Του Νίκου Κωνσταντινίδη, εκπαιδευτικού – συγγραφέα

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης γεννήθηκε το 1884 στην Πουλαντζάκη του Πόντου, όπου μεγάλωσε και διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα. Φοίτησε στο ημιγυμνάσιο της Κερασούντας και στο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, απ’ όπου αποφοίτησε αριστούχος. Κατόπιν σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο αποφοίτησε το 1912, με πτυχιακό βαθμό «αλί ουλ άλιε», δηλαδή «άριστος των αρίστων».

Για την επίδοσή του αυτή, ο πρύτανης του πανεπιστημίου του πρότεινε κρατική υποτροφία, αλλά ο Λεωνίδας Ιασονίδης αρνήθηκε, γιατί δεν ήθελε καμία οικονομική δέσμευση με το οθωμανικό πανεπιστήμιο και την κυβέρνηση του Κιαμήλ πασά. Ευχαριστώντας τον πρύτανη για την τιμή, πρότεινε να δοθεί η υποτροφία σε Τούρκο συμφοιτητή του, επειδή ο ίδιος είχε τη δυνατότητα  να συνεχίσει τις σπουδές του στο Παρίσι, στο οποίο κι έγινε διδάκτωρ της νομικής σχολής.

Στις 21 Σεπτέμβρη, το 1921, καταδικάζεται ερήμην από το στρατοδικείο της Αμάσειας μαζί με την πνευματική και οικονομική ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού, με την κατηγορία της δημιουργίας ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Η κεμαλική γενοκτονία τον αναγκάζει μαζί με άλλους επιφανείς Ποντίους να καταφύγουν σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας για τη διεθνοποίηση της ζητήματος της γενοκτονίας.

Με τον ξεριζωμό των Ελλήνων του Πόντου και τον ερχομό του στη Θεσσαλονίκη, διορίζεται Γενικός Επιθεωρητής Προσφύγων Μακεδονίας – Θράκης τα χρόνια 1922 - 1923. Αρχικά εκλέχτηκε πληρεξούσιος της Δ΄ Συντακτικής των Ελλήνων Συνελεύσεως το 1923, και βουλευτής το 1926. Επανεκλέχτηκε  βουλευτής το 1928 και γερουσιαστής το 1932. Το 1936 εκλέγεται ξανά βουλευτής, όπως το 1946, το 1950 και 1951. Διατέλεσε δύο φορές Υπουργός Προνοίας και Αντιλήψεως καθώς και Υπουργός Βορείου Ελλάδας.

Αυτόπτης μάρτυρας της προσφυγικής συμφοράς ο Ιασονίδης δεν έμεινε απαθής. Όλη του η ζωή ήταν ένας ατελείωτος αγώνας για την αποκατάσταση των προσφύγων και της φτωχολογιάς. Το 1924 ήταν από τα πιο δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς. Διακόσιες οικογένειες από το Βεζίνκιοϊ του Καυκάσου, μετά από τις πολύμηνες ταλαιπωρίες και τον αποδεκατισμό που υπέστησαν στη Χαλκίδα, όπου τους έριξε η μοίρα κατά τον επαναπατρισμό τους, πήραν την άδεια να εγκατασταθούν στο αγρόκτημα του Γιάννες (στο σημερινό Μεταλλικό του Κιλκίς), που ήταν υπό απαλλοτρίωση. Το γεγονός αυτό δεν άρεσε στον ιδιοκτήτη του αγροκτήματος. Η αντιδικία μεταξύ του ιδίου και τον προσφύγων κατέληξε σε διαταγή,  σύμφωνα με την οποία οι αρχές του Κιλκίς καλούνταν να διαλύσουν με βία τις προσφυγικές εγκαταστάσεις.

Η υπόθεση μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και στο γενικό διευθυντή του Εποικισμού Αδοσίδη, ο οποίος δήλωσε πως θα στείλει στρατό με λόγχες και θα διαλύσει τον συνοικισμό. Το γεγονός αυτό δεν άφησε τον Ιασονίδη απαθή κι άφωνο. «Εσύ θα στείλης ελληνικάς λόγχας να διαλύσης προσφυγικόν συνοικισμόν; Έξω, ανάξιε, είπε οργισμένος στον Αδοσίδη» Κι αφού τον άρπαξε από τον γιακά τον πέταξε έξω, σπρώχνοντάς τον προς στη σκάλα.

Το 1927, έτος ορόσημο για τον ποντιακό λαό, ο Λεωνίδας Ιασονίδης μαζί με άλλες φωτισμένες μορφές, που αισθάνονταν την ανάγκη για τη διάσωση του ποντιακού πολιτισμού, ίδρυσαν την «Επιτροπή Ποντιακών Μελετών», στο διοικητικό συμβούλιο της οποίας συμμετείχε και ο ίδιος επί πολλά χρόνια. Υπήρξε, ακόμη, ιδρυτικό μέλος της «Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης» με ουσιαστική προσφορά στο έργο και στην επίτευξη των σκοπών της.

