Στις παιδικές μνήμες από την γέννησή της έως τα εφηβικά της χρόνια, στον Κούκο Πιερίας, πολλές από τις οποίες περιγράφονται στο βιβλίο του Βασίλη Σιδηρόπουλου «Πορείες θανάτου… και ζωής» που κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, που παρουσιάστηκε το βράδυ του Σαββάτου, στην αίθουσα του πρώην δημοτικού σχολείου, το βράδυ του Σαββάτου 6 Αυγούστου 2022, αναφέρθηκε ο ζωγράφος Σοφία Αμπερίδου.

Γυρνώντας το χρόνο πίσω, η ζωγράφος Σοφία Αμπερίδου, ανέφερε τα ακόλουθα:

Ήταν Σεπτέμβριος του 2021, όταν δέχθηκα ένα τηλεφώνημα, από τον Βασίλη Σιδηρόπουλο, ο οποίος με ανακάλυψε στο διαδίκτυο μέσα από τις ζωγραφιές μου. Σε αντίθεση με κείνον, ο οποίος με θυμόταν από μικρό κοριτσάκι στο χωριό, εγώ δεν θυμόμουν τίποτα περί της ύπαρξης του και για επιβεβαίωση μου ανέφερε κοινές μνήμες με τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου.

Η διαφορά ηλικίας μας, μικρή μεν, αλλά περισσότερο οι συνθήκες ζωής στα χρόνια του 1970, καθώς και ότι εκείνος έμενε στην αρχή του χωριού ενώ εγώ στο τέλος, ήταν αιτίες να μην γνωριζόμαστε.

Με το τηλεφώνημα του μού ανακοίνωσε την πρόθεση του να εκδώσει ένα βιβλίο που αφορούσε το χωριό μας κι αν είχα κάποια στοιχεία να του καταθέσω, καθώς τότε ολοκλήρωνε την έρευνα του.

BIBLIO.SIDHROPOYLOS.BASILHS.POREIES.ZOHS.EKDOSEIS.KYRIAKIDH.IMG 8917

Το βιβλίο του λοιπόν, που σήμερα κρατούμε στα χέρια μας, με τίτλο «Πορείες θανάτου.. και ζωής», γίνεται η αφορμή να γνωριστούμε και να ξανά-συστηθούμε, όχι μόνο εμείς μεταξύ μας, αλλά πολύ περισσότερο όσοι σχετίζονται με το χωριό μας τον Κούκο και όχι μόνο!

Παρά το γεγονός ότι καθυστερήσαμε μισό αιώνα να γνωριστούμε, μας ενώνουν κοινά βιώματα με πρόσωπα και πράγματα, αλλά και με ιστορίες που συνοδεύουν τη δική μας ζωή, των συγχωριανών μας, μα και της ευρύτερης περιοχής. Πρωτίστως μας ενώνει αυτός ο χώρος που βρισκόμαστε σήμερα! Το Δημοτικό Σχολείο!

Δεν χρησιμοποιώ τη λέξη «πρώην» Σχολείο γιατί για μένα θα παραμείνει πάντα το Σχολείο που έμαθα τα πρώτα γράμματα, που εδώ συνάντησα δασκάλους που με έκαναν να κλάψω με την αψυχολόγητη συμπεριφορά τους κάποιες φορές και κάποιες άλλες φορές, που με παρακίνησαν να έχω εμπιστοσύνη στις δυνατότητες μου και να προχωρώ μπροστά.. εδώ συναντούσα τους συμμαθητές μου όπου διαβάζαμε και παίζαμε.. κι αν τώρα στέκει έρημο από παιδιά, το σχολείο γνωρίζει ότι κάποια παιδιά το έχουμε στην καρδιά μας σαν ολοφώτεινο καταφύγιο!

Είναι τούτη η ημέρα η 6η Αυγούστου που η Εκκλησία μας τιμά τη μεταμόρφωση του Σωτήρος, κι ας είναι μια μέρα σωτηρίας για την ψυχή μας και την πεπερασμένη ζωή μας.

Έχουμε λοιπόν εδώ, ένα συγγραφικό πόνημα, όπου σε αυτό ο Βασίλης Σιδηρόπουλος ως αυτήκοος μάρτυρας διηγήσεων του παππού και τη γιαγιάς του, γονείς του πατέρα του, συγκέντρωσε σε αυτό το βιβλίο των τριακοσίων σελίδων γεγονότα και συμβάντα που αφορούν σχεδόν όλους τους κατοίκους του χωριού μας.

