Παρύσατις Παπαδοπούλου-Συμεωνίδου

Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος

Ομότιμη Καθηγήτρια ΑΠΘ

Πολλά και καίρια τα θέματα και ζητήματα που αποτέλεσαν πρόκληση σκέψης, συνείδησης, κοινωνισμού κλπ., στα πλαίσια της επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Στην παρούσα γραπτή παρέμβαση θα ήθελα να επισημάνω ορισμένα μόνο θέματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον άξονα της απάντησης (ή κατά περίπτωση των γενικών αναφορών) από μέρους της ελληνικής πλευράς σε όσα επεσήμανε με διπλωματική ευχέρεια ο Τούρκος Πρόεδρος, τόσο στις επίσημες συναντήσεις όσο και στην συνέντευξή του μια μέρα νωρίτερα.

  • - Αναφέρθηκε στους μουσουλμάνους της Θράκης (στην πλειοψηφία τους εξισλαμισθέντες Έλληνες), χρησιμοποιώντας τον όρο μουσουλμανική εθνότητα, ή ομογένεια, απαριθμώντας τους σε 150.000 (ο ίδιος έδωσε τον αριθμό). Προχώρησε δε, κάνοντας την σύγκριση με τους λιγότερους ομογενείς μας στην Τουρκία, τους οποίους απεκάλεσε «μειονότητα», αναφερόμενος αποκλειστικά στους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως (που δεν αριθμούν πάνω από 1.000).  
  • - Οι αναφορές του στο ανοικτό πεδίο επιστροφής των Ελλήνων στην Τουρκία γίνονται σιωπηρά δίχως την υποχρέωση από μέρους της Τουρκίας αναγνώρισης των δικαιωμάτων των Ελλήνων στις πατρίδες τους, καθ’ ότι το επίσημο κράτος τούς βλέπει αποκλειστικά ως εν δυνάμει επενδυτές και όχι ως παλιννοστούντες (παράδειγμα: δεν έχουν δικαίωμα διορισμού σε δημόσια υπηρεσία (εξαρτημένη απασχόληση στο Δημόσιο), παρά μόνον το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος στον ιδιωτικό τομέα).
  • - Λησμονήθηκαν οι αναφορές στα δικαιώματα της ελληνικής εκπαίδευσης στην Κωνσταντινούπολη, όταν οι ελάχιστοι μαθητές των ελληνικών σχολείων, που διατηρούν ανοικτά τα ελληνικά σχολεία, στην πλειονότητά τους είναι αραβόφωνοι μαθητές και, επομένως, δεν διδάσκονται τα αντίστοιχα με τα σχολεία της Ελλάδος μαθήματα.
  • - Ξεχάστηκαν οι Έλληνες του Πόντου που, διεσπαρμένοι σήμερα σε όλον τον μικρασιατικό χώρο (αλλά με συμπαγή παρουσία στην Επαρχία Τραπεζούντος), υπερβαίνουν το ένα εκατ. (υπολογισμοί της γράφουσας με βάση μόνον εκείνους που παρέμειναν εκεί μετά την απάνθρωπη/αντιανθρωπιστική ανταλλαγή. Είναι εκείνοι που θα έπρεπε να προστεθούν στα θύματα της γενοκτονίας στην διευρυμένη της διάσταση, όταν ο επίσημος αριθμός που στηρίζει τις επικλήσεις για αναγνώριση τούς έχει διαγράψει αριθμητικά (εδώ αξίζει η επίκληση της εθνοκάθαρσης).
  • - Η αναφορά σε «μειονότητες» επιβεβαιώνει τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής πρακτικής και των δύο πλευρών (ελληνικής και τουρκικής), όταν το πληθυσμιακό μέγεθος, μεθοδευμένο στρατηγικά, τείνει να εξαφανίσει δικαιώματα. Οι μειονότητες στην σημερινή Τουρκία αποτελούσαν «κοινότητες γηγενών», με όλα τα δικαιώματα που ο όρος συνεπάγεται, ανεξάρτητα από πληθυσμιακό μέγεθος.

Οι παραπάνω αναφορές δεν αποδίδουν το φάσμα του προβληματισμού στο σύνολό του (άλλωστε πράγμα αδύνατο), ωστόσο είναι ενδεικτικές της αδυναμίας στην πολιτική πρακτική, όταν λείπει παντελώς η έστω επαρκής γνώση των καταστάσεων. Η επίκληση συνθηκών και θεσμών δεν λύνει τα προβλήματα, αντιθέτως τα στιγματίζει ανεπανόρθωτα.