ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΗ ΑΡ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ*

Ο χριστιανισμός στον Πόντο εξαπλώθηκε ήδη από τις αρχές του 1ου αιώνα με το κήρυγμα του Αποστόλου Ανδρέα (35 μ.Χ.) και είχαν δημιουργηθεί ήδη κάποιες μικρές αλλά αξιόλογες ομάδες χριστιανών. Εδραιώθηκε λίγο αργότερα με τη δράση του Αγίου Γρηγορίου Νεκαισαρείας του θαυματουργού κατά τον 3ο αιώνα. Μετά την εξάπλωση του χριστιανισμού ακολούθησαν σε όλη την επικράτεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας οι δριμύτατοι διωγμοί των ειδωλολατρών αυτοκρατόρων. Η εκδικητική αυτή μανία των ειδωλολατρών δε μπορούσε παρά να ξεσπάσει και στη ρωμαϊκή επαρχία της Τραπεζούντας.

Οι άγιοι μάρτυρες Ευγένιος, Κανίδιος, Ουαλεριανός και Ακύλας κατάγονταν από ευσεβείς οικογένειες της Τραπεζούντας. Στα χρόνια τους βασίλευαν οι ρωμαίοι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός (286-305), οι οποίοι είχαν εξαπολύσει δριμύτατους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Στην Τραπεζούντα διορισμένος διοικητής της Ανατολής ήταν ο Λυσίας και επί της εποχής του λατρευόταν με ιδιαίτερη τιμή από τους εθνικούς Τραπεζούντιους ο εξελληνισμένος θεός της Ανατολής Μίθρας. Στην Τραπεζούντα είχε διαδοθεί τόσο πολύ η λατρεία του θεού Μίθρα που θεωρούνταν ο πολιούχος της πόλης. Προς τιμή του δε είχανε χτίσει στο ύψωμα της Τραπεζούντας, που αργότερα πήρε το όνομα του από τη θεότητα αυτή, το Μίθριο όρος, λαμπρό βωμό με άγαλμα. Το μίθριο όρος είναι γνωστό σε μας σήμερα με την ονομασία Ποζ-τεπέ.

Ο Ευγένιος που είχε ασπασθεί τον χριστιανισμό αποφάσισε με τους συναθλητές του Ουαλεριανό και Κανίδιο, να καταστρέψουν το άγαλμα και το βωμό του Μίθρα. Πράγματι οι τρεις συναθλητές κατέστρεψαν το βωμό του Μίθρα και για να μη συλληφθούν οι μεν Ουαλεριανός και Κανίδιος κατέφυγαν στα βουνά της Χαλδίας, ενώ ο μεν Ευγένιος κρύφτηκε στο «σπήλαιο των ακανθών», που βρισκόταν δίπλα στο πατρικό του σπίτι. Όταν την επόμενη μέρα οι κάτοικοι είδαν τον κατεστραμμένο ναό απέδωσαν αμέσως την πράξη αυτή στον Ευγένιο και τους συναθλητές του, ενώ ο Λυσίας διέταξε αμέσως να τους φέρουν ενώπιον του για να τιμωρηθούν. Από τις έρευνες που διεξήγαν ένας κάτοικος με το όνομα Ακύλας, χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο τους αναζητούσαν υπέδειξε στους στρατιώτες την κρυψώνα του Ουαλεριανού και του Κανίδιου. Όταν πράγματι οι στρατιώτες συνέλαβαν τους δυο χριστιανούς ο Ακύλας μετανιωμένος που τους υπέδειξε την κρυψώνα τους δήλωσε και αυτός ευθύς αμέσως τη χριστιανική του πίστη. Αυτή του η πράξη είχε ως αποτέλεσμα να αλυσοδεθεί και ο ίδιος και μαζί με τους υπόλοιπους δυο να οδηγηθούν στις φυλακές της Τραπεζούντας. Τους παρουσίασαν όλους μαζί μπροστά στο Λυσία, ο οποίος προσπάθησε στην αρχή να τους μεταπείσει με ήπιο τρόπο. Οι υποσχέσεις και οι απειλές δεν έκαμψαν το ηρωικό φρόνημα των τριών νέων, οι οποίοι πλήρωσαν την εμμονή τους στη χριστιανική πίστη αρχικά με φρικτά βασανιστήρια.

