Το βιβλίο του Σπυρίδωνος Μουρατίδη, Διδάκτορα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, με τίτλο «Προφορικές μαρτυρίες προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Κέρκυρα» και η έκθεση έργων ζωγραφικής με τον γενικό τίτλο «ΤΟ ΧΡΕΟΣ», πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης, 6 Μαρτίου 2024, στην αίθουσα εκδηλώσεων της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 12

Στην αρχή της εκδήλωσης ο Νίκος Ασλανίδης, δημοσιογράφος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης εκ μέρους του προέδρου και του συμβουλίου της Λέσχης καλωσόρισε τους παρευρισκομένους στην παρουσίαση του βιβλίου και της έκθεσης ζωγραφικής.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 2

Στη συνέχεια έδωσε τον λόγο στον Γιώργο Αμοιρίδη, πρώην πρόεδρο της Ευξείνου Λέσχης Κέρκυρας τόπο καταγωγή του συγγραφέα Σπυρίδωνα Μουρατίδη.

Ο Γιώργος Αμοιρίδης

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.AMOIRIDHS.6.3.2024.IMG 5447 4

Στο σύντομο χαιρετισμό του ο Γιώργος Αμοιρίδης, πρώην πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Κέρκυρας, τόνισε πως όταν δημιούργησε την Λέσχη μία ομάδα ανθρώπων οι οποίοι δεν ήταν γηγενείς, αλλά οι περισσότεροι βρέθηκαν στο νησί ως εργαζόμενοι, βρήκαν στο πρόσωπο του Σπυρίδων Μουρατίδη, έναν άνθρωπο που τους άνοιξε την αγκαλιά του και στάθηκε αρωγός στην προσπάθειά τους, όντας γηγενής απόγονος των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα.

Η Φωτεινή Καρλάφτη – Μουρατίδη

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 9

Για το βιβλίο του Σπυρίδωνα Μουρατίδη «Προφορικές μαρτυρίες προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Κέρκυρα», μίλησε η Δρ Φωτεινή Καρλάφτη - Μουρατίδη, Διδάσκουσα του Ιονίου Πανεπιστημίου, η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε.

Στο τελευταίο του βιβλίο: Προφορικές μαρτυρίες προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Κέρκυρα, από τις ιστορικές εκδόσεις Βάνιας, ο Σπύρος Μουρατίδης παρουσιάζει τις μαρτυρίες προσφύγων πρώτης γενιάς, τις οποίες έλαβε πριν περίπου τριάντα χρόνια, όταν ξεκινούσε την έρευνά του για την εκπόνηση της διδακτορικής του διατριβής, με θέμα τους πρόσφυγες του 1922 που κατέφυγαν στην Κέρκυρα, στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Διδακτορική διατριβή που ολοκλήρωσε και υποστήριξε και η οποία κυκλοφόρησε σε βιβλίο, με τίτλο: Πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, Πόντου και Ανατολικής Θράκης στην Κέρκυρα (1922-1932), σε πρώτη έκδοση το 2005 από τις Εκδόσεις Θεμέλιο και μάλιστα από τη σειρά της Ιστορικής Βιβλιοθήκης και σε δεύτερη έκδοση το 2018. Η εν λόγω διατριβή υπήρξε αποτέλεσμα μακρόχρονης ιστορικής έρευνας του Σπύρου Μουρατίδη σε δημόσια και ιδιωτικά αρχεία για τον εντοπισμό και τη συλλογή του σχετικού αρχειακού υλικού, ενώ ακολούθησε η ανάλυση και η επεξεργασία αυτού του υλικού από τον ίδιο. Η θεματική εκείνου του πρώτου βιβλίου είναι ευρύτατη και καλύπτει όλες τις εκφάνσεις του προσφυγικού φαινομένου εκείνης της περιόδου στην Κέρκυρα: ομαδικές και μεμονωμένες αφίξεις προσφύγων στην Κέρκυρα, προσωρινή και μόνιμη στέγασή τους, επαγγέλματα-εργασία προσφύγων, επαγγελματική αποκατάσταση, ζητήματα υγείας, ιατροφαρμακευτική μέριμνα, επιδημίες, δημογραφικά χαρακτηριστικά, γαμηλιότητα, τόποι προέλευσης, αντιπαραθέσεις, ενσωμάτωση, ίδρυση προσφυγικών συλλόγων κ.ά. Η διδακτορική διατριβή του Σπύρου Μουρατίδη δηλαδή καλύπτει σε μέγιστο βαθμό το θέμα των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής στην Κέρκυρα.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 7

Ως συνέχεια, στο νέο βιβλίο του Σπύρου Μουρατίδη περιλαμβάνονται μαρτυρίες προσφύγων πρώτης γενιάς, που παρουσιάζουν στοιχεία για πολλά από τα παραπάνω θέματα, όπως όμως βιώθηκαν από την προσωπική σκοπιά αυτών των πρωταγωνιστών, αρκετά εκ των οποίων βεβαίως θα είχαν χαθεί. Οι προφορικές μαρτυρίες συμπληρώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό τα ευρήματα της ιστορικής αρχειακής έρευνας, εφόσον τα επίσημα αρχειακά τεκμήρια συνηθέστατα σιωπούν όσον αφορά προσωπικές ιστορίες, βιώματα, συναισθήματα, νοοτροπίες, συμπεριφορές, αλλά και σημαντικές πληροφορίες για αρκετά από τα προαναφερθέντα θέματα, όπως η επαγγελματική δραστηριότητα, η εκπαίδευση, οι κοινωνικές σχέσεις, τις γιορτές, οι θρησκευτικές τελετές, αλλά και τα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν τους διωγμούς των Ελλήνων με την απώλεια οικείων προσώπων.

