Έρμαιο ιερόσυλων έχει γίνει ελληνική ορθόδοξη εκκλησία στην περιοχή της Αργυρούπολης (Γκιουμουσχανέ) του Πόντου, αφού οι τοιχογραφίες της έχουν καταστραφεί, ενώ οι τάφοι που βρίσκονται γύρω από τον Ιερό Ναό, έχουν λεηλατηθεί.

Η Πρωτομαγιά και γενικότεραη Άνοιξη κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή των Ελλήνων του Πόντου, γιατί συμβολίζουν την ζωή και την περίοδο μετά τον χειμώνα όπου αρχίζει ο άνθρωπος να βγαίνει στη φύση, η οποία αναγεννάται και προσφέρει καρπούς. Πολλά από τα έθιμα αυτά, έχουν σχέση με τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων, μιας και στον Πόντο διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό.

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΩΫΣΙΑΔΗ

Με αφορμή την παγκόσμια πανδημία του κορωνοϊού που ενέσκηψε σε όλες τις χώρες του κόσμου, είναι ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε αντίστοιχη εμπειρία, που έζησαν οι πρόγονοί μας στη δεκαετία του 1840 στην ιστορική μας πατρίδα, τον Πόντο.

Πρόκειται για τη δεύτερη λοιμώδη επιδημία της πανώλης - πανούκλας -χολέρας ή γουρζουλά στα ποντιακά. Η πανώλη ήταν μια οξεία λοιμώδης νόσος, που προκαλούνταν από τον λεγόμενο βάκιλο του «Γερσίν» και μεταδίδονταν όπως ο κορονοιός ακόμα και με τα σταγονίδια… Προκαλούσε τα ίδια συμπτώματα, όπως υψηλό πυρετό με αιμόπτυση, πνευμονία και τέλος σηψαιμία. Η λέξη πανώλη, όπως και ο κορονοϊός ήταν ελληνική από το (πάν) και το (νόσος). Η πανδημία αυτή ήταν γνωστή με τον όρο «ασιατική χολέρα» και απλώθηκε γρήγορα σε όλη τη Δύση μετά το 1830. Παρουσίαζε έξαρση στην καλοκαιρινή περίοδο και εξασθενούσε στη χειμερινή.

MOISIADIS.PANAGIOTHS.GOYRZOYLAS1

Η πρώτη επιδημία εμφανίστηκε σε περιορισμένο βαθμό το 1811, ενώ η δεύτερη εμφάνιση πήρε χαρακτήρα πανδημίας, γιατί μεταφέρθηκε στις περιοχές ολόκληρου του Πόντου μέχρι και την Σεβάστεια. Μεταφέρθηκε το 1845 με τα ευρωπαϊκά καράβια, που μετέφεραν διάφορα προϊόντα κυρίως λάδι, ελιές, σαπούνι, πετρέλαιο κ.τ.λ. Βαθμιαία απλώθηκε σ’ όλη την οθωμανική αυτοκρατορία, γιατί δεν πάρθηκαν μέτρα κατά της ελεύθερης κυκλοφορίας. Κύριο μέσο διάδοσης της ασθένειας αποτέλεσαν οι αρουραίοι και οι ψήλοι, δύο οργανισμοί, που αφθονούσαν εκείνη την εποχή στην Πόλη και στην Τραπεζούντα.

Οι Πόντιοι της Τραπεζούντας μόλις παρουσιάστηκε ο Γουρζουλάς επέστρεψαν στα χωριά τους για να προφυλαχτούν, με αποτέλεσμα να μεταφέρουν την ασθένεια σε όλα τα χωριά της ευρύτερης ποντιακής περιφέρειας…

Τα μέτρα αντιμετώπισης της ασθένειας για τα κοινωνικά δεδομένα εκείνης της εποχής υπήρξαν σκληρά, αφού οι δημογεροντίες των χωριών αποφάσιζαν την εκδίωξη και την απομόνωση των αρρώστων. κυρίως σε απόμακρες καλύβες ή και μεγάλες σπηλιές πάνω στα βουνά.Τον επισιτισμό των ασθενών αναλάμβανε η κάθε οικογένεια, που μετέφερε τα τρόφιμα προς το μέρος της απομόνωσης την «Σπιναλόγκα» της εποχής. Μια δεύτερη αντιμετώπιση ήταν να αφήνουν τους ασθενείς με την γιαγιά στο σπίτι και να φεύγει όλο το χωριό στο βουνό. Οι Τούρκοι ως μοιρολάτρες του Κισμέτ’ αντιμετώπιζαν τις συνέπειες χωρίς να πάρουν κανένα μέτρο, γιατί πίστευαν, πως ο θάνατος από λοιμό τούς στέλνει στον παράδεισο.

