ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Το πιο μεγάλο βάρος είναι το κενό. Είναι το φορτίο που δεν ζυγίζεται. Ο πόνος, η οδύνη, η πίκρα, δεν έχουν κανένα φυσικό βάρος, όμως στο νου και στην καρδιά του ανθρώπου τα βήματά τους είναι βαριά. Βαραίνει και η λέξη στη σκέψη του ανθρώπου σαν γίνει θύμηση που πονάει. Σαν γίνει σκιά από πρόσωπα φωτεινά, που ως ήλιοι λαμπεροί έχουνε δύσει.

Όλη η ζωή του ανθρώπου είναι μια χαρμολύπη. Ο πόνος και η χαρά πάνε μαζί, όπως ο ήλιος και η σκιά και βιώνονται αναλογικά. Όσο πιο μεγάλη είναι η χαρά, τόσο πιο μεγάλη είναι και η λύπη που αφήνει πίσω της. Όσο πιο εμβληματική είναι μια μορφή, τόσο πιο σημαντική είναι η απουσία της, όταν έχει δρασκελίσει το κατώφλι της ζωής κι έχει μπει στη στράτα του ήλιου και τα τρίστρατα των άστρων.

Ο Παναγιώτης Ιασωνίδης, γεννημένος στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, στις 4 Αυγούστου 1960, από γονείς μετανάστες, με καταγωγή τη βροντή Κοζάνης και τη Ματσούκα του Πόντου υπήρξε μια προσωπικότητα, βαθιά ποντιακή, που άφησε πίσω της πολλά και σημαντικά αποτυπώματα, στο σύντομο διάβα της κάτω από του ήλιου το φως.

Πατριώτης ξεχωριστός, ευγενικός κι ευσυνείδητος, προσηνής και προσιτός, προικισμένος με όλα όσα συγκροτούν την αρχοντιά και τη λεβεντιά, την τιμιότητα, και την ηθικότητα πορεύτηκε στη ζωή του, με γνώμονα την καλοσύνη την ανθρωπιά. Στο μέγεθος των ιδανικών του μεγαλώνει ο άνθρωπος και στο βάθος της ψυχής του αναθαρρεύει ο πονοπλάνταχτος Πόντος. Ένας αληθινός τραντέλλενας: τριάντα φορές Έλληνας.

Ανεπηρέαστος από την σκληρότητα των καιρών, κράτησε την ψυχή του αγνή και ευαίσθητη. Διατήρησε τις αρχές του ακέραιες κι αναπαλλοτρίωτες, συνδυάζοντας «της καρδιάς το πύρωμα με της ψυχής το πλήρωμα», το ρίγος με το σφρίγος, ακτινοβολώντας δράση ευεργετική, αγάπη και στήριξη στον συνάνθρωπό του.

Η λατρεία του για τον Πόντο τον έκανε να αγαπήσει την ποντιακή παράδοση σε όλο της το εύρος. Έμαθε την ποντιακή διάλεκτο, την μιλούσε αψεγάδιαστα, παρότι γεννήθηκε κι έζησε σε αγγλόφωνο περιβάλλον, τιμώντας έτσι στον ύψιστο βαθμό την καταγωγή του.

Επιδόθηκε, ψυχή τε και σώματι, στον αγώνα για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, μέσα από τις γραμμές του οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού. Τίμησε με επισκέψεις τη γη των προγόνων του, τη Γαλίαινα, τη Ματσούκα, την Τραπεζούντα, την Παναγία Σουμελά, μέρη που αρδευόταν με αγάπη παντοτινά από τα καθάρια νάματα της ψυχής του.

Γεννημένος το 1960 στη Μελβούρνη, διέπρεψε εκεί επαγγελματικά. Μίλαγε άπταιστα τα αγγλικά και τα ελληνικά, ενώ στα γυμνασιακά και τα πανεπιστημιακά του χρόνια συμμετείχε ενεργά σε πολυθεματικές ελληνοαυστραλιανές οργανώσεις.

Υπηρέτησε με πάθος κι ανιδιοτέλεια από διάφορες αιρετές θέσεις τα δίκαια αιτήματα του ελληνισμού, με ιδιαίτερη βαρύτητα τα πολιτισμικά, τα πνευματικά και τα εθνικά ζητήματα. Μέρος της καθημερινής του δράσης ήταν η αλληλεγγύη και η φιλανθρωπία όπου κι όταν χρειαζόταν.