Λίγες μέρες αργότερα εντοπίστηκε και ο Ευγένιος και τον παρουσίασαν μπροστά στο Λυσία. Προσπαθώντας να τον μεταπείσει ο Λυσίας αντιμετώπισε την αγέρωχη στάση του Ευγενίου όπου όχι μόνο παραδέχτηκε ότι αυτός κατέστρεψε το βωμό του Μίθρα, αλλά επιπλέον άρχισε να κηρύττει ανοιχτά το χριστιανισμό. Ο Λυσίας οργισμένος από τη στάση αυτή του Ευγενίου διέταξε φρικτά βασανιστήρια. Ούτε ο Ευγένιος αλλά ούτε και οι τρεις συναθλητές του ήταν διατεθειμένοι να υπακούσουν στις εντολές του. Επιπλέον επειδή κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων οι πληγές των μαρτύρων θεραπεύονταν με θαυματουργικό τρόπο για να μην κερδίσουν κι άλλους οπαδούς στο χριστιανισμό ο Λυσίας διέταξε τον αποκεφαλισμό του Κανίδιου του Ουαλεριανού και του Ακύλα. Λίγες μέρες αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου, ο Λυσίας διέταξε το μαστίγωμα και τελικά τον αποκεφαλισμό και του Ευγενίου.

Αμέσως μετά την επισημοποίηση της χριστιανικής θρησκείας ο άγιος πλέον Ευγένιος άρχισε να τιμάται ως φωτιστής, διδάσκαλος και πολιούχος της Τραπεζούντας. Ο πρώτος ναός που χτίστηκε προς τιμή του βρισκόταν κοντά στο πατρικό του σπίτι. Το ναό αυτό ο στρατηλάτης Βελισσάριος με εντολή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού τον μετέτρεψε σε λαμπρή εκκλησία και σε μονή χτίζοντας παράλληλα κελιά και καταλύματα για τους προσκυνητές.

Ο Ιουστινιανός σεμνύνονταν τόσο τον άγιο Ευγένιο ώστε έδωσε το όνομα του στο μεγάλο υδραγωγείο της πόλης που έχτισε. Η μονή έγινε γρήγορα πολύ γνωστή και πέρα από τα σύνορα του Πόντου και κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1204-1461) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ναούς της πόλης στον οποίο η αυτοκρατορική οικογένεια στέφονταν, παντρεύονταν, μόναζε αλλά και θάβονταν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι μεσαιωνικές πηγές αναφέρονται κυρίως στα δυο κατεξοχήν θρησκευτικά κέντρα της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, δηλαδή στην μονή του Αγίου Ευγενίου, του πολιούχου της Τραπεζούντας, και στην τότε Μητρόπολη τη μονή και εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοκεφάλου. Εσωτερικά και εξωτερικά ο ναός ήταν διακοσμημένος με τοιχογραφίες όπου απεικονίζονταν εκτός άλλων οι Μεγάλοι Κομνηνοί της Τραπεζούντας.

Σύμφωνα με τον πρωτονοτάριο και πρωτοβεστιάριο της Αυτοκρατορίας Κωνσταντίνου Λουκίτη στο ναό είχαν εναποτεθεί τα άγια λείψανα του Αγίου Ευγενίου και των τριών συναθλητών του. Πιο συγκεκριμένα οι μεν κεφαλές των μαρτύρων “χρυσώ και λίθοις και μαργάρω πλήθει” ήταν κοσμημένες, τα δε λείψανά τους “λάρναξιν αργυρέοις άμα και χρυσαγίζουσιν ως θησαυροί πλουσίως εναπετέθησαν”.