Ο λόγιος, Παντελής Μελανοφρύδης από τη Άδυσσα, σε μια ιστορική του αναφορά για τον Γουρζουλά, μας λέει ότι αυτός εμφανίστηκε στο Μεσοχάλδιο και στη Ματσούκα το 1830. «Οι κάτοικοι του χωριού μας οι Αδυσσενοί, κατέφυγαν εις τα δάση. Το χωριό ερημώθη και οι χωρικοί με τα ζώα των και μερικά σκεπάσματα και τρόφιμα κατασκήνωσαν εις την τοποθεσίαν Πλάτων. Μια γριά, η Σουγκουρίνα,αρρώστησαν και τα έξι αγόρια της και παρέμεινε η χαροκαμένη μάνα να τα περιποιηθεί. Και τα έξ’ απέθαναν και η δυστυχισμένη μητέρα εφορτώνετο τα πτώματα και τα έθαβε εις τον πλησίον κήπον της. Η ίδια επέζησε».

Μία αντίστοιχη καταγραφή μας καταθέτει ο Σανταίος ιστορικός, Ευστάθιος Αθανασιάδης. στα «ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ» περιγράφοντας με λεπτομέρεια, πώς φαντάζονταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή τον θανατηφόρο Γουρζουλά. «Όταν εντώκεν ο γουρζουλάς ση Σάνταν, τη Γολιδούς ο Παναέτες με τη γραίαν ατ’, τη Σουμέλαν τη πάρδονος, όντες ετέρεσαν ο γουρζουλάς γριλεύ’, εκλείδωσαν τ’ οσπίτ’ν ατούν, επέραν ήντιαν φαϊστικά και σκευικά είχαν και επήγαν σ’ έναν σπέλεν γαρσί σο χωρίον. Ο γέρον κάποτε εκατήβεν ‘ς σο οσπίτ’, τερεί η πόρτα κλειδωμένον, το μαντρίν κλειδωμένον και τ’ οσπίτ’ καπνίζ’… Ένοιξεν την πόρταν, εσέβεν απέσ’, κα’ννάν κ’ εύρεν ασά πράγματα τιδέν ‘κ’ ετριαλίεν, μανάχον σ’ άψιμον καικά είδεν έναν χαλπάν ξυμητόν άθρωπον, να εμπαίν απές άμον εξωτερικόν. Το γαλπάχν ατ’ ξιμυτόν εντούνεν σα δόκια. Τα λώματα τ’ κουρκουντέλια, το μυτίν ατ’ καγάν, τα γένια τ’ άμον τσάρια και τ’ ομμάτια τ’ άμον γογγύλια. -Παναΐα, είπεν, αούτος τη γαϊδιάρ’ ο γιόν απόθεν έν’; Καμμίαν νουνίεις, έν’ ο Γουρζουλάς;».

MOISIADIS.PANAGIOTHS.GOYRZOYLAS2

Δεν γνωρίζω, αν ο ευμαθής δάσκαλος της Σάντας είχε δει την προσωποποίηση της πανώλης όπως αυτή δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες της Δύσης την ίδια εποχή. Αλλά η περιγραφή του είναι πανομοιότυπη… όπως φαίνεται και στη φωτογραφία.

MOISIADIS.PANAGIOTHS.GOYRZOYLAS3

(φωτογραφία. Πανώλη στη Δύση).

Η συγγραφέας, Γιώτα Ιωακειμίδου, στο βιβλίο της «ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΝΟΣΤΟΣ» μας περιγράφει με λεπτομέρεια, πώς περιέθαλπαν οι συγγενείς τους αρρώστους στο χωριό Κόβ’ Τεπέ της Σεβάστειας.