Σε αυτήν την παρουσίαση, εγώ θα αναφερθώ σε ορισμένα μόνο αποσπάσματα του νέου βιβλίου που αφορούν το εκεί.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 8

Διαβάζουμε στη μαρτυρία του Αθανάσιου Βογιατζόπουλου:

Γεννήθηκα το 1913, στα Δαρδανέλλια.

Εμείς γινήκαμε δύο φορές πρόσφυγες. Φύγαμε το 1917 και πήγαμε στην Καλαμάτα. Τότε, χάσαμε τον πατέρα μου. Βέβαια, τότες εγώ ήμουνα μικρός, τριάμισι-τεσσάρων χρονών. Ο πατέρας μου το ’σκασε γιατί θα τον εκτελούσαν οι Τούρκοι και με τον Ερυθρό Σταυρό τον βρήκαμε στην Κρήτη. Ξαναγυρίσαμε το 1920 με ’21 και ξαναπιάσαμε πάλι το σπίτι μας. Ο αδελφός μας πέθανε στο δρόμο, από τύφο, και άλλος ένας πάλι, αυτός ήταν αδελφός της μητέρας μου, ο οποίος δεν τον βρήκαμε. Πλέον χάθηκε!

Έχει καταγραφεί ο φόβος που ένοιωθαν οι πρόσφυγες, οι οποίοι προερχόμενοι από τα ενδότερα, δεν είχαν δει ποτέ στη ζωή τους θάλασσα. Διαβάζουμε στη μαρτυρία του Ηλία Ραφτόπουλου.

Από την Ανακού, ξεκινήσαμε με αραμπάδες. Κάναμε καμιά εβδομάδα και μετά μπήκαμε σε τρένο. Στο τρένο ήμαστε δύο μέρες. Τη νύχτα δεν ταξιδεύαμε και καθόμαστε μέσα. Πήγαμε σε ένα χωριό, Ουλού Κισλά το λέγανε. Εκεί είδαμε θάλασσα. Εμείς θάλασσα δεν ξέραμε. Μπήκαμε σε τούρκικο βαπόρι. Κάποια στιγμή συναντήσαμε ένα ελληνικό βαπόρι, το διπλαρώσαμε και κάναμε αχταρμά από το ένα βαπόρι στο άλλο. Τέσσερις μέρες βλέπαμε μόνο θάλασσα.

Στις μαρτυρίες των προσφύγων αρκετά συχνά παρέχονται στοιχεία για τις συνθήκες και τις ενέργειες για την πραγματοποίηση της μόρφωσής τους, για την ένταξή στην εκπαιδευτική διαδικασία στους τόπους καταγωγής, αλλά και στις νέες πατρίδες. Από τη μαρτυρία του Γεωργίου Μαυρίδη:

Είχε δημοτικό και γυμνάσιο αρρένων και θηλέων. Όλα τα παιδιά πηγαίναμε σχολείο. Πολλά παιδιά μας σπούδαζαν στην Ελλάδα. Έρχονταν για διακοπές και είχαν καπέλα με κουκουβάγια, ήταν διάδοχοι των επιχειρήσεων και θα έπρεπε να ήταν μορφωμένοι. Από τα Δαρδανέλλια, έφυγαν το 1922, περί τα τέλη. Εγώ δεν έφυγα και θα σου πω γιατί. Εγώ, όπως και πολλά παιδιά, σαν και με, τότε μικρά, οι Άγγλοι που είχαν την κατοχή στα Δαρδανέλλια, μας πήραν βοηθούς τους υπό τύπον διερμηνέων, για τα αγγλικά μας με τους Τούρκους.

Και από τη μαρτυρία του Σοφοκλή Χριστοφορίδη:

Εμένα, μου ´πανε:

-Θα σε στείλουμε στο Αμερικανικό Κολλέγιο!

Μπα! Σκοπός μας ήταν να σπουδάσω ιατρική και να πάμε στην Αμερική. Για να τελειώσω τα αγγλικά πιο καλά, ο πατέρας μου είχε τα μέσα και είχε έναν αδελφό στην Κωνσταντινούπολη και έτσι με στέλνει στον αδελφό του, για να με στείλει μετά στην Αμερική να σπουδάσω. Πήγα εγώ εκεί με αυτό το πρόγραμμα, αλλά δυστυχώς με τον πόλεμο του Κεμάλ… Ο θείος μου είχε πολλούς φίλους, ήτανε έμπορος, Τούρκους διάφορους, μεταξύ αυτών ήτανε και ένα γεροντοπαλίκαρο, ο οποίος, κατά σύμπτωση, ήτανε καθηγητής της οδοντιατρικής. Μουσταφά Ντεχαντέμπεη (τον έλεγαν) και μου λέει:

-Για να πας στο κολλέγιο, θα είσαι κοντά μας έτσι και αλλιώς. Θέλεις δυο χρόνια ακόμα.

