Το βιβλίο του Αντώνη Παυλίδης «Η ΧΑΛΑΜΟΝΗ» είναι ένα μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας δεν πλάθει τον μύθο. Το βιβλίο δεν περιέχει τίποτε το φανταστικό. Απλά η ατελείωτη σειρά των γεγονότων θα φανεί φανταστική στον ανυποψίαστο αναγνώστη, που δεν γνωρίζει την ιστορία του Πόντου.

Θα μπορούσε κανείς να το δει αρνητικά, χρεώνοντας έλλειψη προσωπικής φαντασίας στον συγγραφέα. Μα δεν ήταν απαραίτητο! Με τη βασική επιλογή των τριών ηρώων και των βιωμάτων τους, ο συγγραφέας καταφέρνει να χτίσει την κλασική δομή κάθε καλού μυθιστορήματος με τα υλικά του μύθου και της πλοκής.

Αληθινά το μυθιστόρημά του σε συνεπαίρνει περιγράφοντας πραγματικά δεδομένα και ιστορικές αλήθειες.

BIBLIO.PAVLIDIS.ANTONHS.XALAMONH.LIBANIS

Στις σελίδες του ο συγγραφέας, κουβαλά το ψυχολογικό πρόβλημα της γενιάς μας. Όλων ημών που ακούγαμε στην παιδική μας ηλικία τα παραμύθια στην πλάτη της γιαγιάς μας, για άλλους ήρωες, σε φανταστικούς κόσμους και που τρομάξαμε μεγαλώνοντας όταν ανακαλύψαμε πως τα παραμύθια ήταν οι πραγματικές ιστορίες των δικών μας ανθρώπων, όσων γνωρίσαμε και όσων δεν προλάβαμε να γνωρίσουμε. Όλων ημών που παρατηρούσαμε τα Ψυχοσάββατα, να μην χωρούν στο δίσκο με τα κοκκία τα πολλά κεριά, που το καθένα από αυτά αντιστοιχούσε σε κάποιο όνομα, που εμείς δεν γνωρίσαμε ποτέ.

Κάθε περιγραφή στο βιβλίο κρύβει μέσα της έναν πλούτο λαογραφικών και ιστορικών γνώσεων. Τίποτε δεν είναι φανταστικό.

Αν δοκιμάσει ο αναγνώστης να ξεφτίσει το πανί κάθε περιγραφής, θα ανακαλύψει τα ατελείωτα νήματα λαογραφικών δεδομένων, τα οποία έχουν πλεχθεί στον αργαλειό του συγγραφέα.

Οι πλούσιες περιγραφές συγκροτούν και παρουσιάζουν πλήρως στον αναγνώστη το τοπίο, όπου εξελίσσεται η ιστορία του Πόντου.

Για τον αναγνώστη που γνωρίζει, ο συγγραφέας δείχνει ότι ξέρει καλά την ιστορία, την λαογραφία, τις κοινωνικές δομές, τις συνήθειες και γενικά τον τρόπο ζωής των κατοίκων στον Πόντο.

Ο Συγγραφέας είναι ταξιδεμένος στον Πόντο κι αυτό φαίνεται από την συχνή εναλλαγή των ιστορικών εποχών με επαναφορά πάντα στη γη της Τραπεζούντας και της Σαμψούντας, στον ακριβή χρόνο της περιγραφής. Το ίδιο συμβαίνει και για την Πόλη. Πλούτος πληροφοριών συνοδεύει σε κάθε βήμα τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος. Οι δρόμοι, τα κτίρια, οι άνθρωποι, η πολυχρωμία των αγαθών, ακόμη και ο τρόπος κίνησης του πλήθους. Μαζί με αυτά και κάθε σημαντικό κομμάτι της ιστορίας που σχετίζεται με αυτά. Αλλά ακόμη και για τα μακρινά βάθη της Ανατολίας, για άλλους λαούς, Κούρδους, Αρμένιους, Αρχαίους Ασσυρίους, για τις θρησκείες, τους ναούς και τα σύμβολά τους: Ονόματα, ήθη, έθιμα, φαγητά, ρούχα, τραγούδια, σπίτια, μεταλλεία, εκκλησίες, τζαμιά, κάστρα, όλα υπάρχουν μέσα στο βιβλίο ως σκηνικό για τον ρόλο του Χρήστου, ο οποίος αναζητεί μέσα από αυτό το σκηνικό, την προσωπική και οικογενειακή του ιστορία, στο τέλος την προσωπική του γαλήνη. Ταυτόχρονα μέσα από τους θρύλους και την κοσμοθεωρία του κάθε λαού, ο συγγραφέας αντλεί διδάγματα τα οποία μεταφέρει άκοπα και χωρίς να τσιγκουνεύεται καθόλου στον αναγνώστη.