Το στήριγμα από το οποίο αντλούσαν δύναμη οι απλοϊκοί άνθρωποι της εποχής εκείνης ήταν η πίστη στο Θεό και στους αγίους στους οποίους ο καθένας ξεχωριστά αλλά το κάθε χωριό έκανε κάθε βράδυ λατανίες και αγρυπνίες. Οι κάτοικοι της περιοχής Ματσούκας έβρισκαν καταφύγιο στα τρία μεγάλα μοναστήρια τους. Το 1796, γράφει ο Θεοδόσης Κυριακίδης στην εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού, χτύπησε η πάλι η πανώλη τοπικά και οι Τραπεζούντιοι πήγαν στο μοναστήρι του Άγιου Γεώργιου του Περιστερεώτα. Μολύνθηκαν όλοι οι μοναχοί και πέθανε ο ηγούμενός της Γερβάσιος και ένας ακόμα μοναχός. Στα χωριά της Αργυρούπολης όπως στην Τσίτη, στο Καρμούτ’ και σε πολλά άλλα πίστευαν, πως τον Γουρζουλά τον νίκησε ο Άγιος Θεόδωρος, ενώ σε άλλα ο Άγιος Δημήτριος ή ο Άγιος Γεώργιος. Για να δούμε, πώς περιγράφει ο Ιωάννης Αβραμάντης στα «Χρονικά του Πόντου» την ήττα του Γουρζουλά από τον Άε- Θόδωρο. «Ας σην Τσίτεν, όντες πάς σην Άρδασαν, αφκά ση Σανού, το έλεγαν, κι απάν ση στράταν ‘ετον έναν τρανόν πλακίν κι απάν σο πλακίν έναν πλουμίν, άμον αλοού ποδαρόπον. Ας σο ποτάμ’ κ’ εκεί μερέαν πα έτον έναν παρεκκλησόπον, τ’ Αε-Θόδωρονος. Εκείνο η ποδαρέα, έλεαν, έτον τ’ Αε-Θοδώρ’ τ’ αλοού. Εκεί σο πλακίν απάν’ Αε-Θόδωρον επρόφτασεν με τ’ άλοον ατ’ κ’ εσκότωσεν τον Γουρζουλάν…!».

Στο χωριό Καρμούτ’ της Αργυρούπολης οι κάτοικοι έκαναν όλο το βράδυ αγρυπνία στην εικόνα του Άε –Θόδωρα και την άλλη ημέρα δεν αρρώστησε κανένας. Προς τιμήν του Άε Θόδωρου έχτισαν την εκκλησία πάνω στο λόφο του χωριού στο σημείο, όπου πίστεψαν ότι ο Άγιος σταμάτησε την αρρώστια… Οι καρμουτλήδες για να δοξάσουν τον Άγιό τους έχτισαν μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμήν του, η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα.

MOISIADIS.PANAGIOTHS.EKKLHSIA.KARMOYT

(Φωτογραφία. Εκκλησία Καρμούτ)

Η ηχηρή και ευρέως διαδεδομένη λέξη Γουρζουλάς αιτιολογείται από τον Παντελή Μελανοφρύδη ως εξής: Το πρώτο συνθετικό της λέξης είναι το (α)γούρ’ και το δεύτερο είναι από το ρήμα «ζουλώ» ζουλίζω –στρέφω ανάποδα. Καταβάλλω επί αρρώστιας… Εζούλτσεν ατόν το συνάχ’… Μια προνοητική έκφραση πολύ αντιπροσωπευτική για τον κορονοϊό. (εζούλτσε ‘μας ο κορονοϊόν.) Δηλαδή Γουρζουλάς ο καταβάλλων, ο εξασθενών, και κατ’ επέκταση ο επιφέρων τον θάνατο. Συνεχίζοντας μας επεξηγεί, ότι οι λέξεις α(γούρ) - ζουλάς η ασθένεια των άγουρων ανδρών. Η ασθένεια κτυπούσε περισσότερο τους άνδρες…

Στο χωριό μου, το Ανατολικό, υπήρχε το παρατσούκλι «ο γούρον» το οποίο χαρακτήριζε υψηλό και σωματώδη άντρα. Την ίδια αναφορά κάνει και ο Μελανοφρύδης με το δημοτικό τραγούδι, που διασώζει: «Έχεις τη δράκ’ τη δύναμιν και τη γουργούρ’ τ’ ωμίτζια.»

Η λέξη μετά την επιδημία στην ποντιακή γλώσσα έγινε μνημείο λόγου και φιλοσοφικών εννοιών όπως:

Ο Γουρζουλάς τριγυροκλώσκεται τ’ αμπάρ’ = υπονοώντας τον ερχομό του, φαντάζονταν ότι κρύβονταν στα τρόφιμα.

Φράσεις όπως: Γουρζουλάν απέσ’ ισ’ = σκάσε σώπα,

Γουρζουλόσπαχτε= ο έχων πολύ χιούμορ’.