Ήμουνα δευτέρα γυμνασίου.

-Άλλα οκτώ χρόνια θέλεις Χάουαρντ University για να σε πούνε γιατρέ, θα χαλάσεις εννιά χρόνια και ένα σωρό λεφτά! Θα μείνεις κοντά μου! Θα κάτσεις εδώ, θα τελειώσεις το σχολείο, θα τελειώσεις κοντά μας τέσσερα χρόνια και θα ’σαι γιατρός και ένας από τους καλύτερους οδοντογιατρούς. Δεν θα πας πουθενά!

Και έτσι που λες, έγινε αυτό και ενεγράφην στην Κωνσταντινούπολη.

Σε άλλα σημεία, αναδεικνύονται αρκετές περιπτώσεις μορφωμένων Σμυρνιών, αλλά και χαρακτηριστικές περιγραφές συνύπαρξης και αλληλεγγύης. Από τη μαρτυρία του Αλέξανδρου Καρλάφτη:

Στα Θείρα είχε σχολείο. Όποιος ήθελε να προχωρήσει στα γράμματα, πήγαινε στη Σμύρνη. Ο πατέρας μου πήγε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και μετά σπούδασε γεωπόνος στη Γερμανία. Στην Τουρκία, όταν γύρισε πίσω, οι αφεντάδες Τούρκοι, που τον κάλεσαν για να του αναθέσουν εργασίες σχετικά με τη γεωπονική, του άλλαξαν το όνομά του και τον έλεγαν Ευρωπαίο της Ανατολής! Το πραγματικό μας επώνυμο ήταν Γεωργίου, αλλά επειδή ο παππούς μου άκουγε πολύ καλά, τον έβγαλαν Καρλάφτη….Στους γάμους, καλούσαν και Τούρκους και διασκεδάζανε μαζί. Οι εκκλησίες γέμιζαν και οι άνθρωποι βοηθούσαν. Υπήρχε αλληλεγγύη. Οι Έλληνες είχαν τον οικονομικό έλεγχο στα Θείρα. Η κύρια ασχολία τους ήταν τα καπνά. Όλα τα μαγαζιά τα είχαν Έλληνες και είχαν υπαλλήλους Τούρκους. Είχε και έναν μικρό αριθμό Αρμενίων. Όταν φύγαμε, δεν πήραμε τίποτα.

Αρκετοί πρόσφυγες, δεκαετίες μετά την εγκατάστασή τους στις νέες τους πατρίδες, ένιωθαν την ανάγκη να μιλήσουν για όσα είχαν βιώσει. Ο Σπύρος Μουρατίδης, όπως αναφέρει στο βιβλίο, συζητώντας μια μέρα με έναν γείτονα, τον Σπύρο Κατσαούνο, για τους πρόσφυγες του 1922, του αποκάλυψε ότι, το 1974, είχε μαγνητοφωνήσει την πεθερά του, Ευρυδίκη Γουναρίδου, η οποία ήθελε να πει κάπου αυτά που έζησε, ερχόμενη από την πατρίδα της, το Ικόνιο. Ένα απόσπασμα από τη μαρτυρία της: Στο Ικόνιο όταν έφυγα, πήρα το διαβατήριο από μία γριά ογδόντα χρονών, που πέθανε. Έβαλα πολλά ρούχα και μαντήλι στο πρόσωπο, για να φαίνομαι γριά. Μπήκα στο τρένο και μετά στο λιμάνι της Μερσίνας. Από κει, μπήκα στο πλοίο για Κέρκυρα. Οι γυναίκες με τις γυναίκες και οι άνδρες με τους άνδρες. Όποιος είχε χρυσό, του τον παίρνανε. Εγώ είχα 200 μπαγκανότες. Δεν τις πήρανε. Θέλανε χρυσό. Πρώτη φορά έβλεπα θάλασσα. Φοβόντανε οι γυναίκες να μπούνε στις βάρκες για το καράβι! Άνδρες μαζί μας ήταν γερόντοι 80 χρονών. Δεν ξέραμε πού πηγαίνουμε, ούτε αν πηγαίναμε στην Ελλάδα.

Στις μαρτυρίες εντοπίζουμε και συγκλονιστικές περιγραφές αποτρόπαιων γεγονότων, οι οποίες, προκαλεί πράγματι εντύπωση πόσο λιτά και περιεκτικά παρουσιάζονται από όσους τα βίωσαν. Από τη μαρτυρία του Γεωργίου Σουβατζόγλου.

