Εκδήλωση αφιερωμένη στη συμπλήρωση 60 χρόνων από τις απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων της Κωνσταντινούπολης, προγραμματίζει η Αντιδημαρχία Ανάδειξης της Προσφυγικής Ταυτότητας της Καλαμαριάς. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη», την Κυριακή 28 Απριλίου 2024, στις 18:30.
Μελετώντας την ιστορία του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης της Ίμβρου και της Τενέδου θα δούμε πως το τουρκικό κράτος εφάρμοζε σε τακτά διαστήματα μία τακτική αποδυνάμωσης του Ελληνορθόδοξου στοιχείου, με αποκορύφωμα τις απελάσεις του 1964. Η εκδήλωση θα εστιάσει στον τρόπο με τον οποίο υλοποιήθηκε το μέτρο αυτό, ποιος ήταν ο αριθμός των ατόμων που επλήγησαν ουσιαστικά και πως επηρέασε τη ζωή αυτών που ξεριζώθηκαν και αυτών που έμειναν στον τόπο καταγωγής τους.
Στην εκδήλωση αυτή θα συμμετέχουν με ομιλίες τους:
Ο κ. Νικόλαος Ουζούνογλου, πρόεδρος της ΟΙ.ΟΜ.ΚΩ., ομότιμος Καθηγητής στον τομέα Συστημάτων Μετάδοσης Πληροφορίας και Τεχνολογίας Υλικών.
Ο κ. Γιώργος Μαυρουδής, ιστορικός του ΙΑΠΕ και υποψήφιος διδάκτορας ιστορίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος κ. Παντελής Σαββίδης.

Επίσης, μέλη της Ένωσης Ομογενών εκ Κωνσταντινουπόλεως θα μοιραστούν, από το βήμα, τις αναμνήσεις τους από τη ζωή τους στην Κωνσταντινούπολη τον ξεριζωμό τους από εκεί και την εμπειρία της εγκατάστασης στη «νέα πατρίδα».
Στο τέλος της εκδήλωσης θα προβληθεί ντοκιμαντέρ, διάρκειας 22 λεπτών, το οποίο δημιουργήθηκε από το «Σωματείο Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας» και έχει τον τίτλο: «Απελάσεις Ελλήνων υπηκόων από την Τουρκία το 1964» Το ντοκιμαντέρ αποτελεί μια συγκινητική καταγραφή της πορείας του ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη, έτσι όπως διαμορφώθηκε, αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, από την εκάστοτε τουρκική εξουσία.
Στα σχολικά βιβλία Ιστορίας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, υπάρχουν κεφάλαια που αναφέρονται στη Μικρασιατική Καταστροφή, την ανταλλαγή πληθυσμών, την αποκατάσταση των προσφύγων και τη ζωή τους στο νέο τόπο εγκατάστασης. Απουσιάζουν όμως οι πληροφορίες για την τύχη των εξαιρεθέντων της ανταλλαγής. Υπάρχει μεγάλο κενό, στα σχολικά βιβλία για την ιστορία των Ελλήνων που μετά τη Συνθήκη περί Ανταλλαγής Πληθυσμών συνέχισαν να ζουν στην Κωνσταντινούπολη την Ίμβρο και την Τένεδο. Η πορεία και ιστορία του Ελληνισμού των παραπάνω περιοχών αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της Σύχρονης Ελληνικής Ιστορίας και πρέπει να αποτυπωθεί και στα σχολικά εγχειρίδια. Ελπίζουμε πως οι σύγχρονοι ιστοριογράφοι να καλύψουν σύντομα αυτό το κενό.
Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά, οι Χορωδίες της Ένωσης Ομογενών εκ Κωνσταντινουπόλεως Βορείου Ελλάδος και του Προοδευτικού Συλλόγου Αρετσούς και Δέρκων.