Γουρζουλάν να τρως = ύβρη για τον ανάξιο φαγητού,

Γουρζουλάν να γίνεται =να φας φαρμάκια,

έλα γουρζουλάγ’= πρόσκληση σε φαγητό με επιφύλαξη.

Γουρζουλιάουμαι = Τρώγω φαρμάκια,

να τρώει ‘σε ο Γουρζουλάς= όπως να σε φάει ο λύκος ή που να σε πάρει η ευχή.

Ακόμα και ανέκδοτα, όπως το παρακάτω, γράφτηκαν για τον Γουρζουλά:

Την γαρήν είπαν ατέν ο Γουρζουλάς παιδία μοιράζ»

Τ’ εμά μη παίρ, είπεν, και τ’ εκεινού λαζούμ’ ‘κ’ είναι…!

Ποιος μπορούσε να προβλέψει πως η σύγχρονη ανθρωπότητα θα αναλωθεί σε πυρηνικούς εξοπλισμούς, που μπορούν να αφανίσουν τον άνθρωπο εκατοντάδες φορές από τον όμορφο και μοναδικό πλανήτη, τη γη, και να φανούν ανήμπορα σκαθάρια, και δηλοί ικέτες μπροστά σ’ έναν ιό, που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι. Ένα είναι βέβαιο: πως οι πρόγονοί μας πριν 200 χρόνια μπόρεσαν βιολογικά και ψυχολογικά να εξευμενίσουν και να καταπολεμήσουν τους ιούς της εποχής με την πίστη και τη στροφή στη φύση. Σήμερα η ανθρωπότητα δυστυχώς συλλαμβάνεται ανίσχυρη και φοβική να αντιμετωπίσει τον ύπουλο άγνωστο εχθρό, που την απειλεί… Οι αδαείς προγονοί μας προσωποποίησαν το Γουρζουλά με την εικόνα του χάρου.

Η σύγχρονη επιστήμη παρακολουθεί τον κορονοϊό με φόβο και δέος, ανήμπορη να παρέμβει αποτελεσματικά. Για μια ακόμη φορά επαληθεύεται η ρήση, πως η ιατρική επιστήμη βρίσκεται ακόμη σε νηπιακή ηλικία…

Το κείμενο του Παναγιώτη Μωυσιάδη, δημοσιεύθηκε στη προσωπική του σελίδα του στο fb

Του Βασίλη Ταρνανίδη (Αδολέτε)