Θα μπορούσε, χρησιμοποιώντας τον ίδιο αριθμό στοιχείων και πληροφοριών, να γράψει δύο και τρία βιβλία, ίσως μια καθαρή τριλογία. Αντίθετα όμως φαίνεται αποφασισμένος, να δώσει όλα όσα ξέρει και μπορεί στον αναγνώστη, επιβεβαιώνοντας την ψυχολογία του ως αγνού Πόντιου νοικοκύρη. Θέλει να χαρίσει ότι έχει στον μουσαφίρη του σπιτικού της γνώσης και της ψυχής του, που δεν είναι άλλο από το βιβλίο του.

Απλόχερα σου προσφέρει τις γνώσεις του για όλα: Για τις συνήθειες , τα επαγγελματικά μυστικά, εργαλεία, σκεύη, υλικά, τρόπους δουλειάς, τους χρόνους που χρειάζονταν για κάθε κίνηση, τις στάσεις και τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ειδικά όταν επρόκειτο για αλλοεθνείς ή αλλόπιστους.

Ο μυημένος αναγνώστης και παρατηρητής θα μπορέσει να διακρίνει τις λεπτές διαφορές κάθε περιγραφής του ταξιδιώτη, κάθε φορά πρωταγωνιστή.

Αν και για διαφορετικές εποχές, ο παρατηρητής αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια αδιόρατη «απάτη» του συγγραφέα, ο οποίος χρησιμοποιεί και ταυτίζει τις προσωπικές του εμπειρίες με αυτές των πρωταγωνιστών του.

Το εντυπωσιακό όμως είναι πως το καταφέρνει τέλεια.

Όχι μόνον λόγω των πολλαπλών γνώσεων του για το πώς ήταν η ζωή το περιβάλλον και οι άνθρωποι κάθε εποχής, αλλά γιατί στον Πόντο έως και ελάχιστες δεκαετίες πριν, η ιστορία συνωμοτούσε με την φύση και τους ανθρώπους και δεν άλλαζε τίποτα.

Όλα σχεδόν παρέμεναν ίδια. Οι δρόμοι, τα σπίτια, τα υλικά, οι άνθρωποι. Όπως ξέρουμε η εικόνα του Πόντου αλλάζει βίαια μόλις την δεκαετία του 1990, λόγω της μαζικής επιστροφής των προσφύγων από το εξωτερικό αλλά και το εσωτερικό της Τουρκίας και της επακόλουθης εκρηκτικής ανάπτυξης.

Όπως βέβαια και στην σύγχρονη πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Η περιγραφή της είναι διανθισμένη με πλούσια στοιχεία για κάθε γωνιά της, σε πείθει περισσότερο πως και εδώ στην σύγχρονη εποχή ο άλλος ήρωας, ο Λάζος, βλέπει, ακούει, μιλά και σκέφτεται μέσα από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Με την επιλογή του να παρουσιάσει τρεις (3) γενιές Ποντίων της ίδιας οικογένειας αλλά και τις ιστορίες των παράλληλων ηρώων, καταφέρνει να γνωρίσει καλά στον αναγνώστη το οδοιπορικό της εξόδου από την πατρίδα, προς κάθε καινούργια πατρίδα.

Την οποία επίσης παρουσιάζει με τον ίδιο λεπτομερή τρόπο.