Αφιέρωμα στη συμπλήρωση 60 χρόνων από τις απελάσεις Ελλήνων υπηκόων από την Κωνσταντινούπολη
Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφηκε στη Λοζάνη της Ελβετίας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας η σύμβαση Ανταλλαγής Πληθυσμών. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 της σύμβασης αυτής εξαιρούνταν της ανταλλαγής οι Ελληνορθόδοξοι Ρωμιοί, κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης που ήταν εγκατεστημένοι εντός των νομαρχιακών ορίων της πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918 και από την πλευρά της Τουρκίας εξαιρούνταν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Επίσης από την ανταλλαγή εξαιρούνταν, σύμφωνα με το Άρθρο 14 της Συνθήκης της Λοζάνης, οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου. Στο άρθρο αυτό δεν γίνεται αναφορά στην ιθαγένεια των εξαιρεθέντων πληθυσμών. Από το σύνολο των 360.000 Ελλήνων που κατοικούσαν στην Πόλη τον Αύγουστο 1922, τελικά εξαιρέθηκαν οι 103.000 και 86.793 μουσουλμάνοι της Θράκης. Με την κατάρρευση του μετώπου και την έλευση των πρώτων προσφύγων το Σεπτέμβρη του 1922 το ελληνικό κράτος ήρθε αντιμέτωπο με την επίλυση βασικών προβλημάτων που αφορούσαν την εγκατάσταση των προσφύγων. Η εξαίρεση της παραπάνω ομάδας Ελλήνων αποτελούσε κάποιου είδους ανακούφισης στο τιτάνιο έργο της αποκατάστασης που είχε να αντιμετωπίσει. Σαφώς και οι Ρωμιοί της Πόλης αποτελούσαν μια μεγάλη μερίδα της μεσαίας αστικής τάξης η οποία αναβάθμιζε το μέσο όρο του βιοτικού επιπέδου της Τουρκίας. Επιπρόσθετα οι εξαιρεθέντες Έλληνες και Μουσουλμάνοι μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι ή να χρησιμοποιηθούν ως μοχλός πίεσης στις διακρατικές σχέσεις.
Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη καταγραφή στην Τουρκία, το 1927 ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη 120.000 Έλληνες από τους οποίους οι 26.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι και οι 5. 000 ήταν κάτοικοι των νησιών Ίμβρου και Τενέδου. Μια προσεκτική μελέτη της ιστορίας του ελληνισμού στην Κωνσταντινούπολη μας διαβεβαιώνει πως οι απαγορεύσεις, οι περιορισμοί, οι φόροι και άλλα μέτρα που λάμβανε κατά τακτά διαστήματα το τουρκικό κράτος έναντι των Ρωμιών της Πόλης, αποτελούσαν στην ουσία ένα καλά σχεδιασμένο πρόγραμμα αποδυνάμωσης και σταδιακής εξαφάνισης του Ελληνοορθόδοξου στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη. Το πρόγραμμα αυτό έμπαινε σε εφαρμογή όποτε το ευνοούσαν οι εξωγενείς παράγοντες.
Μετά την υπογραφή του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Φιλίας που υπογράφηκε στην Άγκυρα, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Μουσταφά Κεμάλ, στις 30 Οκτωβρίου 1930, αποδείχθηκε πολύ σύντομα πως η τουρκική πολιτική δεν υπήρξε καθόλου φιλική απέναντι στους εξαιρεθέντες της ανταλλαγής και η ζωή των Ρωμιών της Πόλης δεν ήταν καθόλου ειρηνική. Οι κυριότεροι σταθμοί που μπορούμε να αναφέρουμε είναι οι παρακάτω: Δύο μόλις χρόνια μετά την υπογραφή του παραπάνω συμφώνου, το τουρκικό κράτος θέσπισε το νόμο 2007/1932 με τον οποίο απαγόρευε, στους μη μουσουλμάνους, την άσκηση 20 επαγγελμάτων αστικού χαρακτήρα με σκοπό η οικονομία της χώρας να περάσει στα χέρια των Τούρκων. Στη συνέχεια, το Μάιο του 1941, επιστρατεύτηκαν μόνον οι μη Μουσουλμάνοι, ηλικίας 25 έως 45 ετών. Ο τουρκικός τύπος δημοσίευσε την είδηση για την επικείμενη επιστράτευση στις 6 Μαΐου 1941. Από τους 35.000 επιστρατευθέντες, οι 20.000 ήταν Ρωμιοί. Οι επιστρατευμένοι οδηγούνταν στα βάθη της Ανατολής όπου ήταν υποχρεωμένοι, κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες, με ελλιπή σίτιση και ρουχισμό να κατασκευάζουν τεχνικά έργα. Η επιστράτευση διήρκησε έως τις 27 Ιουλίου 1942. Η μεροληπτική αυτή επιστράτευση με οδήγησε σε θάνατο πολλούς επιστρατευμένους κατά τη διάρκεια της στρατολόγησής τους αλλά και πολλοί των οποίων η υγεία είχε πληγεί λόγο των κακουχιών, απεβίωσαν μετά την επιστροφή τους στα σπίτια τους.