Στην Τουρκία, κρατούσαμε καλά οικονομικά. Είχαμε αμπέλια. Εγώ δούλευα σ᾽ έναν Αρμένιο που είχε ραφτάδικο. Μαζί μου ήταν και ένα τουρκόπουλο, με το οποίο κάθε πρωί πήγαινα για δουλειά. Μία μέρα, το 1919, φθάνοντας με το τουρκόπουλο στο μαγαζί, είδαμε την πόρτα ανοικτή και μέσα δεν ήταν κανένας. Φωνάξαμε:

-Κιουλμπεκιάν! Κιουλμπεκιάν!

Τίποτα! Στην πόρτα είδαμε έναν Τούρκο. Μάθαμε μετά ότι σφάξανε οι Τούρκοι όλη την οικογένεια του Αρμένιου και τους πέταξαν στα πηγάδια! Μαζί και τα δύο μικρά παιδιά του! Μεγάλο κρίμα!

Σε άλλο σημείο από τη μαρτυρία του Αλέξανδρου Καρλάφτη:

Στην Τουρκία ήμαστε εννιά αδέλφια: δυο κοπέλες και επτά αγόρια. Όταν έγινε ο πόλεμος της Τουρκίας έβαλαν φωτιά στα σπίτια και τα έκαψαν. Ο στρατός ο τουρκικός μάς έβαλε σε μια εκκλησία, την Αγία Φωτεινή. Την άλλη μέρα όμως, στην Αγία Φωτεινή, γύρω-γύρω από τη μάνδρα, έβαλαν φωτιά και την έκαιγαν και ήρθαν ορισμένοι από το τούρκικο ιππικό και μας έβγαλαν έξω και μας έκλεισαν σε ένα μεγάλο νεκροταφείο. Και λένε:

-Από εδώ που είσαστε τώρα, θα μείνετε όπως είσθε και θα έρθουμε να κάνουμε έλεγχο!

Αλλά, αντί αυτοί να έρθουν να κάνουν έλεγχο, μάθαμε ότι έρχονται και παίρνουν τους νέους και τις νέες και άλλους τους σκοτώνουν και άλλους τους παίρνανε δεν ξέρω για ποιο λόγο. Και τότε η συγχωρεμένη η μητέρα μου έσκαψε το χώμα και φορούσε ένα φαρδύ φόρεμα και για να μην πάρουνε τον πατέρα, που ήταν νέος, τον είχε σκεπάσει με το φουστάνι της και ήτανε από κάτω. Ήρθανε οι Τούρκοι εκεί:

-Πού είναι; Δεν είναι κανείς εδώ!

Είχαμε μια αδελφούλα και πήγε να μιλήσει να πει κάτι! Και έβγαλε (ο Τούρκος) την ξιφολόγχη και τη σκότωσε μπροστά στη μάνα μου!

Στην παραλία, άρπαζαν ένα-ένα τα παιδιά μας και τα πέταγαν στη θάλασσα! Τα κτύπαγαν και από εννέα μείναμε τέσσερις! Εδώ, στην Ελλάδα, ήρθαμε τέσσερις. Ήταν αγόρια, τα σκοτώσανε και τα πετάξανε στη θάλασσα! Ήταν επτά, δώδεκα, δεκατριών, τέτοιες ηλικίες. Στο λιμάνι, πέφτανε μερικοί στη θάλασσα για να πάνε στα πλοία τα οποία ήτανε γαλλικά και αγγλικά. Φθάνοντας εκεί, όπως μας έλεγε ο πατέρας μου, Γάλλοι και Άγγλοι τούς έκοβαν τα χέρια. Άνθρωποι λιποθυμούσαν και άλλοι πέθαιναν από την ταλαιπωρία. Το πλοίο έπιασε Μονεμβασιά.

Σε άλλες περιπτώσεις, η αιφνίδια απώλεια οικείων προσώπων δημιουργεί τεκμήρια, ιστορικά τεκμήρια προσωπικών ιστοριών που διαφορετικά θα είχαν χαθεί. Από την προσωπική μαρτυρία του Σπύρου Μουρατίδη:

Είχαμε έναν γείτονα, τον Γεώργιο Χατζηευσταθίου, ο οποίος ερχόταν συχνά στο σπίτι μας για κανένα καφέ και καθότανε με τον πατέρα μου και συζητάγανε για την πατρίδα τους, όπως λέγανε. Μίλαγε συνέχεια για το χωριό του. Όλοι μας στην οικογένεια γνωρίζαμε την τραγική ιστορία του. Μια ημέρα, από την οικογένειά του, τον έστειλαν σε ένα κοντινό διπλανό χωριό για κάποιο θέλημα. Όταν γύρισε, δεν βρήκε κανέναν από τους δικούς του. Μόνος στο κατεστραμμένο πια χωριό του, είχε την τύχη να τον δουν και να τον πάρουν μαζί τους κάποιοι πρόσφυγες. Κατέληξε στην Κέρκυρα. Για χρόνια, είχε την ελπίδα ότι κάποτε θα βρει τους δικούς του. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Άσκησε το επάγγελμα του μαρμαρογλύπτη. Θυμάμαι ότι έφτιαχνε περίτεχνα μαρμάρινα στεφάνια, αγγελάκια και διάφορα θρησκευτικά σύμβολα. Με τα χέρια του, σκάλισε το σταυρό και τη μαρμάρινη πλάκα του οικογενειακού του μνημείου στο κοιμητήριο. Στη μαρμάρινη πλάκα είναι γραμμένα τα ονόματα των γονιών και των αδελφών του που δεν ξανάδε ποτέ.

