Με την γλώσσα των παππούδων τους, οι Ελληνόφωνοι των χωριών της Καλαβρίας στην Κάτω Ιταλία, στέλνουν το δικό τους μήνυμα για να μείνουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους, τις ημέρες της πανδημίας του Κορωναϊού, σε μία χώρα όπου μετράει χιλιάδες θύματα.

Το μήνυμα δημιουργήθηκε από τους ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν τη γλώσσα που έμαθαν από τον παππού και την γιαγιά τους, από τους Γκρεκάνους της Καλαβρίας, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει την ιστοσελίδα της θερινής εβδομάδας to ddomani greko, μιας και κάθε χρόνο μαζεύονται και μιλάνε την αρχέγονη γλώσσα των γονιών τους και ζουν τον πολιτισμό που αυτοί μετέφεραν και διατήρησαν στο διάβα των χρόνων.

Οι Ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, στέλνουν το δικό τους μήνυμα, στην γκρεκάνικη διάλεκτο. Με το σύνθημα #egostekostospiti, σε μια παραλλαγή του ελληνικού #menoumespiti, προτρέπουν τους συμπατριώτες τους να μείνουν στο σπίτι και να μην εκτεθούν στον Κορωναϊό.

ITALIA.GRAIKANIKA.KORONOIOS

Η αφίσα που δημιούργησαν οι Ελληνόφωνοι Γκρεκάνοι η οποία βασίστηκε στην αντίστοιχη των ιταλικών αρχών, και την απέδωσαν στη διάλεκτό τους από την ομάδα to ddomani greko, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει την ιστοσελίδα και μαζεύονται μια εβδομάδα κάθε χρόνο και μιλούν στη διάλεκτο των παππούδων και των γιαγιάδων τους

Μέχρι κι αφίσες στα γκρεκάνικα, με οδηγίες προστασίας, είναι αναρτημένες στο διαδίκτυο κι έχουν διανεμηθεί στις πόλεις και στα χωριά του Κάτω Ιταλίας.

Μπαίνοντας στην εβδομάδα των Παθών του Κυρίου Πόντιοι καλλιτέχνες, μοιράζονται μαζί μας μια από τις αγαπημένες παραγωγές τους, τη ζωή εν τάφω, «η Λύρα του Πόντου Θρηνεί τον Θεάνθρωπο», από τη φωνή του Γιάννη Γκόσιου και την αφήγηση του Γιώργου Συμεωνίδη.

Η συνοδεία των ήχων της ποντιακής λύρας, είναι από τους εξαιρετικούς καλλιτέχνες, με σειρά εκτέλεσης, Γιώργου Ατματσίδη, Μπάμπη Κεμανετζίδη, Αβραάμ Γκόσιου, Δημήτρη Ξενιτόπουλου και Γιώργου Μωυσιάδη.

Ενότητα 1η: 

Θάλασσα ‘κι φοούμαι σε

Βασίλειος Σωτηριάδης.

Γιάννης Τσανασίδης: Λύρα.

Γιώργος Βέργος: Λύρα / Αγγείο.

Νίκος Φιλιππίδης: Νταούλι.

Το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι μια μουσική καταγραφή ανθρώπων της τρίτης προσφυγικής γενιάς και συγχρόνως μια κατάθεση ψυχής από όλους τους συμμετέχοντες, που θεωρήσαμε χρέος μας να παρουσιάσουμε δημόσια. Η διαδικασία των ηχογραφήσεων βασίστηκε στον αυθορμητισμό της στιγμής και στις προσωπικές επιλογές του κάθε τραγουδιστή. Η έλλειψη της όποιας προετοιμασίας όσον αφορά τις εγγραφές είχε ως στόχο την απόδοση και αποτύπωση της ψυχικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής και βιωματικής διάθεσης του τραγουδιστή, όσο γίνεται πιο πιστά, ανόθευτα και ανεπιτήδευτα.

Για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το αποτέλεσμα αυτής της μουσικής προσέγγισης μια συντονισμένη δισκογραφική δουλειά, παρά μια επιτακτική ανάγκη πρωτίστως δική μας και έπειτα όλων αυτών που ασπάζονται με σεβασμό και ευλάβεια την κοσμοθεωρία που στην ολότητα της εκφράζει η μουσική μας παράδοση. Μια παράδοση που κληρονομήσαμε από τους παλιότερους, αλλά και που κατακτούμε αδιάκοπα και καθημερινά στο πέρασμα των χρόνων με τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και διεργασίες, που την καθιστούν πλησιέστερη δίχως να την αλλοιώνουν και να την μετατρέπουν σε μια πρόσκαιρη ατομική υπόθεση προβολής και ανάδειξης στο σύγχρονο καλλιτεχνικό στερέωμα. Στόχος είναι να επαληθευτεί η άποψη που θέλει το απλό να είναι διαχρονικό και η συγκεκριμένη δουλειά να αποτελέσει για τις επόμενες γενιές σημείο αναφοράς και φάρο αναγνώρισης των ποιοτικών προσπαθειών.