Συνεχίζοντας το σχέδιο αποδυνάμωσης του ελληνορθόδοξου στοιχείου, στις 11 Νοεμβρίου 1942, δια νόμου επιβάλλεται -και πάλι σε όλους τους μη μουσουλμάνους- ο φόρος περιουσίας ή ευμάρειας, γνωστός ως Varlik Vergisi. Ως δικαιολογία για την επιβολή του φόρου παρουσιάστηκε η αποτροπή αισχροκερδειών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι κοινότητες των Γάλλων, Ιταλών, Άγγλων ή Γερμανών διαμαρτυρήθηκαν μέσω των πρεσβειών τους για το φόρο αυτό και εξαιρέθηκαν. Έτσι ο φόρος αυτός αφορούσε τελικά τους Έλληνες, τους Εβραίους και τους Αρμένιους. Η εκτίμηση των περιουσιών, το ποσό του φόρου που αναλογούσε και οι τυχόν κυρώσεις επιτηρούνταν από το Διευθυντή των Οικονομικών της Κωνσταντινούπολης Faik Ökte, υπό άκρα αυστηρότητα. Ο ίδιος ο Ökte, στο βιβλίο που εξέδωσε το 1952 με τίτλο: «Ο Καταστροφικός Φόρος Ευμάριας», αποκάλυψε πως η επιλογή των φορολογούμενων για την επιβολή του φόρου περιουσίας γινόταν βάσει της θρησκευτικής καταγωγής και όχι της περιουσίας, καθώς υπήρχαν διαφορετικοί κατάλογοι για την ελληνική, εβραϊκή και αρμένικη κοινότητα, αποσκοπώντας στην αύξηση των εισφορών των μελών τους. Το ύψος του φόρου καθοριζόταν από τον τοπικό κομματάρχη του Λαϊκού Κόμματος, έπρεπε να πληρωθεί εντός 10 ημερών, ενώ σε περίπτωση μη πληρωμής εκποιείτο όλη η περιουσία του φορολογούμενου. Αν και έτσι δεν αποπληρωνόταν ο φόρος συλλαμβανόταν και εξοριζόταν στη «Σιβηρία» της Ανατολής στο Άσκαλε και Κοπ-Νταγί, δουλεύοντας για εκατό γρόσια την ημέρα, προκειμένου να εξοφλήσουν την οφειλή τους. Εξορίστηκαν 2.500 άτομα κατά πλειοψηφία τρίτης ηλικίας από τα οποία απεβίωσαν τα 25. Έπειτα από διεθνή κατακραυγή, για το απαράδεκτο αυτών των απαιτήσεων, το τουρκικό κράτος εξέδωσε τη 15η Μαρτίου 1944 νόμο για την αναστολή της επιβολής του φόρου περιουσίας με ταυτόχρονη παραγραφή των χρεών, έχοντας όμως ήδη εισπράξει περί τις 315.000.000 τουρκικές λίρες.
Η μελανότερη ωστόσο σελίδα στην ιστορία των Ρωμιών της Πόλης γράφτηκε τη νύχτα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου του 1955, κατά την οποία τουρκικός όχλος εκδηλώθηκε με βίαιο και τρομοκρατικό τρόπο εναντίων Ελλήνων ορθοδόξων, καταστρέφοντας οικίες, καταστήματα, βεβηλώθηκαν εκκλησίες, ακόμη και τα κοιμητήρια. Απολογισμός της επίθεσης αυτής ήταν 16 νεκροί, 32 σοβαρά τραυματίες, έγιναν επιθέσεις σε 4.214 διαμερίσματα, 1.004 καταστήματα, 73 εκκλησίες, 1 συναγωγή, 2 μοναστήρια, 26 σχολεία, και 5.317 διάφορες εγκαταστάσεις. Ο λόγος για τον οποίο εκδηλώθηκε αυτή η επίθεση, είναι η διάρρευση της πληροφορίας πως τοποθετήθηκε, στο σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ, στη Θεσσαλονίκη εκρηκτικός μηχανισμός -ο οποίος εξερράγη- προκαλώντας μικρές υλικές ζημιές.