Για να ελαφρύνουμε λίγο το κλίμα! Γνωρίζουμε ότι τα παιδιά βιώνουν διαφορετικά ακόμη και τις πιο δύσκολες καταστάσεις, εφόσον, λόγω της ανεμελιάς της ηλικίας τους, δεν κατανοούν συχνά και τις πλέον δραματικές εξελίξεις και αλλαγές. Διαβάζουμε στη μαρτυρία του Δημητρίου Παναγιωτόπουλου:

Είχαμε στα Δαρδανέλλια ένα αμπέλι, πολύ μεγάλο, με 30.000 κλήματα. Βρισκόταν τρία χιλιόμετρα από την πόλη, σε μία τοποθεσία που τη λέγαμε Καστανιά. Τα αμπέλια τα φύλαγε ένας Τούρκος που τον έλεγαν Οσμάν Αγά. Ο αδελφός μου, ο Βασιλάκης, λίγο μεγαλύτερος από μένα, όταν είχαμε περάσει στη Μάδυτο και αφού είχε περάσει λίγος καιρός, μου είπε να πάμε στο Τσανάκκαλε για να κόψουμε σταφύλια, αφού ήταν η εποχή τους. Εγώ, μάλιστα, σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να παίρναμε στον καημένο τον Οσμάν Αγά κάτι. Πήγαμε λοιπόν και ψωνίσαμε ένα ούζο και τσιγάρα. Περάσαμε απέναντι και νοικιάσαμε ένα γαϊδουράκι από κάποιον Τούρκο. Βάλαμε δύο κοφίνια στο γαϊδουράκι και πήγαμε στο αμπέλι. Φώναξε ο αδελφός μου:

-Οσμάν Αγά! Οσμάν Αγά!

Δεν πήρε απάντηση! Η πόρτα του αμπελιού ήταν κλεισμένη με σύρμα. Ανοίξαμε το σύρμα και προχωρήσαμε προς το μέσον του κτήματος, όπου υπήρχε ένα μεγάλο δένδρο, μάλλον καρυδιά, δεν θυμάμαι. Ο αδελφός μου προχωρούσε πιο γρήγορα. Εγώ ήμουν πίσω και έτρωγα καμιά ωραία ρόγα από σταφύλι. Κάποια στιγμή τον έχασα. Τον φώναζα κλαίγοντας. Προχώρησα λίγο ακόμα και τι να δω; Ήταν καμιά εικοσαριά Τσέτες, μαζί με το δήμαρχο των Δαρδανελλίων. Εγώ, κλαίγοντας, έλεγα:

-Βασιλάκη μου, πού είμαστε;

Ο δήμαρχος είπε να μην φοβόμαστε. Θυμήθηκε τον πατέρα μου και αυτό μάς γλύτωσε. Ο αδελφός μου είχε φροντίσει, πριν να δώσει το ούζο και τα τσιγάρα στους Τούρκους, λέγοντας ότι έμαθε ότι είναι εκεί και τους έφερε μερικά πράγματα. Είπε ο δήμαρχος να γεμίσουν τα κοφίνια με σταφύλια. Μετά, τους έδωσε και έναν από τους Τσέτες να μας συνοδεύσει μέχρι τα Δαρδανέλλια, για να μην μας πειράξει κανένας. Περάσαμε στη Μάδυτο, με τα σταφύλια. Όταν το ’μαθε ο πατέρας μας πήγε να σκοτώσει τον αδελφό μου.

Πέρασαν χρόνια μέχρι οι πρόσφυγες να συνειδητοποιήσουν ότι δεν θα γύριζαν ποτέ ξανά στην πατρική τους γη. Η νοσταλγία όμως και η αγάπη για την πατρίδα πέρασαν από τους ίδιους και στις επόμενες γενιές.

Ο Νίκος Ασλανίδης

Ο Νίκος Ασλανίδης, παρουσιάζοντας τη σημασία των προφορικών μαρτυριών τις οποίες διέσωσε στο βιβλίο το Σπυρίδων Μουρατίδης, μεταξύ άλλων τόνισε.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 11

Κυρίες και κύριοι καλωσήρθατε στην σημερινή εκδήλωση που διοργανώνει η Εύξεινος λέσχη Θεσσαλονίκης.

Άρχικά θα ήθελα να ευχαριστήσω τον αντιστράτηγο του πυροσβεστικού σώματος τον κύριο Σπυρίδωνα Μουρατίδη ο οποίος αποδέχτηκε την πρόσκληση μας και ήρθε απο την Κέρκυρα με τη σύζυγο του Φωτεινή Καρλάφτη για να κάνουμε την σημερινή εκδήλωση που είναι η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου και τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του ίδιου με θέμα «Το χρέος».