«Συ δε νηστεύον άλειψέ σου την κεφαλήν……..»
Λαός αφοσιωμένος στον ίδιο τρόπο συμπεριφοράς, σμιλευμένος από πλήθια πάθια, θεμελιωμένος στις στέρεες βάσεις της παράδοσης, ο Ποντιακός Ελληνισμός, άντεξε στη σαρωτική πλημμυρίδα των αιώνων, κράτησε αναλλοίωτα τα ήθη και έθιμά του και συνεχίζει σταθερά την ελληνικότατη πορεία του.
Αυτή του η προσήλωση στην παράδοση είναι βαθειά συνειδητοποιημένη σε βαθμό δημιουργίας εθίμου τέτοιου που η οποιαδήποτε πλέον παρέκκλιση απ’ αυτό να προκαλεί αποστροφή και να επισύρει μήνιν αφ’ ενός και τιμωρίαν αφ’ ετέρου.
Ένα από τα έθιμα που ανταποκρίνονται στο βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα του Ποντιακού λαού, είναι και η νηστεία. Επομένως εκείνο που εξ υπ’ αρχής πρέπει να τονισθεί σύμφωνα με το πνεύμα και τις αρχές της Αγίας Γραφής είναι η τήρηση των αρχών της νηστείας.
«Συ δε νηστεύων άλειψέ σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψε Mατθ. Κεφ. στ΄ παρ. 17» δηλ. Συ όταν νηστεύεις να αλείφεις το κεφάλι σου (συνήθεια της εποχής του Χριστού) και να νίπτεις το πρόσωπό σου και αυτό για να μην εμφανίζεσαι ταλαιπωρημένος και καταπονημένος για να προκαλείς έτσι τη συμπάθεια των ανθρώπων, διότι τη νηστεία δεν την κάνεις για εντυπωσιασμό αλλά από καθαρή ανάγκη παρρησίας ενώπιον του «εν κρυπτώ» βλέποντος και «εν φανερώ» αποδίδοντος Θεού.
Αυτή η περιορισμένη ανάλυση που επιχειρήθηκε για το νόημα της νηστείας, πλην των άλλων σκοπό έχει να εμβαθύνει και στον τρόπο τήρησής της στον Πόντο, τρόπο που σε εξαιρετικές περιπτώσεις άγγιζε τα όρια της υπερβολής και του ακραίου φανατισμού καθ’ υπερβολήν ασφαλώς του πνεύματος της Αγίας Γραφής!
Καιρός όμως να αναφερθούμε με κάποια σειρά στις καθιερωμένες νηστείες σύμφωνα με την ιερή παράδοση και τους εκκλησιαστικούς κανόνες και πως ετηρούντο, όπως θα καταδείξουμε, αυστηρότατα στον Πόντο, αναλύοντας εν συντομία τις ιδιαιτερότητές τους.
1.Ο τρανόν η Σαρακοστή ( η Μεγάλη εσσαρακοστή).
Η Σαρακοστή άρχιζε από την Καθαρά Δευτέρα ή σαχταροδευτέρα (στην ποντιακή) από τη χρήση της στάχτης (σαχτάρ) για τον σχολαστικό, όπως θα δούμε στη συνέχεια, καθαρισμό των μαγειρικών σκευών.
Από την αρχή της ημέρας έβραζαν νερό «απ΄ές΄σο χαλκόν» (μεγάλο χάλκινο σκεύος) έβαζαν μέσα αρκετή στάχτη, εξ ου και Σαχταροδευτέρα, για να κάνουν την «κατενήν» - σταχτόνερο για να πλύνουν- απολυμάνουν σχολαστικά όλα τα σκεύη (τραπέζια, τραπεζομάχαιρα, ξύλινα κουτάλια, το «ξυλάγκ» κατάλληλο ξύλινο σκεύος όπου συγκέντρωνα τον επίπαγο γάλακτος-καϊμάκι και με κατάλληλες κινήσεις - χτυπήματα διαχώριζαν το «ταν» - αριάνη από το βούτυρο, τα κοβλάκια - ξύλινα ημιβαθή δοχεία, «κολιστέρια» επίσης ξύλινα δοχεία όπου έβαζαν το γάλα με τη μαγιά και «εκόλιζαν την μαντζίραν» - γιαούρτι, το «καρσάν» μεγάλο μεταλλικό σκεύος όπου μάζευαν το καϊμάκι και οτιδήποτε άλλο σκεύος σχετικού με την παραγωγή φαγώσιμου είδους.
Συνήθιζαν να έχουν διπλά, ιδίως τα ξύλινα σκεύη, για να χρησιμοποιούν το ένα σετ για νηστίσιμα παρασκευάσματα και το άλλο για αρτύσιμα. Πίστευαν πως τα αρτυμένα –«μαντζιριγμένα» σκεύη δεν μπορούν να καθαρισθούν από το λίπος που έχει εμποτισθεί στο ξύλο όσο και αν πλυθούν! Για το λόγο αυτό τα σήκωναν αυτή την περίοδο ψηλά στα ντουλάπια «σο θεμελίον ’κειές» για να τα χρησιμοποιήσουν ξανά μετά την νηστεία. Γι’ αυτό αυτή την περίοδο άκουγε κανείς παντού τους γανωματήδες να διαλαλούν την ειδικότητά τους και να κάνουν χρυσές δουλειές!