Ωστόσο υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν πως «το σκηνικό ήταν στημένο», καθώς στις 3 Σεπτεμβρίου 1955,η γυναίκα του Τούρκου Προξένου στη Θεσσαλονίκη φωτογραφήθηκε από Έλληνα φωτογράφο στον περίβολο της οικίας του Μουσταφά Κεμάλ ζητώντας να πάρει την επομένη τις φωτογραφίες γιατί θα ταξίδευε για την Τουρκία. Το βράδυ της 5ης προς 6ης Σεπτεμβρίου εξερράγη η βόμβα. Η συνέχεια εξελίχθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Αυτό όμως που αποτελεί τομή στην ιστορία των Ρωμιών της Πόλης και έκοψε δια παντώς τη σχέση τους με τη γενέτειρά τους, είναι οι απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων. Στις 16 Μαρτίου 1964, ο Ισμέτ Ινονού, επικαλούμενος το άρθρο 36 του Συμφώνου Φιλίας, της λεγόμενης Σύμβασης Εγκαταστάσεως, Εμπορίου και Ναυτιλίας, την καταγγέλλει μονομερώς κάνοντας χρήση του άρθρου 16. Το άρθρο αυτό έδινε το δικαίωμα στην Τουρκία να απελάσει οποιονδήποτε απειλούσε την ασφάλεια της χώρας χωρίς την απαιτούμενη εξάμηνη διορία. Έτσι λοιπόν πάνω από 12.000 Έλληνες πολίτες (ο συνολικός αριθμός ήταν 90.000) απελάθηκαν από την Κωνσταντινούπολη ως επιζήμιοι και επιβλαβείς για την Τουρκική Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη εξάμηνη διορία. Παράλληλα το τουρκικό κράτος αρνήθηκε να παραχωρήσει άδεια παραμονής στους Έλληνες υπηκόους, δέσμευσε την κινητή περιουσία και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς ενώ ένας κρατικός υπάλληλος κατέγραφε τον οικιακό εξοπλισμό των απελαθέντων. Ο απελαθείς πριν την εγκατάλειψη της χώρας έπρεπε να περάσει από το Δ΄ Αστυνομικό Τμήμα της Ασφάλειας όπου υπέγραφε ένα έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο απαγορευόταν να διαβάσει. Σύμφωνα με αυτό παραδέχονταν πως ασκούσε αξιόποινες πράξεις. Η άρνησή του να υπογράψει το έγγραφο αυτό, τον έστελνε στα μπουντρούμια της ασφάλειας. Από το σύνολο της περιουσίας τους οι απελαθέντες μπορούσαν να πάρουν μαζί τους μία βαλίτσα βάρους 20 κιλών και 20 δολάρια.
Η δημοσίευση των Πρακτικών της Δίκης εναντίον της Κυβέρνησης Μεντερές, που πραγματοποιήθηκε στην Πλάτη στις 27 Μαΐου 1960, αποσαφηνίζουν πως η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων είχε προγραμματιστεί και καταστρώνονταν από 1957. Εφαρμόστηκε όμως το 1964 με αφορμή τις διακοινοτικές συγκρούσεις στην Κύπρο. Είναι βέβαιο πως και να μη συνέβαινε αυτό η τύχη του Ελληνισμού της Πόλης και των νησιών της Ιμβρου και Τενέδου θα ήταν ίδια. Οι απελάσεις του 1964 επέφεραν καίριο πλήγμα για τον ελληνισμό της Πόλης, μειώνοντας τον αριθμό των Ελλήνων από 90.000 σε 30.000 σε διάστημα ενός έτους.
Πρέπει να τονιστεί και να καταγραφεί ως «παράπονο» των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης η στάση της ελληνικής κυβέρνησης στα παραπάνω γεγονότα η οποία υπήρξε τουλάχιστον χαλαρή και αδιάφορη. Φράσεις όπως «για μια χούφτα ψαράδες δεν θα χαλάσουμε τις σχέσεις μας με την Τουρκία» αποδεικνύουν το πόσο υπολογίσιμη ήταν η τύχη των Ρωμιών. Σίγουρα οι απελάσεις υπήρξαν η πλέον βάναυση παραβίαση της Συνθήκης της Λοζάνης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως του Καταστατικού του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το οποίο η Τουρκία ενστερνίστηκε από το 1954. Η οποιαδήποτε επίλυση της Συμφωνίας του 1930 δεν ισχύει, αφού δεν μπορεί να αντικατασταθεί η διεθνής σύμβαση της Λοζάνης από μια διμερή σύμβαση.
Ευθύνη επίσης για όλες τις παραπάνω παραβιάσεις δεν φέρει μόνο η τουρκική πλευρά άλλα οι κυβερνήσεις που έχουν συνυπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάννης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ρώμης διότι καμία από αυτές δεν αποτάθηκε έως σήμερα στα διεθνή δικαστήρια για να προστατευτούν τα ανθρώπινα δικαιώματα των εξαιρεθέντων της ανταλλαγής.