Δυστυχώς ο πρόεδρος της Λέσχης απουσιάζει εκτός Θεσσαλονίκης και οι αντιπρόεδροι μας όπως ξέρετε είναι καθηγητές και διδάσκουν αυτές τις ώρες. Εκ μέρους λοιπόν του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης σας ευχαριστούμε απο καρδιάς για την παρουσία σας και ιδιαίτερα τον συγγραφέα και ζωγράφο κ Μουρατίδη.

Λίγα λόγια για τον κ. Μουρατίδη.

Ο Σπύρος Μουρατίδης είναι Αντιστράτηγος του Πυροσβεστικού Σώματος εν αποστρατεία, πτυχιούχος νομικής σχολής και Διδάκτωρ Ιστορίας. Η μεγάλη του αγάπη όμως είναι η συγγραφή βιβλίων, η ζωγραφική και το σκίτσο. Έχει μελετήσει τους εκπροσώπους της επτανησιακής σχολής στη ζωγραφική και έχει λάβει μαθήματα από τον Κερκυραίο ζωγράφο Θεόφιλο Γραμμένο.

Ζωγραφίζει διάφορα θέματα: νεκρή φύση, θέματα από την παλιά πόλη της Κέρκυρας όπου ζει, πορτρέτα, ενώ έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 60 ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Οι εκθέσεις του που συγκίνησαν ιδιαίτερα το κοινό ήταν αυτές οι οποίες είχαν ως θέμα ιστορίες από τον προσφυγικό Ελληνισμό και την ανταλλαγή πληθυσμών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1954 και κατατάχθηκε στο Πυροσβεστικό Σώμα ενώ στη συνέχεια, φοίτησα στη σχολή αξιωματικών της πυροσβεστικής. Λίγα χρόνια μετά, φοίτησε στη Νομική Σχολή του ΔΠΘ και εκπόνησε τη διδακτορική μου διατριβή, στο τμήμα Ιστορίας του Ιονίου πανεπιστημίου, με θέμα τους πρόσφυγες που ήρθαν στην Κέρκυρα από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922-1932). Υπηρέτησε στην πυροσβεστική υπηρεσία της Κέρκυρας και στην Αθήνα ως διοικητής στην Πυροσβεστική Ακαδημία και αποστρατεύτηκα με το βαθμό του Αντιστράτηγου.

Από  μικρός του  άρεσε να ασχολείται με τα σκίτσα και μέχρι τώρα, έχω κάνει πάνω από 1.000 σκίτσα. Του αρέσει να ζωντανεύει τα πράγματα, να δίνει φωνή στα ζώα, να εκφράζεται σαν μικρό παιδί. Μετά τη συνταξιοδότηση μου, άρχισε να ασχολείται συστηματικά με τη ζωγραφική και ειδικότερα με την ακουαρέλα που την αγαπάει πάρα πολύ.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείται  και με τα θέματα της ιστορίας του προσφυγικού ελληνισμού γιατί η καταγωγή του πατέρα του  ήταν από την Πουλαντζάκη, μια παραλιακή πόλη, που απέχει από την Κερασούντα 20 χιλιόμετρα. Είχε καθαρό ελληνικό πληθυσμό γύρω στις 5.000 ψυχές, με 1.200 σπίτια. Δυστυχώς, όταν ήμασταν νέοι δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία σε αυτά που έλεγε ο πατέρας μου. Αργότερα όμως, άρχισα να ενδιαφέρομαι. Μετά το πτυχίο που πήρα από τη νομική σχολή, και κατά τη διάρκεια εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής για τους πρόσφυγες που ήρθαν στην Κέρκυρα από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη, κατανόησα σε βάθος εκείνη την περίοδο και τα γεγονότα. Στην Κέρκυρα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, πήγαν συνολικά 30.000 Έλληνες πρόσφυγες από αυτές τις περιοχές και οι περισσότεροι πέρασαν από το Παλαιό Φρούριο το οποίο είχε μεγάλους στρατώνες αλλά και στους πρόχειρους καταυλισμούς που στήθηκαν σε αυτό.

Ο πληθυσμός της Κερκυρας τότε ήταν περίπου 30.000. Όπως καταλαβαίνετε, ξαφνικά ο αριθμός αυτός διπλασιάστηκε με τους πρόσφυγες. Οι στεγαστικές ανάγκες ήταν μεγάλες και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, οι περισσότεροι έφευγαν εφόσον δεν μπορούσαν να ζήσουν στην Κέρκυρα και να ασκήσουν ένα αστικό επάγγελμα, δεδομένου ότι, στην Κέρκυρα, δεν υπήρχαν μεγάλες αγροτικές εκτάσεις προσφερόμενες για καλλιέργεια. Οι περισσότεροι πρόσφυγες έμειναν στο Παλαιό Φρούριο, σε επιταγμένες αποθήκες, σε πρόχειρους καταυλισμούς επειδή δεν υπήρχαν αλλά κενά κτήρια. Έτσι, οι περισσότεροι αναγκάστηκαν να φύγουν σε άλλες περιοχές και τελικά έμειναν στην Κέρκυρα μόνον 2.000 πρόσφυγες.