Η φήμη και η λατρεία του αγίου Ευγενίου ήταν τόσο διαδεδομένη στην Τραπεζούντα, ώστε κατά τη διάρκεια της γιορτής του συγκεντρώνονταν χιλιάδες προσκυνητές. Ο Ιωάννης Λαζαρόπουλος περιγράφει θαυμάσια τις μεγαλοπρεπείς γιορτές και τα πανηγύρια προς τιμή του αγίου, στα οποία συμμετείχαν οι αυτοκράτορες, οι άρχοντες, οι κληρικοί και όλος ο πληθυσμός της περιοχής. Σε κάθε οικογένεια στην Τραπεζούντα υπήρχε ένα μέλος με το όνομα Ευγένιος. Μάλιστα έχει διασωθεί σε μια ανώνυμη αφήγηση θαυμάτων του αγίου Ευγενίου το εξής περιστατικό: Στη δίκη του σακελλίου του Γοργοπλούτου στη Βασιλεύουσα, ήρθαν ως μάρτυρες κάποιοι έμποροι από την Τραπεζούντα. Και οι τρεις είχαν το όνομα Ευγένιος και επικαλούνταν στον όρκο τους από όλους τους αγίους μόνο τον άγιο Ευγένιο, προς μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό όλων.

Για το μαρτύριο και τα θαύματα του αγίου Ευγενίου και των συναθλητών του έχουν γράψει ο τραπεζούντιος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Ξιφιλίνος, ο λόγιος τραπεζούντιος Κωνσταντίνος Λουκίτης και ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Ιωσήφ Λαζαρόπουλος. Σώζονται δε σε ευάριθμα μεσαιωνικά χειρόγραφα του εξωτερικού και του αγίου όρους.

Ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αθηνών, σημειώνει στη μνημειώδη μελέτη του με τον τίτλο «Η Εκκλησία Τραπεζούντος» ότι «επείχεν ο άγιος την αυτήν θέσιν και τιμήν, ην είχεν εν Θεσσαλονίκη ο πολιούχος αυτής μεγαλομάρτυς Δημήτριος, ομοιάζων αυτώ κατά τα θαύματα, το ζωηρόν βλέμμα, την εκπεμπομένην εκ της όψεως αυτού γαλήνην και την ανάβλυσιν του μύρου εκ της μυρορόου σορού».

Ενδεικτικό της κεντρικής θέσης του Αγίου Ευγενίου στην Αυτοκρατορία αποτελεί και το γεγονός πως σχεδόν αποκλειστικά στα νομίσματα (άσπρα) που κυκλοφορεί η Αυτοκρατορία εμφανίζεται εκτός από τον Αυτοκράτορα που κυκλοφορεί το νόμισμα, ο Άγιος Ευγένιος. Αυτή η προσπάθεια αναγέννησης της λατρείας του Αγίου Ευγενίου ξεκίνησε όταν κατέστη σαφές στους Κομνηνούς ότι θα πρέπει να επικεντρωθούν στη συγκρότηση μιας «τοπικής αυτοκρατορίας», γεγονός που συνέβη μετά την απώλεια της Παφλαγονίας και της Σινώπης. Αυτή η προσπάθεια καθιέρωσης του τοπικού αγίου της Αυτοκρατορίας αποτυπώνεται ήδη από τις πρώτες κοπές νομισμάτων όπως του Ιωάννη Α΄ (1235-1238) και Μανουήλ Α΄ (1238-1263).

Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί ότι ο ναός και η μονή του Αγίου Ευγενίου στην Τραπεζούντα ενισχύθηκε από τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου καθώς και εκείνους της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Μάλιστα ο πρώτος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Αλέξιος Α΄ αμέσως μόλις ίδρυσε την αυτοκρατορία του στέφθηκε συμβολικά στον υφιστάμενο ναό του Αγίου Ευγενίου. Εξάλλου στη μονή του αγίου Ευγενίου πρωτολειτούργησε η φημισμένη αστρονομική σχολή της Τραπεζούντας με τους διάσημους αστρονόμους και μαθηματικούς, όπως ο ιερομόναχος Γρηγόριος Χιονιάδης, ο ιερέας Μανουήλ και πρωτονοτάριος και πρωτοβεστιάριος Κωνσταντίνος Λουκίτης.