Ότι αρτύσιμα φαγητά υπήρχαν από την προηγουμένη (απομεινάρια) τα έδιναν στις φτωχές τουρκάλες που για το λόγο αυτό γύριζαν τις γειτονιές και μάζευαν ότι εύρισκαν. Η Κυριακή της Τυρινής, η «εμπονέστεια» (από το μπαίνω στη νηστεία) ήταν για αυτές μέρα πανήγυρης (μπαϊράμ) αφού τα ειδικά δοχεία που κουβαλούσαν γέμιζαν, χωρίς κανένα διαχωρισμό, από το περιεχόμενο ολόκληρης κατσαρόλας, από πίτες και από γλυκίσματα!
Εξ ου και το παροιμιώδες - «οσήμερον οι τουρκάντ’ θα εφτάνε μπαϊράμ» σήμερα οι τούρκοι θα κάνουν πανηγύρι.
Αν κανείς ξενυχτούσε το προηγούμενο βράδυ είχε δικαίωμα να αρτυθεί - «μαντσιρίζ’», μετά όμως έστω και από ολιγόλεπτο ύπνο «ολίγον να ετσάμωνεν τ’ ομμάτια» έχανε αυτό το δικαίωμα! Συνήθιζαν να τρώνε σαν τελευταίο αρτύσιμο ένα βρασμένο αυγό και το έτρωγαν λέγοντας «με τ’ ωβόν εσπάλ’τ’σα το, με τ’ ωβόν θα ανοίγ’ ατο», εννοείται το στόμα, που σημαίνει-με το αυγό το σφάλισα (το στόμα) με το αυγό θα το ανοίξω εννοώντας το Πασχαλινό αυγό. Η νηστεία αυτή την εποχή ήταν αυστηρότατη για όλους. Αυστηροί και ασυμβίβαστοι φύλακες του εθίμου ήταν κυρίως οι γιαγιάδες (η καλομάνες) και στη συνέχεια οι μανάδες. Σχετική με την αυστηρότητα τήρησης της νηστείας είναι άρνηση χορήγησης αρτυμένης τροφής ακόμα και σε αρρώστους, «ντο έχ’ και θελ’ να γουρζουλιάεται!», τι έχει και θέλει να περιδρομιάσει, «ο γουρζουλάς επίασεν ατον;», τον έπιασε η πανούκλα; Περιορισμός υπήρχε μερικές μέρες στην κατάλυση ακόμα και λαδιού. Σε όποια αμφιβολία ρωτούσαν τον ιερέα της ενορίας τους, «Πάτερ, οσήμερον ελάδ’ φαΐζ;» - Πάτερ επιτρέπεται σήμερα η κατάλυση λαδιού; Οι γιαγιάδες παρεξηγούσαν ακόμα και αυτή την ερώτηση! «’κι επόρεσεν να κρατεί έναν ημέραν το γουρζούλ’ν ατ’ς (τη λαιμαργία της μεταφορικά) και ερώτεσεν και τον ποπάν» (παπά)!» Η νηστεία επιβαλλόταν ακόμη και στα μικρά παιδιά, εκτός των βυζανιάρικα. Για το σκοπό αυτό επεστράτευαν τον «Κουκαράν!!» που κρεμούσαν στην τραπεζαρία για να θυμίζει πάντα στους ανήξερους και επιλήσμονες το καθήκον τους. «Οσήμερον ο Κουκαράς εχπάσεν α’ σο Τσεβιζλούκ (Μάτσκα)», σήμερα ο Κουκαράς ξεκίνησε από τη Μάτσκα! «Οσήμερον είδεν κάποιος τον Κουκαράν σο γιαζιλί τασιν, εντώκεν σον ανήφορον», σήμερα κάποιος είδε τον Κουκαρά στο γραμμένο βράχο να ανηφορίζει! Έτσι την Καθαρά Δευτέρα ο «Κουκαράς» βρισκόταν στο πόστο-φυλάκιό του!
Ο Κουκαράς ήταν ένα μεγάλο κρεμμύδι με πολλές ρίζες και κοτσάνι για να μπορεί να προσδένεται στο νταβάνι, με μαυρισμένες και καψαλισμένες μουστάκες, με μεγάλα άσπρα μάτια (ζωγραφισμένα με κιμωλία) κι αυστηρό ύφος. Γύρω, γύρω του κάρφωναν μεγάλα φτερά, (εφτά τον αριθμόν, όσες και οι εβδομάδες της νηστείας) από ουρά κότας.
Κάθε εβδομάδα του αφαιρούσαν και ένα φτερό για να ξέρουν πόσες βδομάδες έμειναν για τη «Λαμπρήν», ώσπου ο Κουκαράς (ο φουκαράς) έμενε γυμνός, ξεπουπουλιασμένος, οπότε και τελείωνε η αποστολή του και (αναχωρούσε) για να έρθει και πάλι του χρόνου την «Σαχταροδευτέρα». Αν κάποτε έπεφτε κατά λάθος στα χέρια των πιτσιρικάδων, τότε πλήρωνε τα πάνδεινα για την τυραννική του εποπτεία! Τον ξεκοίλιαζαν κυριολεκτικά και τότε έβλεπαν με μεγάλη τους έκπληξη πως δεν είχε έντερα και πως έμοιαζε με κρεμμύδι!
«Παιδία, παιδία ελάτε τερέστεν αούτος ιντέρια ’κι έχ’!! Τ’ απ’ έσ’ ατ’ άμον κρομμυδί’ έν’!!» παιδιά, ελάτε να δείτε αυτός έντερα δεν έχει! Το μέσα του μοιάζει με κρεμμύδι!!
Οι γυναίκες στον Πόντο την πρώτη εβδομάδα των νηστειών απείχαν τελείως από το φαγητό! Μόνο την Τετάρτη μετά την λειτουργία και το βράδυ μετά την ακολουθία έτρωγαν για να συνεχίσουν μέχρι και το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων. Γι’ αυτό και η περίοδος της πρώτης εβδομάδας των νηστειών λεγόταν Αεθοδώρισμαν ή Θοδώρισμαν. Οι μικρές κοπέλες «τα κορτσόπα» κρατούσαν αυστηρά αυτή τη νηστεία. «Θοδώριζαν» για εφτά συνεχόμενα χρόνια για να καλοπαντρευτούν! Το τέλος της εβδομάδας γινόταν ανταλλαγή δώρων κυρίως μεταξύ των μνηστευμένων, «νυσιαλαεμέν». Το αγόρι έστελνε στην καλή του μέσα σε ένα μεγάλο ταψί (σινίν) απ’ όλα τα καλά και του πουλιού το γάλα!