 Το ερώτημα εύλογο:Γιατί πήγαν τους πρόσφυγες στην Κέρκυρα αφού δεν μπορούσαν να τους φιλοξενήσουν;

Τους πήγαν γιατί η Κέρκυρα είχε λιμάνι ικανό να δεχτεί τα μεγάλα  πλοία της εποχής, τα οποία μετέφεραν τους πρόσφυγες, είχε στρατώνες που μπορούσαν αρχικά να τους φιλοξενήσουν, ενώ υπήρχαν χώροι που ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ως λοιμοκαθαρτήρια, η νησίδα του Βίδου και η νησίδα Λαζαρέτο, κοντά στην πόλη της Κέρκυρας.

Ο πατέρας του συγγραφέα έφτασε στην Κέρκυρα το Δεκέμβριο του 1922 από τον Πόντο και τελικά έμεινε στην Κέρκυρα. Είχε έρθει με τη μητέρα του και την αδερφή του και έμειναν στην Κέρκυρα επειδή, ως μία μητέρα με δύο μικρά παιδιά, ήταν δύσκολο να ξεκινήσουν μία νέα περιπέτεια για αναζήτηση καλύτερης τύχης αλλού.

Ο κ Μουρατιδης αποτυπώνει σε ένα κομμάτι χαρτί τις δραματικές στιγμές που έζησαν οι πρόσφυγες εκείνη την εποχή, βάζει σε ένα κομμάτι χαρτί τα βιώματά του και τα έντονα συναισθήματά του για το δράμα της προσφυγιάς.

Όλα αυτά τα έργα είναι ιστορίες που άκουγε από μικρός. Για παράδειγμα, σε έναν πίνακα ζωγράφισε την ιστορία ενός μικρού παιδιού που το έστειλαν να πάει για ένα θέλημα στο διπλανό χωριό. Όταν γύρισε, βρήκε το χωριό του καμένο. Οι φλόγες ακόμη έκαιγαν και αυτό το παιδί περιπλανιόταν μόνο του, ώσπου το βρήκε κάποιος Έλληνας, το λυπήθηκε και το πήρε μαζί του. Κατέληξαν εδώ στην Κέρκυρα και έγινε μαρμαρογλύπτης. Ήταν γείτονάς του. Σκάλιζε αγγελάκια και μικρά δάφνινα στεφάνια για τους τάφους. Παράλληλα όμως, συνέχισε να αναζητεί τους γονείς του και τα πέντε αδέλφια του. Τα χρόνια περνούσαν και όταν μεγάλωσε και κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να τους βρει, σκάλισε σε μία μαρμάρινη πλάκα τα ονόματά τους και την έβαλε, με τα ίδια του τα χέρια, στο τάφο, για να έχει ένα σημείο αναφοράς και να τους ανάβει ένα κεράκι…

Σε ένα άλλο έργο του έχει ζωγραφίσει μια νεαρή μητέρα, η οποία άφησε το παιδί της έξω από ένα μοναστήρι της Κέρκυρας (που λειτούργησε και ως  ορφανοτροφείο) για να μην πεθάνει από την πείνα. Το ίδιο αναγκάστηκαν να κάνουν πολλοί πρόσφυγες επειδή ήταν ο μόνος τρόπος να σωθούν τα παιδιά τους, αφού δεν είχαν τρόφιμα να τα ταΐσουν. Η μητέρα όμως που ζωγράφισε άφησε και ένα σημείωμα μαζί με το κοριτσάκι της. Έγραφε: «Την λένε …. και την αγαπώ πολύ και αργότερα θα έρθω να την πάρω». Πράγματι, το παιδί αυτό σώθηκε και το πήρε αργότερα η μητέρα του. Το είχαν βαφτίσει Ελπίδα. Άλλα παιδιά τα βάφτιζαν Αγάπη, Ευτυχία, Χαρά, τους έδιναν αισιόδοξα ονόματα. Δυστυχώς όμως, τα περισσότερα παιδιά πέθαιναν από αθρεψία. Η υγεία τους είχε κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσαν να επανέλθουν.

Τα έργα του κ. Μουρατίδη ταξίδεψαν μέχρι την Αυστραλία όπου έκανε έκθεση στο Σύδνεϊ.

Το καλοκαίρι του 2022, κυκλοφόρησε το τελευταίο του  βιβλίο για τους πρόσφυγες, με τίτλο: «Προφορικές μαρτυρίες προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Κέρκυρα».

Το αφιέρωσε «σε αυτούς που άνοιξαν την καρδιά τους με αγάπη και νοσταλγία για την πατρίδα τους».

Οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν χρήσιμα εργαλεία όχι μόνον για τους ιστορικούς αλλά και για εμάς τους δημοσιογράφους. Βασίζονται στην άμεση μαρτυρία σε αυτόπτες μάρτυρες. Οι μαρτυρίες που διαβάζουμε στο βιβλίο του κυρίου Μουρατίδη πάρθηκαν την περίοδο 1992 -1993, εκτός από μια περίπτωση όπου την μαρτυρία την πήρε συγγενικό πρόσωπο  πρόσφυγα το 1974.