Κατά διαστήματα ο ναός υπέστη καταστροφές. Συγκεκριμένα το 1223 καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από τον σελτζούκο Μελίκ, ο οποίος πολιορκώντας την πόλη της Τραπεζούντας χρησιμοποίησε τη Μονή ως κατάλυμά του. Ο ναός ξανακτίσθηκε το 1291 ως βασιλική διατηρώντας το δάπεδο του προϋπάρχοντος κτίσματος. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1340, ο ναός υπέστη εκ νέου σημαντικές καταστροφές σε μια εσωτερική εμφύλια αυτοκρατορική διαμάχη για την κατάληψη της εξουσίας. Ο ναός αποκαταστάθηκε στα χρόνια του σημαντικότερου τραπεζούντιου αυτοκράτορα Αλεξίου Γ΄ (1349-1390). Ο ίδιος άλλωστε στέφθηκε, και αυτός, αυτοκράτορας στο ναό του Αγίου Ευγενίου στις 21 Ιανουαρίου του 1349 και στον ίδιο ναό παντρεύτηκε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1351 τη Θεοδώρα Κατακουζηνού.

Μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ μετέτρεψε το ναό του αγίου Ευγενίου σε τζαμί και πήρε το όνομα Γενί τζουμά τζαμισί δηλαδή τέμενος της νέας ή πρώτης Παρασκευής, επειδή προσευχήθηκε εκεί ο σουλτάνος την πρώτη Παρασκευή μετά την άλωση της Τραπεζούντας. Οι τοιχογραφίες του ναού καλύφθηκαν με κονίαμα ενώ η περιοχή κατοικήθηκε από μουσουλμάνους με αποτέλεσμα να καταστεί απρόσιτη στους χριστιανούς.

Η λαϊκή αφήγηση έχει διασώσει πλήθος θαυμάτων που έσωσαν την πόλη της Τραπεζούντας από επιδρομές και ασθένειες. Έχουν διασωθεί και πολλές αφηγήσεις για θαύματα του αγίου Ευγενίου σε μεμονωμένα πρόσωπα. Το γεγονός των θαυμάτων ενδυνάμωσε την πίστη και τη λατρεία των κατοίκων προς τον άγιο.

Η μνήμη του αγίου Ευγενίου εορταζόταν την 21η Ιανουαρίου, ημέρα του αποκεφαλισμού του. Από τον 9ο, όμως, αιώνα, την εποχή της αρχιερατείας του Αθανασίου Δαιμονοκαταλύτη, που καταγόταν από την Τραπεζούντα, καθιερώθηκε και δεύτερη γιορτή προς τιμή του αγίου Ευγενίου, η 24η Ιουνίου ως επέτειος των γενεθλίων του.

Από όλους τους θησαυρούς και τα κειμήλια της μονής του αγίου Ευγενίου ελάχιστα διασώζονται. Ένα εξ αυτών είναι το περίφημο καλλιτεχνικό χειρόγραφο του 1346 μ.Χ. που αποθησαυρίζεται στη Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Επίσης στο άγιο όρος στη μονή Διονυσίου σώζεται θαυμάσια τοιχογραφία του αγίου Ευγενίου πάνω από την εικόνα του ιδρυτή της μονής αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλεξίου Γ΄.

Το 1916 χρονιά κατά την οποία η Τραπεζούντα καταλήφθηκε από ρωσικά στρατεύματα διοργανώθηκε αρχαιολογική αποστολή με συντονιστή τον ακαδημαϊκό Θεόδωρο Ουσπένσκι. Εκτός άλλων ναών στην Τραπεζούντα η αποστολή εργάστηκε και στο ναό του αγίου Ευγενίου. Οι Ρώσοι επιστήμονες βρήκαν στο άγιο βήμα του ναού οστά σκεπασμένα από μια πλάκα. Ο Ουσπένσκι υπέθεσε ότι αυτά ανήκαν στον άγιο Ευγένιο και τους συναθλητές του, τα οποία οι μοναχοί της μονής μετακόμισαν από τη λάρνακα και τα έκρυψαν, από τους τούρκους στο ιερό βήμα του ναού. Ο ίδιος αναφέρει ότι παρέδωσε τα οστά στη μητρόπολη Τραπεζούντας κάτι που διαψεύδεται από το μητροπολίτη Χρύσανθο. Ο Ουσπένσκι του απέκρυψε την εύρεση των λειψάνων και πιθανολογείται ότι φυγαδεύτηκαν στη Ρωσία.