Κρεμμυδόπιτες φτιαγμένες με ψίχα από καρύδια ή φουντούκια τα «σογιανλούκια», «λαβάσια»-λαγάνες, δύο λογιών χαλβά , από ταχίνι και καρύδια, διάφορα φρούτα και ξηρούς καρπούς. Η κοπελιά, από την άλλη, έστελνε και κείνη τα δώρα της με όλα τα καλά και με ένα ζευγάρι, το λιγότερο, κάλτσες. Αυστηρότατες μέρες νηστείας σε όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής ήταν οι: Δευτέρα, Τετάρτη, και Παρασκευή με αποκορύφωμα την Μεγάλη εβδομάδα και ιδίως τη Μ. Παρασκευή.
Περιληπτικά άλλες νηστείες εξ’ ίσου ή λιγότερο αυστηρές ήταν:
2.Η νηστεία των Αποστώλων Πέτρου και Παύλου «τ’ αε - Παυλή» (χαλαρή). Η διάρκεια αυτής της νηστείας ήταν σχετική με το πόσο κοντά στη γιορτή των Αγίων Αποστόλων έπεφτε η Πεντηκοστή. Γνωστή είναι η σχετική ποντιακή έκφραση, «έπαρ’ το καρυδόφυλλον και φά’ όλιον την εβδομάδαν, σειρά έν’», πάρε το καρυδόφυλλο και φάε όλη την εβδομάδα, είναι σειρά.
3.Ο δεκαπενταύγουστος, «Τη Παναΐας η νεστεία», χαλαρή). Αυστηρή, αλλά ευχάριστη νηστεία λόγω πληθώρας των φρούτων και λαχανικών και της μικρής της διάρκειας.
4.Η νηστεία της αποτομής της τιμίας κεφαλής Ιωάννου του Προδρόμου (αυστηρότατη), έξ’ Αυγούστ’ τ’ Αϊ Γιαννή, το «έξ’ Αυγούστ’» σημαίνει κατά την έξοδο (έξω) του Αυγούστου στις 29 του μήνα και τέλος:
5.Η νηστεία των Χριστουγέννων, «Του Χριστού η νεστεία» όπου επιτρέπεται η κατάλυση ψαριού και του λαδιού εκτός από Τετάρτη και Παρασκευή.
Εκτός από τις νηστείες που αναφέραμε υπήρχαν φυσικά και αυτές της Τετάρτης και Παρασκευής καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου εκτός από το τεσσαρακονθήμερο της Διακαινησίμου. Η αυστηρότατη νηστεία της παραμονής των Φώτων, (μέγας Αγιασμός), η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, 6η Αυγούστου, η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (τη Σταυρού). Φυσικά εννοείται πως μετά από κάθε νηστεία ακολουθούσε η Θεία Μετάληψη!
Για να δείξω στον αναγνώστη μας με ποια σοβαρότητα και σεβασμό τηρούσαν στον Πόντο οι γονείς μας και οι παλαιότεροι τη νηστεία θα τελειώσω με την αναδημοσίευση ενός ανέκδοτου της περιοχής των Κοτυώρων από τα «Ποντιακά Φύλλα» κάποιο περιοδικό του 1937 από τη συλλογή του μεγάλου Ξένου Ξενίτα (Ξενοφώντα Άκογλου).
«Η σχωρεμέντσα η Σάια η Καλογερίνα όντας έμπαινεν το τρανόν η Σαρακοστή ενήστευεν α’ σον πιρνόν είσαμε το βράδον κάθαν ημέραν. Η νεστεία τ’ς πα πολλά δυνατόν. Νε, ελάδ’ νε, ελαίας. Ξερόν ψωμίν, λάχανα με τα φασούλια, χοσχορόνια, σκορδωμένα κορασίτας, κινθέατα (κιντέας). Αραία, αραία έτρωεν και ολίγον χαλβάν α’ σα Χαιρετισμούς και ύστερα. Το βραδυνόν ατ’ς έτρωεν α’ σ’ εσπερινού την απόλυσιν κι υστερνά. Έναν ημέραν, έπλυνεν έτον, και επείνασεν πολλά. Πριχού να πάει σον εσπερινόν είπεν να πέρ’ βουκούται ολίον ψωμόπον για να σώζ’ και πορπατεί. Ένοιξεν το τολάπ’. Σ’ απάν το ταρέζ έτον η εικόνα τη Παναΐας και σ’ αφ’κά το ταρέζ το ψωμίν. Επήρεν ’κι επήρεν το ψωμίν σα χέρια τ’ς, αμάν εφέκεν ατο κά’ και άμον αχπαραγμέν’τ’σα εποί’κεν το σταυρόν ατ’ς. Ντ’ έπαθες Σάια είπεν ατεν η κυρά τ’ς η Παρθένα. Λελεύω σε κυρά Παρθένα, είδεν η Παναΐα α’ σο ταρέζ κι αν’ ντ’ επέρνα το ψωμίν να έτρωγα και έγρινεν τ’ ομμάτια τ’ς και ετέρεσε με απ’ έσ’ σην ψην γουζεμέντσα. Ήμαρτον Παναΐα, άλλο ’κι εφτά’ατο, εσύ ’α δίεις με την δύναμιν, είπεν και εποί’κεν και τη μέτάνοιαν ατ’ς.»
Εύχομαι σε όλους σας καλή Σαρακοστή!! 
 