Υπήρξε ο πρώτος γεννημένος στην Αυστραλία Έλληνας δημοσιογράφος που αρθρογραφούσε στην ελληνική στον «Εθνικό Κήρυκα», από ηλικίας 22 ετών. Εργάστηκε στο Φορολογικό Γραφείο Πολιτικής και Νομοθεσίας κι ήταν υπεύθυνος της «Ευημερίας», από το 1987 – 1990. Ήταν διερμηνέας σε νομικά θέματα και σύμβουλος εκπαίδευσης σε στελέχη της αστυνομίας της Βικτώριας, σχετικά με τη διαπολιτισμική επικοινωνία.

Υπήρξε στέλεχος και μέλος στους τομείς της κοινωνικής πρόνοιας, σε φορείς για άτομα με ειδικές ικανότητες, στο ελληνικό Κέντρο Πρόνοιας και στο Εθνικό Κέντρο Ελληνικών Σπουδών και Έρευνας του La Trobe.

Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ελληνικών Ορθοδόξων Κοινοτήτων και Ενοριών Μελβούρνης και Βικτώριας (1986-87). Γραμματέας στο Αυστραλιανό Ινστιτούτο Μακεδονικών Σπουδών (AIMS) (1988-89). Πρόεδρος στο Συμβούλιο Heidelberg United Soccer Club (1992-93). Εθνικός Γραμματέας στο Αυστραλιανό Ινστιτούτο Διερμηνέων και Μεταφραστών (1992-95). Πρόεδρος Παμμακεδονικής Μελβούρνης και Βικτώριας (1995-97). Εθνικός Πρόεδρος Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Αυστραλίας (2005-2007), Γραμματέας Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ποντιακών Ελλήνων (2007-σήμερα). Ισόβιο μέλος NUGAS (1991). Ισόβιο μέλος της «Ποντιακής Εστίας» (2002) και Ειρηνοδίκης (2004-σήμερα).

Μαζί με τη σύζυγό του Ελένη και τους οικογενειακούς τους φίλους Ρόουζ και Πίτερ Κυριάκου, το 2007, ηγήθηκε της ίδρυσης του ΙΔΕΑ (Ινστιτούτο Τριτοβάθμιας και Ανώτατης Εκπαίδευσης Αυστραλίας), ενός Εγγεγραμμένου Οργανισμού Κατάρτισης για διεθνείς και ντόπιους φοιτητές, με επίκεντρο την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, συμπεριλαμβανομένης πρακτικής άσκησης και μαθητείας.

Ο Παναγιώτης ήταν από μόνος του μια σχολή ολόκληρη. Κράτησε ψηλά τον ουρανό για να χωρέσει να περάσει όρθιος ο άνθρωπος, σε μια εποχή που οι αξίες ξεθωριάζουν σαν τις νερομπογιές και τα ιδανικά καταρρέουν σαν χάρτινοι πύργοι.

Μέσα στον άξενο κόσμο κρατούσε ο Παναγιώτης τον δικό του κόσμο φιλόξενο. Έναν κόσμο βγαλμένο από τα μύχια της ποντιακής ψυχής του. Τον κόσμο της χαράς, της αγάπης, της δημιουργίας και της ανθρωπιάς. Έναν κόσμο ολάκερο που ακούει στο όνομα Παναγιώτης Ιασωνίδης.

Οι στιγμές του τελευταίου αποχωρισμού από έναν τέτοιο Τραντέλλενα κάνουν τις λέξεις μικρές, ανήμπορες να σηκώσουν το βαρύ τους φορτίο. Φλέβες είναι κι αυτές, πονάνε, θα μας πει ο Ρίτσος.

Καλό σου κατευόδιο, Παναγιώτη μου, στα αχανή χάη και στις ουράνιες πολιτείες των αγγέλων. Δυστυχώς, αγαπητέ μου φίλε, όσο κι αν προσπαθήσω, δεν θα μπορέσω την εικόνα σου με λέξεις να φιλοτεχνήσω. Κάθε όμως λέξη που σου αφιερώνω είναι καμωμένη με πολλή αγάπη. Δέξου την σαν ένα ολάνθιστο λευκό στεφάνι, στο μακρινό σου ταξίδι για τις γειτονιές των Αγγέλων.

*Ο ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, είναι εκπαιδευτικός – συγγραφέας