Γνωρίζουμε μόνο ότι η λειψανοθήκη του αγίου Κανίδιου, που περιέχει το χέρι του, μεταφέρθηκε το 1924 και βρίσκεται στο χωριό Λιποχώρι της Έδεσσας, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι κατάγονται από το χωριό του αγίου, την Τσολόσαινα του Πόντου. Αποτμήματα του ιερού λειψάνου του Αγίου Ευγενίου βρίσκονται στη Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά στο όρος Βέρμιο, στον Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Καλλιθέας Αττικής και ένα μέρος από το λείψανο του Αγίου Ευγενίου, συγκεκριμένα τμήμα του δεξιού χεριού, το οποίο παραμένει άφθαρτο τόσους αιώνες, σώζεται εδώ στο μητροπολιτικό ναό της Καλαμαριάς.

Η αργυρή λειψανοθήκη, που θεωρείται ότι προέρχεται από τοπικό εργαστήριο, δείγμα κι αυτό του υψηλού επιπέδου της καλλιτεχνικής δημιουργίας, διασώζεται σήμερα στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας.

Ο ποντιακός ελληνισμός όλα τα χρόνια από την Ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 μέχρι σήμερα δεν ξέχασε τη μνήμη του πολιούχου αγίου. Ναοί στον ελλαδικό χώρο είναι εκείνος στο Χορτοκόπι Καβάλας, ο ημιτελής ναός στη Νέα Ρωμανία Πετρωτών της Κομοτηνής και τελευταία ο ναός που έχτισε στο Αρκαδικό της Δράμας ο μακαριστός μητροπολίτης Δράμας Παύλος. Τέλος, ναΐδρια και παρεκκλήσια προς τιμή του Αγίου Ευγενίου υπάρχουν στον Ωρωπό αλλά και στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας. Παράλληλα το σπουδαίο ιστορικό σωματείο η Μέριμνα Ποντίων Κυριών έχει προστάτη της τον Άγιο, σύμβολο στο λάβαρο της και τιμά τη μνήμη του τη μέρα της κοίμησής του κάθε χρόνο.

Στην Καλαμαριά παρά το γεγονός ότι ο άγιος είναι ο πολιούχος της πόλης και ότι τιμάται η μνήμη του με κάθε επισημότητα, δεν έχει κατορθωθεί ακόμη να ανεγερθεί ναός προς τιμή του Αγίου. Υπάρχει μόνο το παρεκκλήσι πλησίον του Μητροπολιτικού Ναού. Ίσως αυτό να αποτελεί και πρωτοτυπία και μοναδική περίπτωση, ο πολιούχος μιας πόλεως να μην έχει αφιερωμένο σ’ αυτόν Ναό. Έτσι, όπως σωστά έχει επισημάνει ο Σεβασμιώτατος ο πολιούχος μας Άγιος είναι άστεγος και για αυτό προτεραιότητα όχι μόνο της Μητροπόλεως, αλλά όλων των Καλαμαριωτών πρέπει να είναι η δημιουργία ενός Ιερού Ναού και μάλιστα μεγαλοπρεπούς στη μνήμη του πολιούχου Αγίου μας. Για αυτό συντασσόμαστε στο όραμα αυτό του Σεβασμιωτάτου, ο Άγιος να αποκτήσει στην Καλαμαριά έναν μεγαλοπρεπή ναό, όπως του αρμόζει.

*Ο ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΑΡ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, είναι Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας