Ένωση Ποντίων Αργυρούπολης Αττικής που τον αγαπούσε πολύ.. Αυτό με αναπαύει λίγο.
Μέσα στην μαυρίλα των λοκτάουν του κόβιντ πήγα να τον δω στην πλατεία δίπλα στο σπίτι του. Καθίσαμε ώρες.. Μάζεψε όλον τον κόσμο γύρω του που δειλά δειλά βγήκε από τα σπίτια. Με το γέλιο την παρέα του την καλοσύνη του το χιούμορ του. Ο συγχωρεμένος ο μπαμπάς μου τον λάτρευε κυριολεκτικά.. Προσπαθώ να εξηγήσω στον εαυτό μου πώς έγινε και έφυγε την ημέρα της γιορτής του.
Είμαι βέβαιος ότι τώρα κάπου θα είναι με τον Χρήστο Αντωνιάδη και θα γελάνε.
ΥΓ: Χτυπούσε το τηλέφωνο με αριθμό 6976082945.
«Πόστα πού είσαι, έλα ας ελέπω σε»…
Ρούλα, Χριστίνα καλό κουράγιο.