Γ. ΤΣΑΝΑΣΙΔΗΣ - Γ. ΒΕΡΓΟΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Βασίλειος Σωτηριάδης το γένος Ζυγανιτίδη, γεννήθηκε το 1952 στον Κοκκιναρά του Νομού Κοζάνης, με απώτερη καταγωγή από τη Λαραχανή και το Αδολί της Ματσούκας. Είναι το δεύτερο παιδί του Στέργιου και της Σοφίας μαζί με τους Χαράλαμπο, Νικόλαο και Βασιλική. Τα πρώτα του βιώματα τα απέκτησε σε μικρή ηλικία από τους Κώστα Κυριακίδη (Πορπάζαλη), Απόστολο Ζυγανιτίδη (Πήλον), Γιώργο Ζυγανιτίδη (Καρτάσογλη), Χαράλαμπο Ζυγανιτίδη και Γιώργο Σαλακίδη (Σαλάκ). Ο παππούς του Χαράλαμπος Σωτηριάδης ή Σωτήρογλης (1890 - 1957) ήταν αναγνωρισμένος λυράρης στη Λαραχανή και αργότερα πρωταγωνίστησε στα γλέντια που λάμβαναν χώρα στο χωριό, μαζί με τους Γεώργιο Χαραλαμπίδη (1902 - 1968) και Γιάννη Ζυγανιτίδη (1916 - 1998). Το 1980 παντρεύτηκε την Παναγιώτα Παπαδοπούλου και απέκτησαν τρία παιδιά, τον Χαράλαμπο, τη Σοφία και τον Σάββα και το 1998 εγκαταστάθηκαν στην Ξηρολίμνη όπου ζουν μέχρι και σήμερα. Ο Βασίλειος Σωτηριάδης παίζει, τραγουδά και κατασκευάζει λύρες, εκπληρώνοντας όπως ο ίδιος επισημαίνει το μεράκι και την προσωπική του ευχαρίστηση. Το μουχαπέτ έχει κύριο ρόλο στη ζωή του και οι παρέες του αποτελούνται από μερακλήδες και φίλους των γύρω χωριών και της ευρύτερης περιοχής της Κοζάνης. Ο ίδιος αναφέρει τους Λευτέρη Κοκκινίδη, Παναγιώτη Σαββίδη, Απόστολο Γρηγοριάδη, Νίκο Σιαμίδη, Νίκο Ζυγανιτίδη, Γιάννη Χαραλαμπίδη, Γιάννη Στεφανίδη, Χαράλαμπο Τσακαλίδη, Βασίλη Παλασίδη, Λάκη και Γιάννη Βασιλειάδη, Στάθη Κατωτικίδη, Γιάννη Κοροσίδη, Γιώργο Τρικιλίδη, Γιώργο και Στέργιο Κικίδη. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του: «Αρρωσταίνω όταν περνάν μέρες χωρίς να κάνω μουχαπέτ. Πολλές φορές κάνω μόνος μου όταν δεν μπορώ να βρω παρέα».

 

Ιεροκλής Μιχαηλίδης:

Με τα μάτια της γιαγιάς.

«Οδηγίες για το Πάσχα».

«Άγαμοι Θύται». 

Επεισόδιο 1.

Ένα ποντιακό τραγούδι, με στίχους με την διάλεκτο των Ελλήνων του Πόντου, την πιο κοντινή στην αρχαία ελληνική γλώσσα, που αναφέρεται στην πανδημία του Κορωναϊού, τραγούδησε ο Κώστας Καραπαναγιωτίδης.

Η μουσική επιμέλεια και ενορχήστρωση, είναι το Γιάννη Καραπαναγιωτίδη.

Οι στίχοι είναι του Κώστα Κωνσταντινίδη.

Στη λύρα είναι ο Αντώνης Καλάτης.

Στην κιθάρα, ο Γιώργος Καραπαναγιωτίδης.

Έναν πουλόπον λαλεί, σην Ανατολή τερεί

έρθε μας τρανόν κακόν, όϊ να ιλί εμάς, να ιλί.

Έναν πουλόπον λαλεί, τουσμάν έρθανε πολλοί

έρθε μας και ένας ιός, κορώναν ατός φορεί.

Έναν πουλόπον λαλεί, έρθαν δύσκολοι καιροί,

το Αιγαίο σην νησιάν, εσέγκαν από γαρσί.

Έναν πουλόπον λαλεί, τη τρανού η Αδελφή

η Γοργόνα τη τουσμάντ’ς, θα πατεύατς όλτ’ς μαζί.

Έναν πουλόπον λαλεί, έναν μούσταν όλ’ μαζί

χάτε η πατρίδα ‘μουν, κι Ευρώπη τσογάπ’ κι δει

χάτε η Ελλάδα ‘μουν κι Ευρώπ’, τσογάπ’ κι δει.

Ρεφραίν

Πουλόπο μ’ μη τρώς την ψύς, το άλας είμες τη γης

έρθεν ξάν’ η Άνοιξη. γλυκέα εσύ θα λαλείς.