Είναι η ζωή τους στον Πόντο, μία πατρίδα που τους γέννησε και τους ανέθρεψε κι έπειτα από το διωγμό τους -με την απάνθρωπη Συνθήκη της Λοζάνης για την ανταλλαγή πληθυσμών- ήρθαν στη μητέρα Ελλάδα, μια πατρίδα που δεν τους καλοδέχτηκε ως πρόσφυγες, εκείνοι όμως μπόρεσαν με τους καθημερινούς αγώνες να φτιάξουν τη ζωή τους, παρά τα πολλά ζητήματα και προβλήματα που είχαν να διαχειριστούν και εδώ.

Το βιβλίο, μας μεταγγίζει εν ολίγοις την ιστορική μνήμη του χωριού μας για γεγονότα που έλαβαν χώρα και δημιούργησαν μέχρι και διχαστικά ζητήματα. Αναφέρεται στα βιοποριστικά θέματα των ανθρώπων, με ενδιαφέρουσες καταγραφές για πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, εμπειρίες εποχής κι όλα αυτά μεταφέρονται μέσα από το πολεμικό κλίμα του αντάρτικου στον Πόντο κι αργότερα της Γερμανικής Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.

Θα το χαρακτήριζα και ηθογραφικό διήγημα του 20ου αιώνα, που αποδίδει τη νοοτροπία ζωής, τα ήθη και έθιμα των ανθρώπων που έζησαν στον πόντο και τα μετέφεραν στη νέα γη που ήρθαν ως πρόσφυγες.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως πλαίσιο για το βιβλίο του, τον τόπο καταγωγής του, το χωριό Κούκος, στο οποίο καταθέτει εμπειρίες και προσωπικά βιώματα που άλλοτε χαρακτηρίζονται από έναν έντονο συναισθηματικό λυρισμό κι άλλοτε σκιαγραφούν την ωμή πραγματικότητα, που τις περισσότερες φορές εκφράζεται με βάναυση και βάρβαρη συμπεριφορά των μεγάλων που γεμίζει απορίες και πίκρα την τρυφερή ψυχή ενός παιδιού.

Οι παιδικές μνήμες πάντα γίνονται καταφύγιο και σε αυτές επιστρέφουμε συχνά για να δώσουμε απαντήσεις μέσα από τον τρόπο που μεγαλώσαμε και διαμορφωθήκαμε ως άνθρωποι και προσωπικότητες. Στα δικά μας παιδικά χρόνια, τότε που ήταν ακόμη ακμαίοι οι γονείς των γονιών μας, ως πρόσφυγες πρώτης γενιάς αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο με την γενέτειρα τους στον Πόντο.

Πολλοί από εμάς είμαστε αυτήκοοι μάρτυρες των ιστοριών τους. Στο χωριό μας δεν γνωρίζω άλλον εκτός από τον Βασίλη Σιδηρόπουλο, που με μεγάλη προσοχή επιδόθηκε στην καταγραφή γεγονότων όπως τα εξιστορούσε ο παππούς του, ο καπετάν Σαούρ Ανέστης και η γιαγιά του η Κερεκία. Οι αφηγήσεις αυτές τον ωρίμασαν γρήγορα και του δημιούργησαν συναισθήματα ευθύνης απέναντι στην ιστορική πραγματικότητα.

Οι παλαιότερες εποχές έχουν πάντα ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για όσους αναζητούν πληροφορίες και γνώσεις για θέματα που απασχόλησαν τον τόπο μας και που σε κάποιες περιπτώσεις ο απόηχος των γεγονότων φτάνει ως τις μέρες μας, ενώ πολλές φορές δημιουργεί απορίες, προβληματισμούς ακόμα και θαυμασμό.

Διενέξεις που προκάλεσαν εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία στρώνοντας τον δρόμο για τις δικτατορίες του μεσοπολέμου και τη Χούντα των Συνταγματαρχών.

Σε ορισμένες περιπτώσεις δε, τα γεγονότα ήταν εξόχως βάρβαρα, που οδήγησαν σε τέτοια συλλογικά τραύματα όπου κάποιοι ελάχιστοι μεν, όμως τα παραποίησαν ή και τα ωραιοποίησαν για να στηρίξουν τις αφηγήσεις κατά πως τους βόλευε.. είναι και κάποιοι άλλοι επίσης που τα εγκατέλειψαν στη λήθη θέλοντας να ξεχάσουν, αφού δεν άντεχαν την πίκρα και τον πόνο που τους προκάλεσαν. Είναι πραγματικά αλήθεια, πως η ζωή πολλές φορές μας απέδειξε πως «Η αλήθεια δεν είναι μόνο μία, πάντα είναι πολλές»!