Για τη ζωή των ανθρώπων, τις δυσκολίες, τον περιβάλλοντα χώρο και τα υλικά που τον συνθέτουν, πάντα στον ακριβή χρόνο της περιγραφής, με πολλές παραστάσεις και απίθανες λεπτομέρειες. Έως και τα φορτηγά STUDE BAKER θα συναντήσει κανείς. Δεν είναι κάτι εύκολο. Πιστέψτε με, χρειάζεται τεράστιος όγκος πληροφοριών και ο Αντώνης Παυλίδης είναι γνώστης και τα καταφέρνει περίφημα. Όπως βέβαια και για τις ιστορικές εξελίξεις και πως αυτές εξελίσσονται στην Ελλάδα, στην Πόλη, στην Αίγυπτο, στην Τραπεζούντα, σε όλο σχεδόν τον γεωγραφικό χώρο του γεωπολιτικού κέντρου του κόσμου που αποτελείται από την Μικρά Ασία και τις γύρω περιοχές. Για τον ελληνισμό σε κάθε τόπο και όχι μόνο στον Πόντο. Για πραγματικά ιστορικά πρόσωπα και τους φίλους που είχαν, για την ζωή και τις ανάγκες, για τους διωγμούς και τις πιέσεις στον ελληνισμό. Για το «Vatandas Turkce Konus» (Συμπατριώτη μίλα Τούρκικα), την αποτελεσματική καμπάνια που ανάγκασε τους Ρωμιούς να μιλάνε Τούρκικα. Αλλά και για άλλα παράξενα ανέκδοτα ιστορήματα, για τους προτεστάντες του Πόντου, ναι υπήρχαν κι αυτοί, όπως και για τους Βαλαάδες από εδώ από τα μέρη μας της Κοζάνης και της Δυτικής Μακεδονίας.

Οι ήρωες του βιβλίου δεν περιγράφουν μόνο. Με τις πράξεις και τον λόγο τους, στέλνουν μηνύματα στους αναγνώστες για την θρησκεία, την αγάπη και τον άνθρωπο στον χρόνο.

Οι παράλληλες διαδρομές των λαών και οι κοινές τους ανάγκες, παρουσιάζονται ως παραμύθι, μα είναι τόσο αληθινές. Οι πρόσφυγες Έλληνες της Τουρκίας, ως Τουρκόσποροι, θα καταλάβουν και θα νοιώσουν τους Βαλαάδες – Τούρκους που ως Ελληνόσποροι, αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας.

Οι παράλληλες και ταυτόσημες πορείες τους θα αναδείξουν πιο εύκολα τον αίτιο της καταστροφής, που δεν είναι άλλος από τις οικονομικές ανακατατάξεις και τα γεωπολιτικά συμφέροντα.

Οι τρεις ήρωες στο τέλος της προσωπικής τους διαδρομής, αναζητούν τον στόχο του συγγραφέα που και εδώ παίζει με τον αναγνώστη. Ο στόχος δεν παρουσιάζεται ξεκάθαρα.

Ποιο πρέπει να είναι το συμπέρασμα; Η επιστροφή για τον κάθε είδους θησαυρό ή ο θησαυρός, είναι η αιτιολογία της ανάγκης μας για επιστροφή;

Δεν μπόρεσα να συμπεράνω με βεβαιότητα.

Με βεβαιότητα όμως μπορώ να πω σήμερα πως γνώρισα τον Αντώνη Παυλίδη, παρότι τον γνωρίζω για δεκαετίες μέσα από κοινούς αγώνες και δράσεις στα ποντιακά θεσμικά όργανα.

Τον γνώρισα καλά γιατί ξέρω πλέον τί ξέρει και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό.

Αισθάνθηκα πως η τιμή που μου έκανε να παρουσιάσω τις σκέψεις μου για την «Χαλαμονή», είναι μικρότερη από το να είμαι ο απλός και προσεκτικός αναγνώστης του βιβλίου.

Τον ευχαριστώ γι’ αυτό.

*Ο Παντελής Καραλευτέρης, είναι πρώην μέλος του δ.σ. της ΠΟΕ και της ΔΙΣΥΠΕ και το κείμενό του είναι η ομιλία του που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «Η ΧΑΛΑΜΟΝΗ» του Αντώνη Παυλίδη στην Πτολεμαΐδα στις 13 Νοεμβρίου 2018.