Πρόκειται για εννέα μαρτυρίες από πρόσφυγες που προέρχονται από την Σμύρνη από τα Δαρδανέλια το Ικόνιο την Καππαδοκία και φυσικά από τον Πόντο.

Διαβάζουμε για τον ξεριζωμό αλλά και την εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα. Τις ανθρώπινες σχέσεις που δεν καταγράφονται συχνά στις εφημερίδες. . Σε κάποιες κερκυραϊκές εφημερίδες όμως της εποχής εντοπίζονται αναφορές εναντίον των προσφύγων κυρίως για πολιτικούς λόγους γιατί αρκετοί πρόσφυγες τασσόταν υπέρ της πολιτικής του Βενιζέλου ενώ  δε λείπουν και λόγια συμπάθειας  προς τους πρόσφυγες. Επίσης καταγράφονται αναφορές του συλλόγου των προσφύγων για παρενόχληση προσφύγων από γηγενείς σε περιπτώσεις επιτάξεων κατοικιών.

Πρώτη μαρτυρία φυσικά είναι για τον  πατέρα του, διαβάζουμε στο βιβλίο: Ο πατέρας μου πήγε στο δημοτικό σχολείο μέχρι την τέταρτη τάξη. Μετά πήγε σε τσαγκαράδικο όπου δούλεψα αρκετά χρόνια μέχρι να ανοίξει ένα μικρό τσαγκαράδικο στην Πολυχρονίου Κωνσταντά το οποίο κράτησε μέχρι που σταμάτησε τη δουλειά του. Ταυτόχρονα με το τσαγκαράδικο έκανε και οποιαδήποτε δουλειά από την οποία θα κέρδιζε χρήματα για την πολυμελή οικογένεια μας. Του άρεσε πάρα πολύ η μουσική γι’ αυτό και πήγε στη φιλαρμονική Μάντζαρος. Εκεί το όργανο που του έδωσαν ήταν το κλαρόνι  το οποίο δεν υπάρχει πια έχοντας αντικατασταθεί από το σαξόφωνο. Δυστυχώς κάποια στιγμή τα παράτησε και η αιτία ήταν ένα παιδί. Ήταν στο κτίριο της φιλαρμονικής όταν ίσως άθελα του ακούμπησε ένα παιδί το οποίο του είπε « τι με ακουμπάς ρε τουρκόσπορε;» Ο πατέρας μου νευρίασε τόσο πολύ που τον περίμενε έξω από το κτίριο και όταν τον είδα τον άρπαξε το και του βούτηξε το κεφάλι σε ένα μαστέλο (ξύλινο κάδο για το πλύσιμο ρούχων). Μετά από αυτό δεν ξανάπήγε στη φιλαρμονική…

Ο Σπυρίδων Μουρατίδης

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 1

Την εκδήλωση έκλεισε ο συγγραφέας του βιβλίου «Προφορικές μαρτυρίες προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Κέρκυρα» Σπυρίδων Μουρατίδης, ο οποίος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγραψε το βιβλίο, και το πώς πήρε τις μαρτυρίες των προσφύγων της πρώτης γενιάς, πόσο ταυτίστηκε με τον πόνο τους, που ήταν και πόνος της ίδιας του της οικογενείας.

Επίσης αναφέρθηκε στα έργα ζωγραφικής που δημιούργησε επισημαίνοντας πως όλα έχουν μια ιστορία την οποία και αποτύπωσε στην εικόνα.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 3

Ευχαρίστησε δε τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση και δώρισε στην Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, ένα έργο του, τον Μικρός Πόντιος, ακουαρέλα, 56 X 38 cm που αποτυπώνει τον εγγονό του. Κι όπως είπε, έχουμε ιερή υποχρέωση η μνήμη για τις αλησμόνητες πατρίδες να παραμείνει για πάντα ζωντανή. Αυτό μπορεί να γίνει μόνον με το πέρασμα της γνώσης της ιστορίας, των εθίμων, του τρόπου ζωής του Μικρασιατικού και Ποντιακού Ελληνισμού στις νέες γενιές.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 6

Στη συνέχεια ο συγγραφέας Σπυρίδων Μουρατίδης, υπέγραψε τα βιβλία του και ξενάγησε τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση στην έκθεση ζωγραφικής.

EFXINOS.LESXH.THESSALONIKHS.MOYRATIDHS.SPYROS.BIBLIO.EKTHESI.6.3.2024.IMG 5447 10

Η διάρκεια της έκθεσης ζωγραφικής που ξεκίνησε στις 6 Μαρτίου, θα διαρκέσει έως τις 13 Μαρτίου, . στην αίθουσα εκδηλώσεων της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης (Λεωφόρος Νίκης 13, 2ος όροφος) και οι ώρες επίσκεψης του κοινού είναι 10 π.μ. -2 μ.μ.