Τα Χριστούγεννα φέτος θα είναι πιο δύσκολα για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Οι οικογένειες, λόγω πανδημίας, θα είναι μόνες, τα τραπέζια, λόγω περικοπής του κοινωνικού επιδόματος, θα είναι φτωχά, το φως λιγοστό στα κεριά και το χαμόγελο στεγνό σε πολλά παιδικά χείλη.

Η Ελπωρή είναι ένα βλαστάρι του παιδικού ονείρου, που πάει στην πέμπτη Δημοτικού. Ένα κορίτσι με μάτια σαν τη θάλασσα γαλάζια και με μακριά πυρόξανθα μαλλιά. Ένα άνθος βγαλμένο μέσα από τις ρωγμές της πέτρας, που καρτερεί τον ερχομό των χριστουγεννιάτικων γιορτών, που ίσως σαν ψιχάλα διαλύσουν το σύννεφο που έπεσε πάνω της.

Σκέφτεται αν πρέπει και φέτος να γράψει γράμμα στον Αϊ-Βασίλη, γιατί τις δυο προηγούμενες χρονιές που του έγραψε, δεν πέρασε από το σπίτι της και στενοχωρήθηκε.
Η Ελλάδα ζει σε συνθήκες ενός «ακήρυχτου πολέμου». Η ανέχεια, η φτώχεια, τα κλειστά μαγαζιά, η ανεργία όλα δείχνουν το πρόσωπό τους καθημερινά στους δρόμους της έρημης πόλης. Υπάρχουν σπίτια, όπου και οι δυο γονείς δεν έχουν δουλειά. Παιδιά που δεν θα πάρουν κανένα δώρο. Κι ίσως για κάποια από αυτά ούτε το φαγητό θα είναι είναι αρκετό.
Η ζωή γκρεμίζεται κάθε στιγμή που περνά. Κάθε μέρα η Ελλάδα μετρά δεκάδες θανάτους από τον κορονοϊό. Η αγάπη ψάχνει για εθελοντές, όπως ο Διογένης από τον Πόντο έψαχνε με το φανάρι του να βρει άνθρωπο.
Τα φετινά Χριστούγεννα θα είναι διαφορετικά για πολλούς: Για γονείς που δεν θα μπορέσουν να δείξουν τα αισθήματα τους. Για αγαπημένες με περιορισμένες τις προσμονές και για τους ξεχασμένους από το Θεό και χαμωθεό ανθρώπους.
Οι «μαχαιριές» που δέχθηκε η ελληνική κοινωνία ήταν βαθιές, και τώρα που αιμορραγεί δεν υπάρχει γάζα. Δεν υπάρχουν κρεβάτια ΜΕΘ ούτε οξυγόνο στα νοσοκομεία. Το ποιοι φταίνε, μέρες που είναι, δεν είναι η κατάλληλη ώρα να το πούμε. Δεν μπορούμε όμως ούτε να συγχωρήσουμε αυτούς που πριν από λίγα χρόνια έκλεισαν νοσοκομεία και απέλυσαν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Ούτε και να τους πιστέψουμε τώρα ότι νοιάζονται τάχατες για τη δημόσια Υγεία, αυτοί που δεν μπόρεσαν να επιτάξουν για χάρη της ούτε μία κλινική.
Η Ελπωρή πήρε τελικά την απόφαση να γράψει γράμμα στον Αϊ-Βασίλη. Εξάλλου, η ελπίδα σαν το παραμύθι είναι συντροφιά για το παιδί: «Καλέ μου Άγιε Βασίλη, θέλω να σε παρακαλέσω να μου φέρεις ένα λεξικό αυτή τη χρονιά, γιατί δεν έχω. Θέλω ακόμη ένα μολύβι κι ένα σβηστήρι. Ειδικά το σβηστήρι το θέλω πολύ για να σβήνω τα λάθη που κάνω. Γιατί μουντζουρώνω συνεχώς τα τετράδιά μου και μου φωνάζει η μαμά μου. Μετά, όμως που την βλέπω να μετανιώνει και να δακρύζει μου ραγίζεται η καρδιά. Ξέρω πως την έδιωξαν από τη δουλειά και δεν έχει χρήματα να μου θα αγοράσει...».
Μια ασήμαντη σταγόνα ζωής η Ελπωρή. Ένα μικρό, τρεμάμενο αστέρι στην ανοιχτή αγκάλη του ουρανού, κρατά κρυφή την ελπίδα κρυφή και προσδοκά τον Άγιο Βασίλη.
Η κατάσταση στη χώρα είναι τραγική. Είναι σκληρό να ορίζουν οι άλλοι την τύχη σου. Να κρατούν στην ανοιχτή παλάμη τους το ριζικό σου. Να ζωγραφίζουν με τα χέρια τους τη λύπη σου. Και το άδικο είναι διπλό, γιατί αυτοί που σου στερούν το φως, είναι οι ίδιοι που με τη δική σου βοήθεια κατάκτησαν μια θέση στον ήλιο.
Αν και μικρή η Ελπωρή ξέρει πως το κράτος στο οποίο ζει, έχει παραδοθεί σε κάποιους κι έγινε δικό τους. Μια πολυκατοικία είναι η Ελλάδα, στην οποία κάποιοι μένουν στα ρετιρέ ψηλά και κάποιοι στα σκοτεινά υπόγεια, εκεί που ποτέ δεν φθάνει ο Αϊ Βαίσλης. Όμως η αγνή της ψυχή δεν την απογοητεύει και τον καρτερά, όπως ο κάκτος της ερήμου την βροχή. Άραγε θα ρθει;