Κατ’ αρχήν ακούστε και εάν έχετε υπομονή μελετήστε το παραδοσιακό τραγούδι «Του Ηλ’ ο Κάστρον», απόσπασμα της πτυχιακής παράστασης ερμηνείας του Ιωάννη Τσανασίδη, στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, «εγώ έμ’ π’ ετραδώσεσα», σε ερμηνεία της Νατάσας Τσακηρίδου.

Η συγκεκριμένη Παραλογή χρονολογείται από το 1467 μ.Χ. Το συναντάμε σε πολλές παραλλαγές τόσο στον ίδιο τον Πόντο όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. «Του Ηλ’ το Κάσρτον» σημαίνει κάστρο φωτεινό, δοξασμένο. Επίσης το συναντάμε και με τον τίτλο: «Το κάστρο της Ωριάς ή Ωραίας», δηλαδή, της ωραίας βασιλοπούλας.

Ο θρύλος είναι παντού ο ίδιος. Μέσα στο κάστρο υπάρχει κόρη όμορφη. Το κάστρο πέφτει στα χέρια των Τούρκων με δόλο. Στην ποντιακή εκδοχή τον ρόλο του προδότη τον παίζει ένας Ρωμιός, που έγινε Μουσουλμάνος, «ρωμιογύριστος». Παριστάνει την έγκυο γυναίκα, λέγοντας, ότι δήθεν καταδιώκεται από τους Τούρκους. Βγάζει σπαρακτική κραυγή, την ακούει η κόρη και δονείται η ψυχή της. Ξεγελά λοιπόν τους υπερασπιστές, οι οποίοι ανοίγουν την πόρτα, οπότε ορμά ο εχθρός.

Η κατάληξη είναι τραγική. Η κοπέλα που γίνεται η αιτία για το άνοιγμα της καστρόπορτας, πέφτει από το παράθυρο και ξεψυχάει στην αγκαλιά ενός παλληκαριού. Στον Πόντο σώζονται πολλές παραδόσεις, με τις οποίες κατά τους μαύρους χρόνους της δουλείας ο λαός κολακεύει και τονίζει τον εθνικό του εγωισμό υποστηρίζοντας ότι όλα τα ένδοξα κάστρα της χώρας του υποτάχθηκαν στους Τούρκους διά προδοσίας.

«Τ' Ηλ’ το Κάστρον»

Όλια τα κάστρα είδα κι όλια γύρισα

κι άμον του Ήλ’ το Κάστρον, κάστρον ‘κ’ έτονε.

Σεράντα πόρτας είχεν κι όλια σίδερα

κι εξήντα παραθύρια κι όλια χάλκενα.

Και του γιαλού η πόρτα έτον μάλαμαν.

Τούρκος το τριγυρίζει, χρόνους δώδεκα,

μήδ’ επορεί να παίρει, μήδ’ αφήνει ατό.

Κι ένας μικρός τουρκίτσος, ρωμιογύριστος,

ρόκαν και ροκοτζούπιν βάλ’ ‘ς σα μέσα του,

αδράχτιν και σποντύλιν παίρ’ ‘ς σα χέρια του,

μαξιλαρίτσαν βάλει κι εμπροζώσκεται

κι εγέντονε γυναίκα, βαριασμένισσα.

Το κάστρον τριγυρίζει και μοιρολογά.

Άνοιξον, πόρτα, άνοιξον, καστρόπορτα,

Άνοιξον να εμπαίνω, τούρκοι διώχν’νε με.

Ναϊλί εμέν την μάρσαν, την χιλιάκλερον

και που να παιδοποίγω, χειμωγκόν καιρόν.

Άνοιξον, πόρτα, άνοιξον καστρόπορτα

Άνοιξον να εμπαίνω, Τούρκοι διώχν’νε με.

Το κάστρον ‘λογυρίζει και μοιρολογά

κι η κόρ απέσ’ ακούει και καρδοπονά.

Κι απ’ όθεν ‘μπαίν’ ο ήλιον, έμπα απέσ’ κι εσύ

Κι από’ όθεν ‘βγαίν’ ο φέγγον, έβγα έξ’ κι εσύ.

Κι άμον ντ’ ενοίγε η πόρτα, χίλιοι έτρεξαν

κι άμον ντ’ εκαλανοίγε, μύριοι έτρεξαν.

Κι άλλοι την κορ’ αρπάζ’νε κι άλλοι τα φλουριά

κι από το παραθύρ’ η κόρ’ επήδησε,

‘ς σε παλληκάρ’ εγκάλιας ψυχομάχησε.

Πτυχιακή παράσταση ερμηνείας Τσανασίδη Ιωάννη «εγώ έμ' π' ετραγωδεσα». Λύρα: Τσανασίδης Γιάννης. Ερμηνεία: Τσακηρίδου Νατάσα. Λάφτα: Μωυσιάδης Ιάκωβος. Νταούλι: Ταρπινιάν Γρηγόρης. Μουσική: Παπαδόπουλος Ηλίας και Τσανασίδης Γιάννης Β', Γ', Δ' και Ε' Μέλος. Στίχοι: Παραδοσιακοί. Μουσική: Παραδοσιακή Α΄ Μέλος.