Στις σελίδες του βιβλίου δεν υπάρχουν κεφάλαια ή ταξινομημένες χρονικές περίοδοι. Η ροή του χρόνου και των αφηγήσεων πληροφορούν τον αναγνώστη με ακριβέστατες περιγραφές χαρακτήρων και συναισθημάτων, για πρόσωπα ηρωικά, που κέρδισαν ή έχασαν μάχες, για πρόσωπα πονεμένα και ταλαιπωρημένα από τα βάσανα και τις κακουχίες στους διωγμούς και τις εξορίες από τους Τσέτες στον Πόντο, για πρόσωπα που κοπίασαν χύνοντας ιδρώτα και αίμα για να ξαναχτίσουν τη ζωή τους κι ένα σπίτι από την αρχή, πρόσωπα που έδωσαν και τη ζωή τους για το κοινό καλό και πρόσωπα αμφιλεγόμενα που σε αυτούς ταιριάζει πλήρως η λαϊκή ρήση «τα στερνά τιμούν τα πρώτα».

Οι ιστορικές στιγμές του εμφυλίου, της καθημερινότητας στις γειτονιές, στο σχολείο και τα πανηγύρια, οι παρέες και οι φιλίες, ξεδιπλώνονται σε ένα πολύχρωμο υφαντό με τρόπο απλό και ανεπιτήδευτο, τόσο που πολλές φορές θαρρείς ότι ο συγγραφέας σου τα λέει δια ζώσης.

Στις σελίδες του βιβλίου ακόμη, υπάρχει μια φοβερή καταγραφή ονομάτων για ανθρώπους και τοποθεσίες κυρίως στον Πόντο. Οι “πορείες θανάτου… και ζωής” διατρέχουν μια περίοδο ενός πολυτάραχου αιώνα που ξεκινά γύρω στο 1919 και ολοκληρώνεται με το ταξίδι του συγγραφέα στον Πόντο το 2014 υλοποιώντας το όνειρο του να βρεθεί στον τόπο των προγόνων του.

Στην αφήγηση περιλαμβάνονται πολλές τουρκικές λέξεις και εκφράσεις κατάλοιπα της Οθωμανοκρατίας από τη μια, και από την άλλη ήταν χαρακτηριστικό των τουρκόφωνων του Δυτικού Πόντου, όπως οι περιοχές της Μπάφρας και του Βεζίρκιοπρού από όπου και η καταγωγή του παππού του συγγραφέα. Άλλωστε, το μοναδικό κειμήλιο που έφερε ο πρωταγωνιστής παππούς από τον Πόντο είναι ένα μικρό ευαγγέλιο στα τουρκικά, αλλά με ελληνική γραφή!

Από το βιβλίο δεν λείπουν οι λυρικές στιγμές με τα τραγούδια που άλλοτε παρηγορούσαν κι άλλοτε κατεύναζαν τον καημό. Δεν λείπουν τα βαριά συναισθήματα, οι στιγμές αποχωρισμού για την ξενιτιά ή τον χαμό ανθρώπων.

Η μάνα που ετοιμάζει τις βαλίτσες για τη Γερμανία και τα παιδιά να κλαίνε ακολουθώντας και τρέχοντας πίσω από το λεωφορείο μέχρι την άκρη του χωριού. Ένα λεωφορείο που σήκωνε σύννεφα σκόνης γιατί οι δρόμοι ήταν ακόμη χωματένιοι ή χαλικοστρωμένοι. ‘Ένα λεωφορείο που ανέβαζε για επιβάτες ακόμη και κατσίκες!

Αυτή η Γερμανία που γέμιζε τόση πίκρα σε όσους έμεναν πίσω και τους γλύκαινε καμιά φορά με κάποια καλούδια που έστελναν οι ξενιτεμένοι.

Είμασταν κι εμείς που κοιτάγαμε ντροπαλά και παραπονεμένα όσους καμάρωναν για τα ρούχα και τα παπούτσια που τους έστελναν οι γονείς τους, τα μολύβια με τα κουκλάκια που έφερναν στο σχολείο, κι εκείνα τα πολύχρωμα ζελέ αρκουδάκια ή τις σοκολάτες με τα γυαλιστερά περιτυλίγματα που έκαναν τη φτώχεια μας να φαντάζει μεγαλύτερη κι εμείς να νιώθουμε παρακατιανοί.

Στο βιβλίο υπάρχουν και κάποιες τραγελαφικές στιγμές με πρόσωπα του χωριού, κι αυτό αντιστοιχεί σε αυτό που λέγανε παλιότερα «κάθε χωριό ή γειτονιά έχει τον δικό του τρελό».

Φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι παιδικές σκανταλιές. Δεν είχαν κατά νου τον κίνδυνο όταν έκαναν τσουλήθρα σε υπόγειους τσιμεντένιους σωλήνες, ή όταν ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αποφάσισε να κρυφτεί μέσα στο πηγάδι για να μην πάει στο σχολείο.