Σε χρόνο απρόβλεπτο, τ’ αδυσώπητο μίσος

σαν αγριόχορτα ξερίζωσε ζωές!

Η μαυροθάλασσα σήκωσε άγρια κύματα,

μα τ’ άδικο δεν μπόρεσε να πνίξει…

Σφάγιο η αθωότητα πάνω στον βωμό της γης,

από αίμα και ντροπή κοκκινήσαν τα ποτάμια,

αντιλαλήσαν τα βουνά απελπισίας κραυγές …

Τρομαγμένα πουλιά οι χιλιάδες ψυχές

απόκριμα* γεύονταν θανάτου…

 

Ένα σιδερένιο, στερημένο κλειδί,

κρεμασμένο σε στήθος μαραμένο,

συντροφεύει τον ανείπωτο φόβο

και μαζί με τα θλιμμένα αστέρια

αυτόπτης είναι μάρτυρας

της εκδικητικής μανίας

που έκαψε εστίες ανοχύρωτες

και σκόρπισε στον άνεμο

μνήμες άγιες και τίμιο βιος…

 

Μ’ αναμνήσεις αλώβητες, ένα εικόνισμα,

λίγο χώμα απ’ τα μνήματα

και την αποσταμένη ελπίδα

κρυμμένη στον κόρφο τους, οι Πόντιοι

τον δρόμο πήραν για τον Παράδεισο

έτσι την Ελλάδα ονειρεύονταν,

τόσο φωτεινή τη λαχταρούσαν!..

Πέτρωσαν τα δάκρυα στα πρόσωπα

κι η προσδοκία φτέρωνε τη σκέψη!

 

Μα σαν μητριά η ΜΑΝΑ τους δέχτηκε

και η βρισιά «τουρκόσποροι» τους μάτωνε…

Με τον ιδρώτα, όμως, της επιμονής,

και της υπομονής το δάκρυ

τη γονατισμένη αξιοπρέπεια

όρθωσε το ελληνικό τους πείσμα!

Στην κατευθυνόμενη μιζέρια αντιτάχτηκε,

πάλεψε, ρίζωσε και μεγαλούργησε,

αφού επέπρωτο ν’ ανθίσει ξανά η Ρωμανία!...

*καταδίκη

Φωτεινή Φωτιάδου-Κωνσταντίνου

Φιλόλογος - Λογοτέχνις