Όταν ο πρωθυπουργός της Τουρκίας, Ισμέτ Ινονού επισκέφθηκε την Αθήνα, το 1931, ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακάλεσε τον Ιασονίδη να τον προσφωνήσει στην τουρκική γλώσσα. Ο Λεωνίδας Ιασονίδης εκφώνησε τότε έναν από τους λαμπρότερους λόγους σε άπταιστη τουρκική φιλολογική γλώσσα, καταγοητεύοντας τον Τούρκο πρωθυπουργό, που απευθυνόμενος στο Βενιζέλο εξέφρασε την κατάπληξή του, λέγοντας ότι ο Ιασονίδης τον ξεπέρασε στα τουρκικά. Ενθουσιασμένος ο Ινονού  από τη ρητορική δεινότητα  του Ιασονίδη  τον ρώτησε, αν ήθελε να εκπληρώσει κάποια επιθυμία του, από την πατρίδα του τον Πόντο. Ο Ιασονίδης, ορμώμενος από τα πατριωτικά και θρησκευτικά του αισθήματα, ζήτησε την άδεια για τη μεταφορά της ιστορικής εικόνας της Παναγίας Σουμελά από τον Πόντο στην Ελλάδα. Ο Τούρκος πρωθυπουργός έδωσε την άδεια και ο βαθύς πόθος του Ιασονίδη και όλων των Ποντίων ικανοποιήθηκε. Το σύμβολο όλου του ποντιακού ελληνισμού, η εικόνα της Παναγίας Σουμελά, φιλοτεχνημένη από τον Απόστολο Λουκά, ήρθε στην Ελλάδα από το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, όπου ήταν κρυμμένη. Στην αρχή φυλάχθηκε στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, ώσπου το 1951 μεταφέρθηκε στην Παναγία Σουμελά, στην Καστανιά του Βερμίου.

Το Μάιο του 1939, σε ηλικία 55 ετών, αναχώρησε για σπουδές στην Αγγλία.  Εκεί παρακολούθησε μαθήματα στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου ως το 1945, όταν η Κυβέρνηση Πλαστήρα του ζήτησε να έρθει το ταχύτερο στην Ελλάδα, με έξοδα του ελληνικού κράτους. Ο Ιασονίδης ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα, αλλά ήρθε με δικά του έξοδα. Δεν δέχθηκε να επιβαρύνει το φτωχικό ταμείο του Δημοσίου. Κατά την παραμονή του στην Αγγλία εξέδιδε μαζί  με τον πρεσβευτή Κακλαμάνο την εφημερίδα «ΕΛΛΑΣ», στην ελληνική και την αγγλική. Όλους τους τόμους της εφημερίδας  τους χάρισε   στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης το 1935, με το «Αρχείο του Εθνικού Συμβουλίου του Βατούμ, καθώς και χιλίων βιβλίων από τη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης έζησε ζωή λιτή. Η βουλευτική του αποζημίωση πήγαινε στα ποντιακά σωματεία. Στην Αθήνα έμενε σε ξενοδοχείο 3ης και 4ης κατηγορίας στην οδό Αθηνάς, με ένα μπάνιο ανά όροφο. Το ίδιο και στη Θεσσαλονίκη. Δεν έμενε στο Κυβερνείο, αλλά στο ξενοδοχείο «Μητρόπολις», γ’ κατηγορίας.

Για τις πολύτιμες υπηρεσίες του στον προσφυγικό κόσμο, ο Δήμος Κιλκίς, τον ανακήρυξε σε επίτιμο δημότη, το 1930. Το  Άγιον Όρος τον υποδέχθηκε με κωδωνοκρουσίες και τον φιλοξένησε στα δώματα του Νικηφόρου Φωκά, το 1936.

Ο Λεωνίδας Ιασονίδης ήταν ένας αθεράπευτα νοσταλγός του Πόντου και της ιδιαίτερης πατρίδας του την Πουλαντζάκη, την οποία επισκέφθηκε τελευταία φορά το 1952.

Στις 29 Ιουλίου το 1959, έπεσεν η δρυς η υψηλόκορφος. Έσβησε η φλόγα του ποντιακού και προσφυγικού ελληνισμού. Ο Λεωνίδας Ιασονίδης, ο παλαίμαχος των δικαίων του λαού, ο τιμημένος με το Μεγαλόσταυρο του Παναγίου Τάφου, ο εντιμότερος και ο φτωχότερος βουλευτής του εικοστού αιώνα, πήρε τη στράτα του ήλιου και τα τρίστρατα των άστρων,  αφιερώνοντας όλη τη ζωή του σε ό,τι περιλαμβάνεται στη λέξη Πόντος.