Ακόμη όμορφες ποιητικές εικόνες ξεπροβάλουν σε απρόσμενες στιγμές, όταν η γιαγιά παρόλη την αγραμματοσύνη της, είχε τον τρόπο της να μεταλαμπαδεύει στα εγγόνια της την πίστη στα θεία και ιερά: να πάτε πουλόπα μ’ στον Πόντο και να έχετε μαζί σας κεριά ν’ ανάψετε κι αν δεν βρείτε τους τάφους των προγόνων, ανάψτε τα κι ο καπνός θα ενωθεί με την ευωδιά που έχει η ρίγανη και το θυμάρι και θα φτάσει ως τον ουρανό.. θα αναπαυθεί η ψυχή τους!

Εξέχουσα θέση στο βιβλίο έχουν οι συνήθειες της εποχής, όπως το κοτόπουλο στο Κυριακάτικο τραπέζι, ή οι ιστορίες του Λαμπίρη και της Τζοβάνας να μας κρατούν συντροφιά από ένα ραδιόφωνο στο δέντρο κρεμασμένο κι εμείς να μαζεύουμε κεράσια ή αμύγδαλα.

Μικρές ιστοριούλες δεμένες μεταξύ τους σαν τη ζωή μας που κυλάει χρόνο με το χρόνο και στο διάβα της καταπίνει έθιμα σαν αυτό με τα χοτλάχια ή πως να κάνεις γερά πασχαλιάτικά αυγά!

Αυτό που ιδιαίτερα κρατώ από το βιβλίο ως αναγνώστης είναι ο άμεσος προφορικός λόγος, οι συνταρακτικές περιγραφές, η κινηματογραφική ροή των γεγονότων όπου οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη και μπροστά στα μάτια σου ζωντανεύει το παρελθόν!

Είναι ένα βιβλίο που για εμένα προσωπικά έριξε φως κι έδιωξε τη σκόνη του χρόνου που κάθισε πάνω απ’ τις σχέσεις και τις σκέψεις των ανθρώπων. Θυμήθηκα ιστορίες που άκουγα στο σπίτι μου και τότε λόγω της μικρής ηλικίας δεν καταλάβαινα ακριβώς το νόημα και τη σημασία τους.

Αυτό που ίσως και ο ίδιος σας πει στη συνέχεια δεν επαναπαύτηκε ως συνταξιούχος αλλά εργάστηκε πάρα πολύ ώστε να βάλει σε τάξη τόσες μνήμες και γεγονότα, που του μετέφερε ο παππούς του, δίνοντας νόημα σε αυτή την περίοδο της ζωής του, και μακάρι να βρεθούν κι άλλοι μιμητές να καταγράψουν περισσότερες στιγμές και λεπτομέρειες από τη ζωή, τις αναμνήσεις και την ιστορία αυτού του τόπου.

Άλλωστε: Η μνήμη είναι που θρέφει και διατηρεί ζωντανή την Ιστορία μας!

Κι όπως έγραψε ο Ηλίας Βενέζης στο βιβλίο του «Μικρασία Χαίρε».. «Είμαστε ένας λαός της μνήμης. Η μνήμη είναι η πηγή της λύπης και της περηφάνιας μας. Είναι η πηγή κι εκείνης της άλλης δύναμης που μας βοηθά να μη γονατίσουμε, να σηκωνόμαστε όρθιοι, όσο βίαιοι κι αν είναι οι άνεμοι, όσο άγρια κι αν είναι η θύελλα. Κάθε κομμάτι της γης που πατούμε, κάθε δέντρο, κάθε βουνό, κάθε πέτρα, – όλα έχουν να πουν για μεγαλείο και για δάκρυα.

Θα ήθελα να κλείσω τη σύντομη αναφορά μου προτρέποντας σας να πάρετε αυτό το βιβλίο που κατά την ταπεινή άποψη μου συμβάλει στην ιστορική γνώση αλλά και την προσωπική και συλλογική αυτογνωσία μας.

Εν κατακλείδι κρατάω από το βιβλίο μια σημαντική φράση που είπε στον συγγραφέα ο παππούς του και που ισχύει για όλους μας: «ότι κάνεις το κάνεις μόνο για τον εαυτό σου, σε σένα θα γυρίσουν και τα καλά και τα κακά». Είναι αυτή η φωνή που πάντα μιλάει μέσα μας, η φωνή της συνείδησης κι ίσως αυτό να είναι και η απάντηση στο αιώνιο ερώτημα του ανθρώπου: Ποιος είμαι, από πού έρχομαι, πού πάω και τι θέλω… σας ευχαριστώ για την προσοχή σας!